Ελέγχουμε το λαό, στηρίζουμε την εξουσία. Η διαπλοκή Κράτους – ΜΜΕ

Του Κώστα Εφήμερου
Πριν από λίγες ημέρες ο διεθνής οργανισμός «Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα» δημοσίευσε την ετήσια έκθεσή του, που βρήκε την Ελλάδα στην 84η θέση όσον αφορά την ελευθερία του Τύπου, χαμηλότερα από αρκετά κράτη που ελέγχονται από απολυταρχικά καθεστώτα. Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα απέτυχε στον βασικό της ρόλο: τον έλεγχο της εξουσίας.
Από το 1987, οπότε επιτράπηκε η ιδιωτική ραδιοφωνία, και κυρίως μετά το 1989, όταν άνοιξαν οι δημόσιες συχνότητες σε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, οι νέοι «ιδιοκτήτες» της ενημέρωσης συνδιαλέχτηκαν, συμβιβάστηκαν και συναλλάχθηκαν με αυτούς ακριβώς που θα έπρεπε να ελέγξουν, δημιουργώντας αυτό που η ελληνική κοινωνία αναγνωρίζει ως «διαπλοκή».
Το κράτος και τα ιδιωτικά ΜΜΕ λειτουργούν σήμερα στη βάση ενός αμοιβαίου εκβιασμού. Παρά τις συμβατικές υποχρεώσεις προς την Ε.Ε., καμία κυβέρνηση από το 1989 μέχρι σήμερα δεν έχει διευθετήσει το προσωρινό καθεστώς λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών. Τούτο προκαλεί έναν διπλό εκβιασμό: από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση απειλεί τους καναλάρχες με δημοπράτηση των συχνοτήτων, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλείσιμο τους σταθμούς, ενώ από την άλλη τα κανάλια, που θέτουν τη δημόσια ατζέντα, έχουν ουσιαστικό λόγο στον σχηματισμό και τη λειτουργία της εκάστοτε κυβέρνησης.
Όπως επισημαίνουν στα ρεπορτάζ τους το Reuters, το Der Spiegel, οι New York Times, ο Guardian αλλά και η αμερικάνικη πρεσβεία (από τηλεγράφημα που αποκάλυψε το Wikileaks και δημοσίευσε στην Ελλάδα το TPP) τα ελληνικά ΜΜΕ βρίσκονται στα χέρια λίγων ολιγαρχών που τα χρησιμοποιούν για να κερδίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ εξασφαλίζοντας άλλοτε δημόσια έργα και άλλοτε προκλητικές φοροαπαλλαγές.
Εκτός αυτού όμως, το κράτος χρηματοδοτεί και την ίδια τη λειτουργία των ΜΜΕ, μέσω της κρατικής διαφήμισης. Επιπλέον, το αγγελιόσημο (τέλος 20% επί της διαφημιστικής αξίας που πληρώνουν οι διαφημιζόμενοι) είναι μια ελληνική εφεύρεση, με την οποία το κράτος απάλλαξε τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ από τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές.
Η διαπλοκή δημιούργησε το στρεβλό μοντέλο ενημέρωσης που καταναλώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία. Όταν η χώρα βρέθηκε στη δίνη της κρίσης, οι εκδότες κανόνιζαν ραντεβού με τον πρωθυπουργό και έπαιρναν μέρος στον σχεδιασμό της εθνικής στρατηγικής.
Όλα τα κατεστημένα ΜΜΕ είχαν να παρουσιάσουν μόνο μία εικόνα: αυτή του μονόδρομου του μνημονίου και της λιτότητας. Τα δελτία των οκτώ έπεισαν μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε από τη δική του ανεμελιά και συνενοχή. Την ίδια ώρα που τα διεθνή ΜΜΕ διοργάνωναν συζητήσεις με νομπελίστες οικονομολόγους για τα συστημικά προβλήματα της Ευρωζώνης, ο Γιάννης Πρετεντέρης και ο Μπάμπης Παπαδημητρίου έχυναν ιδρώτα προκειμένου να πείσουν τους νοικοκυραίους ότι τα κλειστά επαγγέλματα του ταξιτζή και του φαρμακοποιού μάς έφεραν ως εδώ.
Οικονομολόγοι όπως ο Γιάννης Βαρουφάκης και ο Κώστας Λαπαβίτσας (που αμφισβητούσαν το δόγμα Παπανδρέου/Παπακωνσταντίνου) παρουσιάζονταν πάνω-κάτω ως γραφικοί τσαρλατάνοι. Τα ΜΜΕ κατάφεραν τελικά να συρρικνώσουν όλη τη συζήτηση στο ασφαλές (γι’ αυτούς) δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» χωρίς καμία σε βάθος συζήτηση για το τι σημαίνει δραχμή και κυρίως για το τι σημαίνει Ευρώπη. Η προσπάθειά αυτή, που βασίστηκε στην πόλωση και τη δραματοποίηση κάθε πτυχής της καθημερινότητας, είχε και μερικές διόλου ασήμαντες παράπλευρες συνέπειες (που για λόγους συγκυριακής σκοπιμότητας ενισχύθηκαν), όπως η άνοδος του φασισμού και του νεοναζισμού, για τις οποίες θα συζητήσουμε μία από τις επόμενες Κυριακές.
Η επιμονή των ΜΜΕ αποδείχτηκε όμως παράλογη ακόμα και για τα ίδια. Τα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα δέχτηκαν και αυτά το σοκ της οικονομικής κρίσης. Ξεκίνησαν τις μειώσεις μισθών και έπειτα τις απολύσεις, και δημιούργησαν ένα ακόμα επίπεδο εσωτερικού εκβιασμού απειλώντας τους δημοσιογράφους που δεν ακολουθούσαν την εργοδοτική γραμμή με απόλυση, δηλαδή με στέρηση των μέσων της επιβίωσης. Το μοντέλο λειτουργίας τους όμως παρέμεινε εξόχως ζημιογόνο και η επιβίωσή τους εξακολουθεί να βασίζεται σε δάνεια. Πρόσφατα το MEGA ενημέρωσε τους μετόχους του ότι έλαβε ομολογιακό δάνειο 98 εκ. από πέντε τράπεζες, εκ των οποίων τα 8,5 εκταμιεύτηκαν, το 1,5 αφορούσε τραπεζικά έξοδα και το υπόλοιπο ποσό αφορούσε αναχρηματοδότηση παλαιότερων δανείων. Η «Τηλέτυπος Α.Ε.», η ιδιοκτήτρια εταιρεία του MEGA που ελέγχεται από τις οικογένειες Μπόμπολα, Ψυχάρη και Βαρδινογιάννη, διαμαρτυρήθηκε για τους όρους δανεισμού αναφέροντας ότι αναγκάστηκαν να προσφέρουν εγγυήσεις αξίας 140 εκατομμυρίων ευρώ. Το τρομακτικό στοιχείο αυτής της είδησης είναι η ομολογία ότι στο παρελθόν τα δάνεια του «μεγάλου καναλιού» προσφέρονταν χωρίς εγγυήσεις.
Η απώλεια ελέγχου της κατάστασης αλλά και το τυχοδιωκτικό ταμπεραμέντο των μεγαλοεκδοτών έγινε εμφανές στην πρόσφατη αντιμνημονιακή στροφή του ΔΟΛ: Όταν η Τρόικα επέβαλε επιτρόπους στις ελληνικές τράπεζες, ο Σταύρος Ψυχάρης, που δεν είχε ενοχληθεί ούτε με το αγγλικό δίκαιο, ούτε με την πώληση της δημόσιας περιουσίας, ούτε με το κούρεμα των ομολόγων των ασφαλιστικών ταμείων, εξεγέρθηκε και παρενέβη με άρθρο του στο οποίο κατήγγελε την απώλεια εθνικής κυριαρχίας, φοβούμενος ότι με τους νέους επιτρόπους τα παράλογα δάνεια με τα οποία συντηρεί τον οργανισμό του θα μπορούσαν ξαφνικά να σταματήσουν.
Ο ίδιος και οι συνάδελφοί του όμως θα πρέπει να ένιωσαν καλύτερα όταν την παραμονή της πρωτοχρονιάς ο Αντώνης Σαμαράς υπέγραψε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία ανέβαλλε για 3η συνεχόμενη χρονιά τον ειδικό φόρο τηλεόρασης (20% επί της διαφημιστικής δαπάνης) χωρίς καμία αντίδραση από την πλευρά των δανειστών. Άλλωστε το τελευταίο Μνημόνιο δεν περιλαμβάνει τη ρητή δέσμευση της κυβέρνησης περί δημοπράτησης των δημοσίων συχνοτήτων, που προβλεπόταν στο Μνημόνιο ΙΙ.
Τα μεγαλύτερα ελληνικά ΜΜΕ έχουν ουσιαστικά καταρρεύσει και ζουν με δανεικά. Τα επιχειρηματικά τους μοντέλα δεν θα είχαν τύχη σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Εκεί, όποτε οι επιχειρήσεις αποτυγχάνουν, τα Μέσα κλείνουν ή πωλούνται, ανεξαρτήτως της ιστορίας τους.
Το σπάσιμο της αλυσίδας της διαπλοκής είναι κρίσιμο για την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι οι πολίτες θεωρούν τα ΜΜΕ το ίδιο διεφθαρμένα με τους πολιτικούς. Αυτοί που συνεχίζουν να χρησιμοποιούν την τηλεόραση ως αποκλειστικό μέσο ενημέρωσης ψηφίζουν διαφορετικά από αυτούς που τα τελευταία χρόνια απέκτησαν πρόσβαση στο διαδίκτυο.
Ας αφήσουμε λοιπόν τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους όπως ξεκίνησαν: εκτός νόμου. Ήρθε η ώρα να αναζητήσουμε ενημέρωση από νέα επιχειρηματικά μοντέλα. Να απαιτήσουμε πρωτίστως δημοσιογραφική δεοντολογία, εκτός από θέσεις εργασίας σε κατευθυνόμενα ΜΜΕ.
Advertisements