Η Δημητρούλα και ο Βαρβάτος, του Χ. Μίσσιου

Τρία χρόνια τώρα η Δημητρούλα είχε το πρωτάθλημα. Και βέβαια η λύπη και η στεναχώρια τους δεν θα ήταν τόσο μεγάλη, αν το έπαθλο της νίκης ήταν μόνο το μετάλλιο. Άλλωστε είναι φανερό πως για τη φιλοσοφία της παρέας αυτό θα ήταν μια σκέτη ματαιοδοξία, και όλοι τους θα προτιμούσαν τον περίπατο από το τρεχαλητό. Όμως στο έπαθλο ανήκε και ένα αθώο αρνί που θα θυσιαζόταν στη σούβλα από τον νικητή.

Την απόφαση να πάρει μέρος για πρώτη φορά στις γαϊδουρο-δρομίες η Δημητρούλα, ο Αρχιτέκτονας την πήρε κάτω από τις τρυφερές παροτρύνσεις της Ισμήνης και του Γεράσιμου, που λυπότανε το αρνί. Σιγά – σιγά έγινε σαν χρονιάτικο τάμα της παρέας, ο πρώτος κοινός σκοπός τους εδώ και πολλά χρόνια και ένιωθαν όλοι ωραία, μιας και ο δρόμος για τούτον το σκοπό ήταν γεμάτος ανιδιοτέλεια και αγάπη.

Ήτανε φυσικό λοιπόν η Δημητρούλα να έχει τους περισσότερους οπαδούς και τους πιο ενθουσιώδεις ανάμεσα στους πιτσιρικάδες και στους τρυφερούς ανθρώπους, αφού ήταν η μόνη που αγωνιζόταν να σώσει το αρνί απ’ το μαχαίρι.

Χρόνο με το χρόνο, αυτή η φαινομενικά αθώα αθλητική συνάντηση εξελίχθηκε όπως ήταν φυσικό στη σύγκρουση δύο διαφορετικών βιο-θεωριών όπως έλεγε και ο Μαοϊκός. Όπως και να ’χε το πράγμα πάντως, κανείς δεν βολευότανε με τη γνωστή φράση «κέρδισε ο καλύτερος».

Γιατί αυτό το «καλύτερος» έπαιρνε ευρύτερες διαστάσεις. Η νίκη ενίσχυε ή αποδυνάμωνε τα ερωτήματα του τύπου: Τι είναι καλύτερο να πιεις, μια άρπα κόλα ή να στύψεις και να πιεις δυο πορτοκάλια; Τα γαριδάκια είναι καλύτερα ή τα φρέσκα αμύγδαλα; Το φρέσκο γάλα ή το κονσερβοποιημένο; – και τέτοια.

Αλλά η σύγκρουση πήγαινε και σε άλλα ακόμα πιο χοντρά προβλήματα, όπως π.χ. τι είναι σωστότερο, να γίνει ξενοδοχείο το περιβόλι ή να παραμείνει περβόλι; Η βία είναι καλύτερη ή η κατανόηση και η αγάπη, και λοιπά.

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, αυτή η γαϊδουροδρομία ήταν μια σκληρή σύγκρουση μεταξύ συμφέροντος και αγάπης, μεταξύ τεχνητού και φυσικού, μεταξύ κέρδους και ανιδιοτέλειας.

Σάματις ήταν και καμιά γαϊδούρα με τη σημασία της λέξης η Δημητρούλα; Πιο πολύ μικρογραφία γαϊδούρας θα τη λέγαμε.
«Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε», απάντησε ο Αρχιτέκτονας στις ανησυχίες του Γιατρού. Είναι έξυπνη και κυρίως μαγική, μπορεί να τα καταφέρει. Θα συμβουλευτώ και το γερο-Νικολό.
«Σαν μουλάρι είναι ο κερατάς, τεράστιος», είπε ο Γιατρός.
«Δαβίδ και Γολιάθ», απάντησε ο αρχιτέκτονας. «Πάντα όμως υπάρχει ελπίδα για το καλό: ας κάνουμε θετικές σκέψεις.»
«Συν Αθηνά και χείρα κίνει», απάντησε ο Μαοϊκός που εμφανίστηκε μέσα από το σούρουπο.

Ούτε ο Μάγκας δεν τον πήρε χαμπάρι. Άσε που δεν τον γούσταρε και πολύ πολύ. Ως παιδί της φύσης, σε διάβαζε στο πι και φι και ήξερε τι σκατά και τι λουλούδια κουβαλάει μέσα του κανείς. Ένιωθε πως ο Μαοϊκός τον αγάπαγε όχι όπως οι άλλοι, μα σα να του έκανε χάρη, ως παραχώρηση ας πούμε, έτσι όπως οι πολιτικοί «θυσιάζονται» για να μας σώσουν. Αλλά είπαμε, ο Μαοϊκός ήθελε πολύ δρόμο ακόμα για να δεχθεί την πλάση τουλάχιστον σαν ίση του. Έκατσε, κοπάνησε το ρακί του Αρχιτέκτονα, γιατί βαριόταν να πάει να φέρει ποτήρι, διάλεξε τον καλύτερο μεζέ, έγλειψε τα δάχτυλά του και ρώτησε: «Τι θα κάνουμε μπροστά σ’ αυτή την ωμή ιμπεριαλιστική πρόκληση των πολυεθνικών; Θα το μάθατε, φαντάζομαι, πως ο Βαρβάτος ανήκει στην Άρπα Κόλα.»

Πριν προλάβει κανείς να απαντήσει στα λεγόμενά του, συνέχισε απτόητος να διατυπώνει μια σειρά προτάσεις, που ξεκίναγαν από το να αγοράσουμε κι εμείς έναν βαρβάτο γάιδαρο, πιο γερό και πιο δυνατό, μέχρι να κλέψουμε ή να δηλητηριάσουμε τον Βαρβάτο της Άρπα Κόλα.

Ο Αρχιτέκτονας σηκώθηκε, έφερε ποτήρι στον Μαοϊκό, του ’βαλε ρακί και του χαμογέλασε γλυκά, από κείνα τα χαμόγελα της ανείπωτης επιείκειας. Ο Μαοϊκός προσπάθησε να επιτεθεί στο χαμόγελό του: «Μη μου αρχίσεις πάλι μαλακίες, ότι η βία είναι μαμή της εξουσίας, ότι το δίκιο και το καλό, η συνείδηση, η τρυφερότητα και όλες αυτές οι αφηρημένες έννοιες είναι πιο αποτελεσματικός τρόπος για την ανατροπή του καπιταλισμού!»

      «Όσον αφορά τον καπιταλισμό, τον έχουμε γραμμένο στ’ αρχίδια μας, φιλαράκι, και όσο για την ανατροπή του, εγώ τον ανέτρεψα για πάρτη μου. Άμα γουστάρουν και οι άλλοι ας τον ανατρέψουν, είπε ο Γιατρός ήρεμα».

«Όχι μόνο ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, ο μοναδικός», απάντησε ο Αρχιτέκτονας, «αν κατάλαβες τι σου ’πε ο Γιατρός». Αλλά ο Μαοϊκός κουβάλαγε τόσο ρεαλισμό μέσα του, που ήταν σα φωτογραφία της στιγμής.

«Ο καπιταλισμός όμως χρησιμοποιεί ωμή βία. Ορίστε, πλήρωσε τριακόσια χιλιάρικα και σου ’φερε τον Βαρβάτο. Αυτή είναι η οδυνηρή πραγματικότητα. Εσύ τι θα κάνεις; Θα του στείλεις κύματα τρυφερότητας;»

Ο αρχιτέκτονας τον κοίταξε μια στιγμή έκπληκτος κι ύστερα τον αγκάλιασε και τον φίλησε. «Μου ’δωσες την ωραιότερη ιδέα. Τώρα είμαι σίγουρος πως και φέτος θα σώσουμε το αρνί».

Ο Μαοϊκός και ο Γιατρός τον κοίταξαν ερωτηματικά. Ο Αρχιτέκτονας έβαλε ρακί στο ποτήρι του, το κατέβασε, χαμογέλασε και λέει: «Θα αναρωτιέστε τι έπαθα. Ανάμεσα στις επαναστατικές μαλακίες που μας αράδιασε το φιλαράκι και που μας γέμισαν τοξίνες, μια φράση του πέρασε στην καρδιά μου και με φώτισε: «Και πώς θα νικήσεις τον Βαρβάτο; Θα του στείλεις κύματα τρυφερότητας;»

Αυτή η φράση με ξανάφερε στο σωστό μονοπάτι της σκέψης, εκείνο που απαγορεύει κάθε κακό προς επίτευξη του καλού. Φιλαράκια, εμείς μόνο μέσα από το δρόμο της αγάπης, της κατανόησης και του έρωτα μπορούμε, όχι να νικήσουμε κάποιον αντίπαλο, αλλά να υπερασπιστούμε την αθωότητα και τα τρυφερά μας συναισθήματα. Αν σ’ αυτή την προσπάθεια ταυτιστούμε με τον αντίπαλο στον τρόπο σκέψης και στη συμπεριφορά, τότε έστω και αν κερδίσουμε στο πεδίο της μάχης, οι χαμένοι είμαστε εμείς».

Χρόνης Μίσσιος, Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι, εκδ. Γράμματα (1996)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s