Αμερικανική παγκόσμια αντεπίθεση σε πολλαπλά μέτωπα

του Κώστα Ράπτη

Η αλλαγή της νομισματικής πολίτικης της fed, το χαμηλό ενεργειακό κόστος λόγω του shale gas και οι διπλωματικές πρωτοβουλίες ξαναδίνουν πλεονέκτημα στην Ουάσινγκτον

Οι ειδήσεις περί του θανάτου μου είναι κάπως υπερβολικές», είχε σχολιάσει με το αμίμητο χιούμορ του ο Αμερικανός συγγραφέας Μαρκ Τουέιν, όταν μια εφημερίδα της εποχής δημοσίευσε πρόωρα τον επικήδειο του. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για το «τέλος» της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στη διεθνή σκηνή – καθώς η αξιοπιστία των αναλύσεων σχετικά με την ανάδυση ενός «πολυπολικού κόσμου» τίθεται εν αμφιβάλω μπροστά σε μια σειρά εξελίξεων, είτε τρεχουσών είτε μεσοπρόθεσμων, που μάλλον θα αντιστοιχούσαν στην περιγραφή ενός «αμερικανικού comeback».

Αυτό είναι, άλλωστε, το κυριότερο γνώρισμα ενός πραγματικού ηγεμόνα: το να μπορεί να μετατρέπει την αδυναμία του σε δύναμη, μετακυλίοντας το κόστος στους επίδοξους ανταγωνιστές.

«Είναι δικό μας νόμισμα και δικό σας πρόβλημα», είχε χαρακτηριστικά αποφανθεί περί του δολαρίου ο υπουργός Οικονομικών του Ρίτσαρντ Νίξον, απευθυνόμενος στον Γάλλο ομόλογό του, πριν από τέσσερις δεκαετίες, όταν, δίνοντας τη χαριστική βολή στις συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς, η Αμερική μετέτρεψε τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική της αποδυνάμωση από την περιπέτεια του Βιετνάμ σε ξεκίνημα μιας νέας εποχής απορρύθμισης των αγορών και μεσουράνησης της Wall Street.

Με παραπλήσιο τρόπο θα μπορούσαν να εκφραστούν και οι σημερινοί ιθύνοντες της Ουάσινγκτον, καθώς η σταδιακή απόσυρση (tapering) της διευκολυνπκής νομισματικής πολιτικής που ακολουθούσε το προηγούμενο διάστημα η αμερικανική Κεντρική Τράπεζα έχει επιπτώσεις πολύ μεγαλύτερου ορίζοντα και από τους κλυδωνισμούς που ήδη γνωρίζουν οι αγορές, με αιχμή την προσπάθεια των πλέον εκτεθειμένων αναδυόμενων οικονομιών να υπερασπιστούν τη συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων τους.

Ευθυγράμμιση Ευρώπης – Ιαπωνίας
Οι επιπτώσεις της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής δεν περιορίζονται στη βίαιη προσγείωση των BRICS, αλλά συντελούν και στην «ευθυγράμμιση» των άλλων δύο πόλων του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, ήτοι της Ευρώπης και της Ιαπωνίας.

Ειδικότερα, η Γερμανία θα υποστεί (σε όχι μεγάλο βάθος χρόνου) διπλή πίεση, εφόσον οι εναλλακτικές προς την Ευρωζώνη αγορές δεν θα είναι στο ίδιο βαθμό ικανές να απορροφούν γερμανικές εξαγωγές, ενώ το αμερικανικό μήνυμα ότι θα πρέπει να περάσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού το βάρος της στήριξης του διεθνούς συστήματος με ρευστότητα αποκτά ενισχυμένη «πειστικότητα» στο φόντο του tapering. Αντίστοιχα, η Ιαπωνία, που δοκιμάζει από πέρυσι ένα πρόγραμμα ποσοτικής διευκόλυνσης τολμηρότερο του αμερικανικού, εμφανίζει πολύ μέτρια αποτελέσματα, με τον δομικό πληθωρισμό να περιορίζεται στο 0,8%, ενώ ο αποπληθωρισμός, που υπήρξε η σταθερά της ιαπωνικής οικονομίας επί δυο δεκαετίες, κινδυνεύει να προβάλλει ως διεθνής τάση.

«Ταχύτητα απόδρασης»
Σε αντίθεση προς την τύχη των ανταγωνιστών, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι οι αμερικανικοί ρυθμοί ανάπτυξης πλησιάζουν την «ταχύτητα απόδρασης» από την κρίση (κατά τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Τζακ Λιου, αναμένεται να φτάσουν φέτος το 3%, για πρώτη φορά μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers), γεγονός που θα επιταχύνει τη διαδικασία νομισματικής περιστολής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις λοιπές οικονομίες.

Πρόκειται, βέβαια, δεδομένης της αλληλεξάρτησης των οικονομιών και της συνεχιζόμενης απομόχλευσης των αμερικανικών νοικοκυριών, για μια διαδικασία με αντιφάσεις και ρίσκα. Ωστόσο, εκτυλίσσεται στο έδαφος μιας άλλης εξέλιξης, που έρχεται να προσφέρει στις ΗΠΑ μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η τεχνολογική επανάσταση στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων (υγροποίηση φυσικού αερίου, οριζόντια εξόρυξη, υδραυλική άντληση, «μη συμβατικό» πετρέλαιο και κυρίως το σχιστολιθικό αέριο) μετατρέπει τη Βόρεια Αμερική, τουλάχιστον για την επόμενη δεκαπενταετία, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, από εισαγωγέα σε αυτάρκη ενεργειακό παραγωγό. Οι αναμενόμενες για φέτος εισαγωγές πετρελαίου στις ΗΠΑ πρόκειται να είναι οι μικρότερες από το 1994…

Οι επιπτώσεις προφανείς: όχι μόνο στο γεωπολιτικό επίπεδο, όπου οι μεσανατολικές εξαρτήσεις της υπερδύναμης χαλαρώνουν και τα διαπραγματευτικά χαρτιά της Μόσχας μειώνονται, αλλά και στο καθαρά οικονομικό, καθώς το ενεργειακό κόστος που καταβάλλουν οι συμπαίκτες στη διεθνή οικονομική σκηνή (με πρώτη-πρώτη τη Γερμανία) είναι δυσανάλογα υψηλότερο.

Ήδη ο Φατίχ Μπιρόλ, επικεφαλής οικονομολόγος της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας, προειδοποίησε ότι το χάσμα στις τιμές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου απειλεί την ανταγωνιστικότητα των πλέον ενεργοβόρων ευρωπαϊκών κλάδων (χαλυβουργία, πετροχημικά κ.ο.κ.), όπου απασχολούνται 20 εκατ. άτομα, και θα συνεχίσει να μαστίζει την Ευρώπη για τα επόμενα 20 χρόνια.

Το ενεργειακό δέλεαρ για τον επαναπατρισμό των θέσεων εργασίας που έχασε η Αμερική την προηγούμενη εικοσαετία λόγω outsourcing είναι πλέον μεγάλο.

Αλλά και αντιστρόφως, οι κινήσεις της Ουάσινγκτον το τελευταίο διάστημα στη γεωπολιτική σκακιέρα τείνουν να ενισχύουν περαιτέρω το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ, βάζοντας τις προϋποθέσεις για μια νέα εποχή «πετρελαϊκής αφθονίας», που θα συμπιέσει το κόστος και θα «αφοπλίσει» δύστροπους συμπαίκτες – από την όλο και πιο ανεξέλεγκτη πολιτικά Σαουδική Αραβία μέχρι τη Ρωσία, η οποία δεν «βγαίνει» δημοσιονομικά με τιμές κάτω από 80 δολάρια ανά βαρέλι.

Ήδη η Τεχεράνη συνεργάζεται με τη Βαγδάτη για τη μεταφορά εμπειρίας ως προς την προσέλκυση ξένων επενδυτών – σε μια συγκυρία που η αναμενόμενη άρση των διεθνών κυρώσεων κατά του Ιράν προκαλεί ενθουσιασμό στις ξένες πετρελαϊκές εταιρείες. Οι δύο χώρες διαθέτουν σε συνδυασμό μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα από τη Σαουδική Αραβία, ενώ τυχόν ομαλή ενσωμάτωσή τους στη διεθνή ενεργειακή αγορά θα ακύρωνε την ικανότητα του Ριάντ να ηγεμονεύει στον OPEC. Μια αύξηση της διεθνούς παραγωγής κατά μόλις 1 εκατομμύριο βαρέλια θα μπορούσε, σύμφωνα με την Bank of America, να μειώσει την τιμή του πετρελαίου κατά 20 δολάρια ανά βαρέλι…

Η συμπίεση των Brics
Η Τουρκία αποτελεί, ως η έχουσα το μεγαλύτερο «άνοιγμα» στο ισοζύγιο πληρωμών και το πλέον ασταθές πολιτικό περιβάλλον, χαρακτηριστικό παράδειγμα, στον βαθμό που η θεαματική αύξηση επιτοκίων δεν είχε τις αναμενόμενες επιπτώσεις στη στήριξη της λίρας. Όμως, η αναταραχή αφορά πλέον πολύ μεγαλύτερα μεγέθη.

Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας δεσμεύτηκε να παρέμβει «απεριόριστα», αφότου το ρούβλι σημείωσε ιστορικό χαμηλό έναντι ενός καλαθιού νομισμάτων. Όμως, η λέξη «απεριόριστα» αποκτά σχετική σημασία, όταν η Ρωσία έχει ήδη καταναλώσει, για τον σκοπό αυτό, 7 δισ. δολ. από τα συναλλαγματικά της αποθέματα μόνο τον τελευταίο μήνα – επαναφέροντας στη μνήμη την κρίση του 1998, οπότε ξοδεύτηκαν 200 δισ. δολ. στην απέλπιδα προσπάθεια στήριξης του νομίσματος, με μόνο αποτέλεσμα τελικά τον βαρύτατο τραυματισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με τις εκροές κεφαλαίων να έχουν φτάσει ήδη εντός του 2012 τα 63 δισ. δολ. και τον πληθωρισμό να μην υποχωρεί, η Ρωσία ωθείται σε περιοριστικές επιλογές, που αναμφίβολα θα ανακόψουν τους ρυθμούς ανάπτυξής της. Στο ΔΝΤ δεν απέμεινε παρά να εκφωνήσει τον «επικήδειο», παρατηρώντας στην ετήσια έκθεσή του για τη ρωσική οικονομία ότι η Μόσχα άφησε αναξιοποίητη μία δεκαετία υψηλών τιμών των υδρογονανθράκων, χωρίς να διαφοροποιήσει την παραγωγική της βάση εγκαίρως.

Άλλα μέλη των πάλαι ποτέ πολλά υποσχόμενων BRICS δεν βρίσκονται σε καλύτερη θέση, ιδίως αν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι το αμερικανικό tapering συμπίπτει με περιοριστικές κινήσεις και υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης στην Κίνα. Σειρά χωρών που τρέφονταν από τη μέχρι τούδε απεριόριστη «δίψα» του ασιατικού γίγαντα για πρώτες ύλες θα δοκιμαστούν δεινά – αρχής γενομένης από τη Βραζιλία, η οποία κατευθύνει στην Κίνα το 20% των εξαγωγών της.

Το «θαύμα των BRICS» αποδεικνύεται εύθραυστο οικοδόμημα, στηριγμένο εν πολλοίς σε μια συγκυριακή ανατίμηση των εμπορευμάτων… Αλλά και πολιτικά, οι 5 χώρες που συνασπιζόμενες θα έδιναν τέλος στην αμερικανοκεντρική διεθνή οικονομική αρχιτεκτονική, εμφανίζονται ανίκανες να συντονιστούν, ώστε με αντισυμβατικές νομισματικές επιλογές να αποκρούσουν την επίθεση των αγορών. Αντιθέτως, καθεμία συσπειρώνεται σε μια μοναχική και με λίγες πιθανότητες επιτυχίας προσπάθεια υπεράσπισης των εθνικών της συμφερόντων.

Εκτεθειμένες
Οι αναδυόμενες αγορές είναι περισσότερο ευάλωτες απέναντι στο αμερικανικό tapering απ΄ ό,τι ήταν το 1998 απέναντι στον κίνδυνο μετάδοσης της ασιατικής κρίσης, προειδοποίησε σε έκθεσή της η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, επισημαίνοντας ότι η μεγαλύτερη ενσωμάτωση των εν λόγω χωρών στις διεθνείς αγορές χρέους τις αφήνει περισσότερο εκτεθειμένες στην προοπτική αύξησης του κόστους δανεισμού στη Δύση.

Επί μία πενταετία, οι πολιτικές «ποσοτικής διευκόλυνσης» των ΗΠΑ, της Βρετανίας και κατόπιν της Ιαπωνίας, μαζί με την οικοδόμηση τεράστιων συναλλαγματικών αποθεμάτων από την Κίνα, έριξαν τα πραγματικά επιτόκια κατά τουλάχιστον ψ 250 μονάδες βάσης και οδήγησαν τις επιχειρήσεις των αναδυόμενων οικονομιών σε πρωτοφανή επίπεδα μόχλευσης.

Τώρα, η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων, σε συγχρονισμό με την υποχώρηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, κινδυνεύει, σύμφωνα με την «κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών», να δημιουργήσει έναν αλληλοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο.

Το γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ προχώρησε την προηγούμενη εβδομάδα σε περαιτέρω περικοπή του προγράμματος αγοράς ομολόγων στα 65 δισ. δολάρια μηνιαίως, προσπερνώντας την αναταραχή που είχε ήδη στις αναδυόμενες αγορές η αρχική μείωσή του από τα 85 δισ. στα 75 δισ. τον Ιανουάριο, επαληθεύει την αρχή «δικό σας πρόβλημα» – όσο και αν υπαγορεύεται από μια αμυντική διάθεση προστασίας του δολαρίου και του χαμηλού κόστους δανεισμού του αμερικανικού Δημοσίου.

Στρατηγική αλληλοεξισορρόπησης
Η παρουσία των Αμερικανών υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας στο ετήσιο Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου το περασμένο Σαββατοκύριακο ήταν μια ευκαιρία να αναδειχθεί το γεγονός ότι η αμερικανική «αντεπίθεση» είναι και διπλωματική.

Ελάχιστους μήνες αφότου η Ουάσινγκτον κατέφευγε, προκειμένου να αποφύγει μια ανεπιθύμητη περιπέτεια στη Συρία, στο «σωσίβιο» που της έτεινε ο Βλαντίμιρ Πούτιν (ο ίδιος που μόλις την είχε ταπεινώσει στην υπόθεση Σνόουντεν), η υπερατλαντική υπερδύναμη μοιάζει να έχει ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της.

Αντί, όπως κάθε άλλη χρονιά, η Διάσκεψη του Μονάχου να αναλωθεί στην περιγραφή της «ιρανικής απειλής», η βαυαρική πρωτεύουσα είδε τον επικεφαλής του State Department να συνομιλεί με τον Ιρανό ομόλογό του, ενώ οι Γερμανοί οικοδεσπότες, συνήθως αποδέκτες της κατηγορίας ότι δεν συνεισφέρουν τα δέοντα στη συλλογική ασφάλεια, διαβεβαίωναν, διά στόματος του συνόλου της ηγεσίας τους, ότι προτίθενται να έχουν ενεργότερη εμπλοκή στο πλευρό των συμμάχων τους.

Παράλληλα η σχέση» Ρωσίας-αμερικανική αντιπροσωπία πλειοδότησε σε καταγγελίες του ρόλου της Ρωσίας στην ουκρανική κρίση, στέλνοντας στη Μόσχα το μήνυμα ότι η ρωσοαμερικανική συνεννόηση για τη Συρία δεν προεξοφλεί τίποτε για τα υπόλοιπα θέματα της βαρυφορτωμένης διμερούς ατζέντας.

Στην πραγματικότητα, σε τρία διαφορετικά καυτά μέτωπα του πλανήτη, η Ουάσινγκτον επιλέγει, χωρίς τις «αυτονόητες ταυτίσεις» του πρόσφατου παρελθόντος, μια πολιτική αλληλοεξισορρόπησης των «ζευγών» Γερμανίας-Ρωσίας, Ιράν – Σαουδικής Αραβίας και Κίνας-Ιαπωνίας, μέσα από την ελεγχόμενη καλλιέργεια των μεταξύ τους εντάσεων και την επακόλουθη ανάδειξη του αμερικανικού μεσολαβητικού ρόλου.

Ειδικότερα, σε σχέση με τη γηραιά ήπειρο, όπου οι αμερικανικές δυνατότητες παρέμβασης είχαν περιοριστεί λόγω της γερμανικής οικονομικής ηγεμονίας, της (αυτο)περιθωριοποίησης της Βρετανίας, της υποβάθμισης του Νότου και της ενσωμάτωσης της πάλαι ποτέ «Νέας Ευρώπης» στη σφαίρα επιρροής του Βερολίνου, οι πρόσφατες εξελίξεις δίνουν μια ενδιαφέρουσα δυνατότητα ανατροπήβ των συσχετισμών.

Η αντιπαράθεση για την Ουκρανία δηλητηριάζει την «ειδική σχέση» Ρωσίας-Γερμανίας, ενώ το Βερολίνο σταδιακά περιβάλλεται (είτε ως νατοϊκός σύμμαχος είτε ως συνομιλητής για τη Διατλαντική Συμφωνία Συναλλαγών) από ένα «δίχτυ» που προσεκτικά υφαίνεται στην Ουάσινγκτον.

*Αναδημοσίευση από το Κεφάλαιο της 8ης Φεβρουαρίου

Πηγή