Ένα σκουπίδι στην άκρη της μικρής οθόνης (ένα ταξίδι πίσω στο 1998)

της κ.Λύδιας Δημοπούλου (δημοδιευμένο στο ΒΗΜΑ την 8/3/1998)

Ενα σκουπίδι στην άκρη της μικρής οθόνης

Άνθρωποι που ζούσαν στη σκιά της ζωής συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω να πρωταγωνιστούν σε ρόλους όπου κανένας σεναριογράφος δεν χρειάζεται να επέμβει. Η αλήθεια τους γίνεται θέαμα, προς άγραν τηλεθέασης. Οι ίδιοι, τραγικοί στην άγνοιά τους, υποκινούμενοι από ματαιοδοξία ή αφέλεια, χαμογελούν με ύφος σταρ. Το κοινό γελάει, χλευάζει ή χειροκροτεί.

Μπαίνοντας μέσα στο στούντιο «Αμαλία», κάπου στην οδό Δροσοπούλου, μία ώρα περίπου προτού ξεκινήσει η ζωντανή διαδικασία του «Αυτόφωρου», της εκπομπής του New Channel, έχει ήδη αρχίσει να εκτυλίσσεται η πρώτη σκηνή του δράματος· ενός δράματος του οποίου τα πρόσωπα, τραγικά εν αγνοία τους, περιμένουν στριμωγμένα στο σαλονάκι κάτω από το ψυχρό φως που εκπέμπουν οι λάμπες φθορισμού, έτοιμα για άλλο ένα τηλεοπτικό σόου· για μια παράσταση ύπαρξης και οντότητας.

Είναι εμφανές στο πρόσωπό τους, στο βλέμμα τους, ότι ζουν γι’ αυτό. Η ζωή τους φαίνεται να απέκτησε νόημα. Η «γυάλινη» δημοσιότητα, όσο εύθραυστη και αν είναι, τους δίνει μια λάμψη, απάλυνε το σκοτάδι της μίζερης αφάνειας και η προσδοκία κάτι άλλου, μεγαλύτερου, είναι η μόνη αμοιβή για τη συμμετοχή τους στην εκπομπή. Ο «πρόεδρος» κ.Πέτρος Λεωτσάκος κάθεται στον καναπέ. Δίπλα του η κυρία Εύα Ιμπραήμ, αστρολόγος – αριθμολόγος: «Εχω πάρει μαθήματα αστρολογίας στο Λονδίνο, έχω πάει και σε σχολή δημοσιογραφίας. Ασχολούμαι με τα ζώδια εδώ και 30 χρόνια, από τότε που ήμουν παιδάκι».Το διασκεδάζει πολύ που συμμετέχει στην εκπομπή. Οχι, δεν το κάνει για να αυξήσει την πελατεία της ως αστρολόγος ούτε 090 έχει ­ «δεν τη συμφέρει οικονομικά». Το κάνει «γιατί έχει κάποιες ιδέες και της δίνεται η ευκαιρία να τις πει στον κόσμο». Τι ιδέες, αλήθεια; Για τη Μακεδονία, που πρότεινε να πάρει το όνομα «Αλεξάνδρου Μακεδονία», και προβλέψεις όπως αυτή για το ελιξίριο της ζωής που είχε ανακοινώσει από την ΕΡΤ, το Κανάλι 5 και τον Antenna. Δίπλα της κάθεται ο κ. Αγαμέμνων, «ποιητής, λογοτέχνης, συγγραφέας». Κωνσταντίνος Οικονόμου είναι το όνομά του αλλά «Αγαμέμνων σήμερα» ονομάζεται και το λογοτεχνικό περιοδικό που εκδίδει και διευθύνει ο ίδιος. Φοράει δερμάτινα γάντια.«Ολα πρέπει να γίνονται κομψά, διακριτικά, με το γάντι» εξηγεί. Αλληγορική η σημασία του τηλεοπτικού φετίχ του ­ τα φοράει μόνο στην εκπομπή. Στα χέρια του κρατάει ένα ανοιχτό βιβλίο με σημειώσεις και υπογραμμίσεις. «Για να μη φλυαρώ ανοήτως, μελετώ». Προετοιμάζεται για μια διάλεξη (!) που θα δώσει με θέμα την ιστορία του θεάτρου (!).

«Ρεζίλι των σκυλιών!»

Πώς μπορεί ένας «διανοούμενος» (;) να συμμετέχει σε μια τέτοια εκπομπή; Δεν τον ενοχλούν τα δημοσιεύματα που μιλούν για trash TV, για σκουπίδια αισχίστου αισθητικού και όχι μόνον είδους; «Με ενοχλούν τα αρνητικά σχόλια. Θα ήθελα η εκπομπή μας να χειρίζεται θέματα επιστημονικά, επικαιρότητας, να μη δείχνουμε τα μπούτια, τα αίσχη του ανθρώπου που γελοιοποιείται». Θα ήθελε να φύγουν τα «παράσιτα», οι ομοφυλόφιλοι, οι ακραίες καταστάσεις γύρω από το ερωτικό, «να μη γινόμαστε ρεζίλι των σκυλιών». Αυτός όμως προσφέρει τον καλύτερο εαυτό του. Το τηλεφωνικό κέντρο σπάει, λέει, από τηλεθεατές που θέλουν να μιλήσουν με τον «κομψό κύριο Αγαμέμνονα». Πληρώνεται με τίποτα αυτή η ηδονή της δόξας;

Ο ιδρυτής του κόμματος του «Αυτοσεβασμού και της Αλήθειας» κ. Νίκος Αποστολάκης μόλις έχει μπει. Φοράει γύρω από τη μέση του, πάνω από το σακάκι του, μια φαρδιά χρυσοποίκιλτη ζώνη με εντυπωσιακή αγκράφα. Μεταφέρει μια πλαστική σακούλα. Βγάζει από μέσα ένα γαλάζιο μανδύα και ένα χαρτονένιο χρυσό καπέλο, δίκην μίτρας, που γράφει «Βασιλεύς Βασιλέων Κύριος των Κυρίων». Ντύνεται εκεί ενώπιον όλων, μεταμφιέζεται για τον ρόλο του. Συνταξιούχος, πρώην ταξιτζής, οικοδόμος, γεωργός, νυν«Προμήνυμα του Θεού», όπως αυτοχαρακτηρίζεται. Η προσπάθειά του να βρει σύντροφο ζωής στο «Χρυσό Κουφέτο» δεν απέδωσε. Τώρα προσπαθεί να «συμμορφώσει τον κόσμο, να τους κάνει να μετανοήσουν για να είναι έτοιμοι για τη Δευτέρα Παρουσία». Εύκολα βρίσκει κανείς δωρεάν βήμα για να κηρύσσει τον λόγο οποιουδήποτε θεού; Τώρα δεν χρειάζεται να κυκλοφορεί στους δρόμους της Αθήνας καβάλα πάνω σε ένα άλογο, όπως έκανε στο παρελθόν προεκλογικά. Η τηλεόραση σε φέρνει πιο κοντά στο «ποίμνιόν» σου.

Χαμηλών τόνων ο κύριος, νέος σχετικά στην ηλικία, περιμένει και αυτός το σήμα «εκκίνησης». Ονομάζεται Γιώργος Κοκκώνης. Εργάζεται σε μια εταιρεία απολυμάνσεων (!) στο Τμήμα Κοινωνικών Ερευνών (!) και είναι απόφοιτος επαγγελματικού λυκείου. Είχε τηλεφωνήσει μία φορά στην εκπομπή της Βίκυς Μιχαλονάκου «Στο Ερωτοδικείο» για να πει την άποψή του. Οι ιθύνοντες της εκπομπής θεώρησαν ότι έχει τα προσόντα να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Από εκεί μετακόμισε στο «Αυτόφωρο». Η τηλεοπτική θητεία του διαρκεί ενάμιση χρόνο περίπου. Τι του προσφέρει η εκπομπή; Του δίνεται η ευκαιρία να «κονταροχτυπιέται με το κακό, με την παρανοϊκή κουλτούρα της εποχής», διακηρύσσει με πάθος. Πιστεύει ότι είναι το καλύτερο μετερίζι να δώσει ένα «σωστό κοινωνικό μήνυμα,με σύνεση και αρχοντιά». Πώς νιώθει; «Σαν ένα κεράκι στην εκπομπή. Οποιος μπορεί, ας το δει».

Ο αρχισυντάκτης της εκπομπής Βαγγέλης Ναούμης μάς συστήνει την Έλενα Βασιλάκη: «Καλλιτέχνης. Τραγουδάει, χορεύει, απαγγέλλει ποιήματά της. Την προωθώ σε ρόλο συμπαρουσιάστριας» λέει εκείνος και αυτή μισοχαμογελάει ντροπαλά. Είναι κάποιας ηλικίας πια, οξυζεναρισμένη ξανθιά, με γαλάζιους πλαστικούς κρίκους στα αφτιά και πλεξιγκλάς δαχτυλίδια. Πού να ονειρευτεί τέτοια δόξα όταν ήταν ακόμη νέα και ­ πιθανώς ωραία!

Ένας γκριζομάλλης κύριος με κοστούμι και παπιγιόν πλησιάζει και αυτοσυστήνεται:«Τάσος Μίχας. Τραγουδιστής. Ετοιμάζω την πρώτη μου δισκογραφική δουλειά “Ληστεία,θα κάνω ληστεία”. Θα κυκλοφορήσει εντός των ημερών. Εχω εμφανισθεί “Στο Ερωτοδικείο” και σε άλλες εκπομπές, στο Mega, στο Κανάλι 5. Έρχομαι συχνά εδώ για να κάνω διαφήμιση στη δουλειά μου». Είναι σαφής και ειλικρινής. «Μπορώ να σας δώσω κάποιες φωτογραφίες μου να τις δημοσιεύσετε;» ρωτάει συνωμοτικά.

Φωνή προέδρου… οργή λαού

Η ώρα έναρξης της εκπομπής πλησιάζει. Επικρατεί κατάσταση πανικού. Φωνές, τηλέφωνα που χτυπούν, άνθρωποι που πηγαινοέρχονται. Πηγαίνουμε στον χώρο του μακιγιάζ. Σε ξεχωριστό καμαρίνι βρίσκονται οι παρουσιαστές – σταρ της εκπομπής: ο κ. Λεωτσάκος και η συμπαρουσιάστριά του Πέπη Τσεσμελή. Από ένα σάκο η Πέπη βγάζει ένα μπλουζάκι πλεκτό, διαφανές. «Δεν έχεις κάτι άλλο; Αυτό το έχεις ξαναφορέσει» της λέει με όχι και τόσο ήρεμη φωνή ο αρχισυντάκτης. Η πίεση χρόνου και η έλλειψη μέσων δημιουργούν ένταση. Η Πέπη φοράει ένα λίαν εφαρμοστό μαύρο ελαστικό μπλουζάκι που αποκαλύπτει και τονίζει τις πληθωρικές καμπύλες του μπούστου της. Η φούστα μαύρη δερμάτινη, τόσο κοντή ώστε να αποκαλύπτει πολλά. Χτενίζει μόνη της τα μαλλιά της και βάφει με έντονο κόκκινο κραγιόν τα χείλη της. Καθρεφτίζεται μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη και ο ναρκισσισμός αντανακλάται μέσα από τα μάτια της στην επιφάνειά του. Κάποιος από τους συντελεστές τής δείχνει την ημίγυμνη, με προκλητική πόζα, φωτογραφία της σε μηνιαίο περιοδικό που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Ναι, είναι πλέον σταρ.

Ο «πρόεδρος» είναι έτοιμος. Ο αρχισυντάκτης τού δίνει ένα παπιγιόν να φορέσει αντί για τη γραβάτα του. «Τη γραβάτα θα τη φορέσεις μετά το break» του λέει. Η Πέπη προσπαθεί να του δέσει το παπιγιόν. Μαζί γνωρίστηκαν κατευθείαν στο πλατό στην πρώτη εκπομπή. Το βάπτισμα το πήρε η Πέπη ξαφνικά, με ένα σπρώξιμο του αρχισυντάκτη στο πλατό. Δεν ήξερε καν τι θα κάνει, τι θα πει. «Γι’ αυτό πήγαμε καλά» λέει. «Επειδή δεν ήταν στημένα».Το παιχνίδι με τα media αρχίζει και της αρέσει. Το απολαμβάνει. «Καμιά φορά όμως είναι και κακοί μαζί μου» θυμώνει αναφερόμενη στα δυσφημιστικά δημοσιεύματα σχετικά με την προσωπική ζωή της. «Ευτυχώς υπάρχουν οι νόμοι και τα δικαστήρια» παρηγορείται υπονοώντας ότι θα προσφύγει σε αυτά. «Προσπαθούν να μου κάνουν κακό στη δουλειά μου τώρα που κάνω τα πρώτα μου βήματα και βλέπουν ότι τα καταφέρνω» διαμαρτύρεται. Για ηθοποιός πήγαινε η Πέπη αλλά προέκυψε η τηλεόραση. Ναι, της αρέσει πολύ.

Εκείνη τη στιγμή ο «πρόεδρος» ­ έτσι τον αποκαλούν όλοι ­ βγάζει από την τσέπη του ένα φάκελο. Περιέχει το κατηγορητήριο του εισηγητή προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς κ. Γεράσιμου Γεωργάτου. Ο κ. Λεωτσάκος κατηγορείται ότι παρουσιάζει τηλεοπτικά προγράμματα τα οποία «ευτελίζουν, διασύρουν και διακωμωδούν βασικούς θεσμούς της συντεταγμένης εθνικής ζωής μας», γεγονός που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 45 και 64 του ΝΔ 3026/54, όπως αναγιγνώσκει με τη βροντώδη φωνή του, εμφανώς εξοργισμένος. Καλείται λοιπόν να απολογηθεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Στο ερώτημα τι θα επέλεγε από τα δύο, την τηλεόραση ή τη δικηγορία, είναι κατηγορηματικός: «Την τηλεόραση, για πολλούς λόγους: για να διαπιστωθεί στα ευρωπαϊκά δικαστήρια ότι υπάρχει μίσος και φθόνος και δεν διαπράττω κανένα αδίκημα. Θέλω να δείξω πόσο μικροπρεπείς, φθονεροί και σκουλήκια είναι όλοι αυτοί που θαμπώνονται από τη λάμψη μου. Επειτα η τηλεόραση με φέρνει πολύ πιο κοντά στον κόσμο και επιπλέον ικανοποιώ ένα μεράκι μου το οποίο έχω από μικρόπαιδί». Η τηλεόραση είναι «το πάθος του, η ύπαρξή του, το alter ego του». Από φοιτητής συμμετείχε σε τηλεπαιχνίδια και αργότερα στο πολιτικό Κανάλι 40 επί πέντε χρόνια είχε κάνει πολλές εκπομπές. Του έχουν προτείνει μάλιστα, λέει, να εμφανισθεί και σε θέατρο. Διαθέτει άλλωστε και την απαραίτητη παιδεία αφού έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής στον Πειραϊκό Σύνδεσμο.

Πάντως η διασημότητα δεν τον άλλαξε καθόλου, επισημαίνει. Εξακολουθεί να ψωνίζει από τη λαϊκή της γειτονιάς του στην προσφυγική συνοικία Νεάπολη Νικαίας. «Είμαι αντιστάρ,γιατί αλλιώς θα προέδιδα τις ιδέες με τις οποίες γαλουχήθηκα». Η φωνή του υψώνεται σε επικίνδυνα υψηλούς τόνους. Το πρόσωπό του γίνεται κατακόκκινο, σχεδόν πορφυρό, και στάζει πυκνές σταγόνες ιδρώτα. Το πάθος του μοιάζει να είναι ο δήμιός του. Ο ίδιος νιώθει δικαιωμένος από την επιτυχία του και το κανάλι του επίσης: το μερίδιο τηλεθέασης της εκπομπής είναι πενταπλάσιο και εξαπλάσιο του μέσου μεριδίου του σταθμού, σύμφωνα με τις μετρήσεις της AGB. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Η εμφάνιση ακραίων, περιθωριακών ανθρώπων όπως του «Μίστερ Εθνικά Μπούτια» και άλλων τινών δεν συνιστά παρά μία από τις καλύτερες των προθέσεων: την εναντίωση στον ρατσισμό, κατά τον κύριο Λεωτσάκο: «Υπάρχει δημοκρατία και εμείς δεν κλείνουμε την πόρτα. Δεν είμαστε ρατσιστές.Είναι πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Είναι μια αντανάκλαση της ελληνικής κοινωνίας».

Συν γυναιξί και γείτοσι

Αυτούς τους πολίτες αναζητούν οι υπεύθυνοι της παραγωγής της εκπομπής Λίζα Νικολούζου και Νικόλαος Σουλτάτος. Δε αποκαλύπτουν πού και πώς τους εντοπίζουν.«Αυτό είναι μυστικό της δουλειάς μας» εξηγεί η κυρία Νικολούζου. Πάντως δεν έρχονται μόνοι τους, κάποιοι μόνον ίσως. Και βεβαίως δεν πληρώνονται. Ούτε οι μόνιμοι, όπως ο κ.Γιώργος Καρτέρης, «ζωγράφος και ποιητής» το επάγγελμα, μαθητής, όπως ο ίδιος διατείνεται με επιμονή, του Γιάννη Τσαρούχη (!), ο Διονύσης ο έφηβος, «θεολόγος», ο Σπυρίδων Νάκος, «ιατρός και ιεραπόστολος», η Γεωργία Χατζηκωνσταντίνου, οικοκυρά. Ολοι σχεδόν έχουν τουλάχιστον δύο – τρεις ιδιότητες ο καθένας. Ξεχωρίζει μια όμορφη νεαρή κοπέλα με άψογο χτένισμα και μακιγιάζ. Είναι φοιτήτρια της Παιδαγωγικής και της αρέσει να συμμετέχει στην εκπομπή. Εχει πάει τρεις – τέσσερις φορές. «Κάτιδιαφορετικό γίνεται εδώ και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον» λέει. Είναι μόνον αυτό; «Με ενδιαφέρει και η τηλεόραση. Αν κάτι μου προτείνουν…». Περιμένει την ευκαιρία.

Η ώρα είναι 23.40 περίπου. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Η ένταση διάχυτη σε όλους. Είναι η αίσθηση της «ευθύνης» απέναντι στο κοινό τους; το «βάρος» της διασημότητας; Ολα τα έντυπα ασχολούνται μαζί τους. Δεν έχει καμία σημασία πώς ούτε γιατί.

Μπαίνοντας στο στούντιο η αίσθηση παρακμής σε τυλίγει πιο πνιγηρά από πριν. Εντονα χρώματα, κάποιες φθηνές καρέκλες. Η όποια ψευδαίσθηση γκλάμουρ εξαφανίζεται πίσω από τις κάμερες. Αναρωτιέσαι τι σχέση μπορεί να έχει η ατμόσφαιρα που θυμίζει Τρούμπα περασμένης εποχής ­ κινηματογραφικές μνήμες από την ασπρόμαυρη ταινία «Τα κόκκινα φανάρια» σε έγχρωμη εκδοχή ­ με τη σύγχρονη τηλεοπτική πραγματικότητα. Η αισθητική σου νιώθεις ότι βιάζεται. Στον ίδιο χώρο παραπεταμένο σε μια γωνιά το σιδερένιο μεγαλοπρεπές κρεβάτι με το κόκκινο σεντόνι, υπαινικτικό της ερωτικής αμαρτίας, μέρος του σκηνικού, σήμα κατατεθέν της εκπομπής «Στο Ερωτοδικείο». Ολοι κάθονται στη θέση τους. «Είμαστε στον αέρα!». Οι προβολείς φωτίζουν τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών. Η τελευταία πράξη του δράματος, μιας παράστασης που σε γεμίζει θλίψη εκ των προτέρων, ξεκινά.

Ο «πρόεδρος» προαναγγέλλει το θέμα της εκπομπής: ο έρωτας, η αγάπη, το σεξ, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, η άποψη της θρησκείας συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω! Όλοι θέλουν να μιλήσουν, όλοι έχουν άποψη και θέλουν να τη διατυπώσουν. Γι’ αυτό τους φώναξαν στην εκπομπή. Ακούγονται ως και εδάφια από την Καινή Διαθήκη. Η Πέπη με το μαστίγιο στο χέρι περιμένει από το ακουστικό τη φωνή του αρχισυντάκτη να της υπαγορεύσει άλλη μία ατάκα.

«Άλλο ουσία και άλλο συνουσία» διασαφηνίζει με λάγνα φωνή. Στον ρόλο της είναι καλή. Γι’ αυτήν ο αρχισυντάκτης επινόησε τις ατάκες για να έχει λόγο ύπαρξης η παρουσία της εκεί ­ εκτός από τον προφανή. Οι τηλεθεατές που τηλεφωνούν, ακόμη και γυναίκες, της εκφράζουν τον θαυμασμό τους· προς τα κάλλη της που ξεχειλίζουν καθώς κάθεται στην καρέκλα και το νάζι που στάζει από τα μάτια και τα χείλη της. Η ψευδαίσθηση της τηλεοπτικής κυριαρχίας της την ντύνει με ένα πέπλο κενής ματαιοδοξίας. Αλλο τηλεόραση και άλλο η εκτρωματική απομίμησή της.

Μια κυρία μέσης ηλικίας, με μια πλεκτή ζακέτα στους ώμους της, παρακολουθεί με προσοχή τα δρώμενα. Είναι η σύζυγος του κυρίου Λεωτσάκου Κούλα, παρούσα εκεί σε κάθε εκπομπή. Είναι αντιπρόσωπος κατεψυγμένων ειδών: χταπόδια, γαρίδες και άλλα συναφή. Αισθάνεται ευτυχής με την επιτυχία του συζύγου της. Και η τριαντάχρονη κόρη τους, παντρεμένη με παιδιά, παρακολουθεί τον πατέρα της από το σπίτι. Οχι, δεν την ενδιαφέρει να εμφανισθεί στο γυαλί. Σε μια διπλανή καρέκλα κάθεται μια γειτόνισσα της οικογενείας Λεωτσάκου, η κυρία Αγγελική Ηλιοπούλου. Της αρέσει να ακούει τον κ. Λεωτσάκο να αγορεύει από κοντά. Ερχεται στο στούντιο κάθε φορά. Εδώ είναι και ο σκηνοθέτης της εκπομπής «Φως στο τούνελ» της Αγγελικής Νικολούλη, Χρήστος Ακρίδας. Παρακολουθεί χαμογελώντας.

Ποίηση και βία

Η συζήτηση ζωηρεύει. Οι συμμετέχοντες θέλουν να πουν την άποψή τους. Φωνάζουν όλοι μαζί. Αδικα η Πέπη δείχνει κόκκινες κάρτες προσπαθώντας να τους επαναφέρει στην τάξη. Κάποια στιγμή κάποιος θυμώνει περισσότερο του επιτρεπτού ορίου. Σπρώχνει ξαφνικά με δύναμη την καρέκλα του μπροστινού του. Εκείνος πέφτει. Επικρατούν υστερία και πανικός. Γίνεται εκτάκτως διάλειμμα. Ο αρχισυντάκτης ωρύεται. Δίνει εντολή να βγουν από το στούντιο οι ταραχοποιοί. Εκείνοι αρνούνται. Πιάνονται στα χέρια. Τους ωθούν διά της βίας στην έξοδο. Ακούγεται μια φωνή: Καλέστε την Αμεσο Δράση. Αν κάποιος οπλοφορούσε, μπορεί να υπήρχαν και θύματα.

Σε λίγο όλα επανέρχονται στην προτέρα κατάσταση. Κοντεύει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ως επίλογο ο πρόεδρος απαγγέλλει ένα σονέτο του Γεράσιμου Μαρκορά. Ως και αυτός «συνελήφθη» και οδηγήθηκε στο «Αυτόφωρο».

Τα φώτα σβήνουν. Ο κ. Λεωτσάκος είναι κάθιδρος. «Θα μπορούσα να συνεχίσω ως τοπρωί» λέει. Η σύζυγός του τον πλησιάζει ικανοποιημένη. Στην έξοδο μας πλησιάζει ηΡένα Βασιλάκη, συμπαρουσιάστρια, μία εκ των τεσσάρων που παρουσίαζαν την εκπομπή«Ντάμες καρέ» στο Κανάλι 5, υποδεέστερη βεβαίως της Πέπης στην ιεραρχία. Τις χωρίζει το μίσος του ανταγωνισμού. Λίγο πριν αντήλλασσαν μισόλογα. «Να γράψετε κάτι καλό για μένα» παρακαλεί χαμογελώντας. Είναι σίγουρη ότι στις λίγες προτάσεις που είπε κατά τη διάρκεια της εκπομπής το ταλέντο της θριάμβευσε. Αλλωστε και το δικό της μπούστο είναι επίσης πληθωρικό, περισσότερο ίσως από αυτό της Πέπης.

Πηγή: tovima.gr/culture/article/?aid=96913