Το τραγούδι της πρώιμης εφηβείας (μου)

του Βασίλη Λουλέ

 

Για άλλο τραγούδι ήθελα να γράψω –για μια μπαλάντα αποχαιρετισμού- αλλά αλλιώς ήρθαν τα πράγματα με τον θάνατο της Τζένης Βάνου. Ήταν για μένα ταυτισμένη πάντα μ’ αυτό το τραγούδι της. «Σ’ αγαπώ».

«Ο ήλιος βγαίνει μέσ’ τα μάτια σου
λάμπουν στα μάτια σου τ’ αστέρια…»

Το θυμάμαι από παιδάκι ακόμα, από το ’69-’70, να το τραγουδάνε φίλοι των γονιών μου στις καλοκαιρινές ταβέρνες των Τρικάλων, στα πούλμαν που μας πήγαιναν κάθε Κυριακή στον Πλαταμώνα για μπάνια, στην ταβέρνα απέναντι από το σπίτι μας, να το βάζουν και να το ξαναβάζουν στα τζουκ-μποξ. Το τραγούδαγε η μάνα μου, το άκουγα στο γήπεδο τις Κυριακές από τα τρανζιστοράκια, το άκουσα μια φορά να το τραγουδάει ένας παπάς στο δρόμο –κι έπαθα σοκ!

Όλοι έμοιαζε να τραγουδάνε αυτό το «Σ’ αγαπώ» και μόνον εγώ δεν το τραγούδαγα τότε. Άκουγα τους άλλους, τους μεγάλους, να το ψιθυρίζουν ή να το φωνάζουν, κι εγώ ένοιωθα μια γλυκειά αμηχανία. Δυό χρόνια μικρότερος τότε απ’ ότι στη φωτογραφία, σα να ντρεπόμουνα να πιάσω στα χείλη μου κάτι που ακόμα δεν είχα νοιώσει, δεν είχα γευτεί. Ντρεπόμουνα (μήπως φοβόμουνα;) αυτό που ένοιωθα να ’ρχεται με ορμή όσο πλησίαζα στην εφηβεία.

Κι όμως, όταν τελικά ήρθε ο έρωτας στη ζωή μου άλλα τραγούδια τον έθρεψαν, τον ντάντεψαν, τον χάϊδεψαν, τον παρηγόρησαν, τον αποχαιρέτησαν, τον έκλαψαν. Τραγούδια ροκ και μπαλάντες της αμφισβήτησης που μας έκαναν να νοιώθουμε πολίτες του κόσμου, εμείς οι δειλοί ακόμα νεαροί της επαρχίας. Πότε-πότε τους έρωτές μας, τα ντέρτια μας και τις καψούρες μας τα συνόδευαν ρεμπέτικα του Τσιτσάνη -λόγω της Τρικαλινής του καταγωγής ίσως.

Το είχα ξεχασμένο αυτό το τραγούδι και στα φοιτητικά μου χρόνια. Rolling Stones, Bob Dylan, Doors, Led Zeppelin, Moody Blues φώτιζαν τις ερωτικές μας νύχτες.

Το συνάντησα μια φορά αναπάντεχα εκεί που δεν το περίμενα, σ’ έναν κόσμο που μόλις τότε άρχιζα να ψηλαφώ: βλέποντας το πολύ όμορφο φιλμ «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη (1984), με το κινηματογραφικό συνεργείο των στρατιωτών να γυρίζουν το video clip μιας όμορφης ξανθιάς που τραγούδαγε το «Σ’ αγαπώ» με φόντο τις αρχαιότητες της Αττικής -περίοδος χούντας. Όλα έμοιαζαν να ομορφαίνουν στη μουντή και άχαρη ζωή των ηρώων της ταινίας όταν τα άγγιζε αυτή η μουσική, που επανέρχεται ξανά και ξανά μέσα στο φιλμ. Σωστά, αυτό κάνει αυτό το τραγούδι: έτσι και το ακούσεις, δεν το χορταίνεις με τη μια φορά, επανέρχεται σαν έμμονη ιδέα, σε διαπερνάει.

«…και μέσ’ τα χέρια μου τα χέρια σου
δυο τρομαγμένα περιστέρια»

Αλλιώς αγαπάς, αλλιώς ερωτεύεσαι με το τραγούδι αυτό.

Είναι να απορείς πώς αυτή η φωνή, της Τζένης Βάνου, που τραγούδησε τόσο σπαρακτικά τον πόνο και το ναυάγιο του έρωτα, μπόρεσε να πει τόσο μοναδικά αυτό το δροσερό τραγούδι!

Ο Νίκος Φώσκολος -του οποίου τις ταινίες και τα πολυετή σήριαλ ουδέποτε εκτίμησα- μάς πρόσφερε με λίγους απλούς (σχεδόν απλοϊκούς) στίχους το μεγαλύτερό του δώρο: ένα τραγούδι που ταιριάζει στους έρωτες της πρώτης μας άνοιξης.

Έχει εκείνη την εφηβική αύρα που διαρκεί για λίγο στη ζωή μας, εκείνη τη λαχτάρα, την αναίτια μελαγχολία και τη συστολή μαζί, σε κείνον τον μοναδικό συνδυασμό, που χάνεται καθώς μεγαλώνουμε.

Και που σπάνια τον ξαναβρίσκουμε.

Κι αυτό το ανακάλυψα πολύ-πολύ-πολύ αργότερα, όταν ξαφνικά ήρθε και σφηνώθηκε και πάλι μέσα μου κάτι που έμοιαζε με εφηβικό έρωτα (και ξύπνησε  και πάλι το τραγούδι εκείνο της Τζένης Βάνου). Το ένοιωσα από την πρώτη στιγμή πως ήταν κάτι διαφορετικό αυτό που ήρθε. Και είχα πράγματι τη λαχτάρα της εφηβείας. Αλλά δεν ξέρω πόση από την τόλμη της είχα. Ούτε από τη συστολή της: αυτή που κάνει τα πράγματα να μαραζώνουν μέσα σου και να σαπίζουν αν είναι περισσότερη απ’ όση πρέπει, αλλά που τα κάνει και να διαρκούν και να στεριώνουν αν είναι τόση όση χρειάζεται. Ποτέ όμως δεν ξέρεις κάθε φορά ποιά είναι η σωστή δόση. Αχ, ποιά είναι η δόση της λαχτάρας, της τόλμης, της απερισκεψίας και της συστολής, που δεν μας τη λέει το τραγούδι;

Παιδί, στα Τρίκαλα, στο πούλμαν που μας πήγαινε για μπάνιο την Κυριακή κολλούσα το πρόσωπο στο τζάμι και ταξίδευα πέρα μακρυά για ώρες ακούγοντας το ραδιόφωνο να παίζει (ή έπαιζε μέσ’ το κεφάλι μου μονάχα;):

«…μιά λέξη σου μού δίνει τη ζωή
και μιά σου λέξη μού την παίρνει…».

«Τι σκέφτεσαι Λάκη;» με ρώταγε ο πατέρας μου από δίπλα. «Τίποτα μπαμπά, κοιτάω!» απαντούσα εγώ απότομα, ενοχικά –έλεγα ψέμματα, ναι σκεφτόμουν. Κι όμως, το “σκεφτόμουν” δεν είναι η κατάλληλη λέξη. Ένοιωθα. Κάτι παράξενο και αντιφατικό: τη λαχτάρα ενός έρωτα που ακόμα δεν είχε έρθει αλλά και την μελαγχολία, τη ματαίωση ενός πρόωρου τέλους.

Στο τζάμι διπλά είδωλα. Το παιδικό μου πρόσωπο με το τοπίο να φεύγει. Να κοιτάω μια το ένα, μια το άλλο. Κι ανάμεσα, να ’ρχονται φλασιές, φευγαλέες εικόνες, από το μέλλον. Προσπαθούσα με το δάχτυλο να τις ζωγραφίσω, να τις σχηματίζω, να τις προλάβω πριν χαθούν: χάδια ερωτικά, λόγια αγάπης διστακτικά, βλέμματα που μέσα τους χάνεται ο χρόνος, όρκοι πίστης, μια βαθειά συγγνώμη, ένα αντίο σ’ έναν νυχτερινό σταθμό λεωφορείου, ένα δάκρυ που έγινε μοναχικός λυγμός στα πίσω σκοτεινά καθίσματα· στιγμές που τρεμοσβύνουν «…σα να τις άγγιξαν θύελλες που έρχονται από το μέλλον βιαστικά» γράφει ο αγαπημένος Τάσος Λειβαδίτης.

Έτσι είναι πολλές φορές ο έρωτας: άλλοτε έρχεται από το μέλλον βιαστικά, κι άλλοτε, μέχρι να τον καταλάβεις είναι ήδη παρελθόν, απομακρύνεται. Απλώνεις το χέρι, σε ρυθμό ταινίας σε αργή κίνηση, να κρατήσεις κάτι. ‘Η να κρατηθείς.

«Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ
η αγάπη αυτή με πεθαίνει
Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ
η αγάπη αυτή μ’ ανασταίνει»

Πηγή

Advertisements