Πούτιν: Αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει. Δεν είμαστε μαλάκες

Του Κώστα Ράπτη

Ο μακαρίτης Παναγιώτης Κονδύλης είχε κάποτε παρατηρήσει ότι το αφήγημα του Ψυχρού Πολέμου θα έχανε πολλή από την αίγλη του αν η περιγραφή “ο καπιταλισμός νίκησε τον κομμουνισμό” αντικαθιστώνταν από την ακριβέστερη περιγραφή “η Αμερική νίκησε τη Ρωσία”…

Η παρατήρηση αυτή του Έλληνα φιλοσόφου φαντάζει απολύτως επίκαιρη σε μία συγκυρία κατά την οποία η αμερικανορωσική αντιπαράθεση, καίτοι δεν έχει πια γνωρίσματα ιδεολογικά παρά μόνον γεωπολιτικά, ξαναδίνει τον τόνο στη διεθνή σκηνή. Σε σημείο μάλιστα ώστε αναλυτές να χαρακτηρίζουν την μεταψυχροπολεμική εικοσαετία ως “απλή παρένθεση”.

Τον Ρώσο πρόεδρο Vladimir Putin θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει κυνικό, όχι όμως και ανορθολογικό. Μένει λοιπόν να ερμηνευθεί το ποιοί υπολογισμοί τον ώθησαν στο βήμα που δεν είχε αποτολμήσει ποτέ ως τώρα, ήτοι την de jure εδαφική επέκταση της Ρωσικής Ομοσπονδίας – όταν σε αντίστοιχα προηγούμενα του μετασοβιετικού χώρου (π.χ. την Αμπχαζία, τη Νότια Οσετία ή την Υπερδνειστερία, η οποία σε δημοψήφισμα το 2006 είχε επίσης επιλέξει την ένωση με τη Ρωσία) προτίμησε τη λογική των “γκρίζων ζωνών” και των “παγωμένων συγκρούσεων”.

Στην ομιλία του την Τρίτη ενώπιον των δύο σωμάτων του Ρωσικού Κοινοβουλίου (η οποία συγκεφαλαιώνει θέματα που ο Ρώσος πρόεδρος έχει ήδη αναπτύξει στην πολυσυζητημένη εισήγησή του στο Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο του 2007 και στην επιφυλλίδα του στους New York Times τον Σεπτέμβριο του 2013) ο Putin εκθέτει με μεγάλη ευκρίνεια τις απόψεις του: “Αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι αυτές οι ενέργειες [της Δύσης στην ουκρανική κρίση] στρέφονταν εναντίον της Ουκρανίας και της Ρωσίας και εναντίον της Ευρασιατικής ολοκλήρωσης. Και αυτό, ενώ η Ρωσία πασχίζει για διάλογο με τους εταίρους μας στη Δύση. Προτείνουμε διαρκώς συνεργασία σε όλα τα θέματα-κλειδιά, επιθυμούμε να ενδυναμώσουμε το επίπεδο της μεταξύ μας εμπιστοσύνης και να έχουμε σχέσεις ισότιμες, ανοιχτές και δίκαιες. Αλλά δεν είδαμε βήματα ανταπόκρισης”.

Επικαλούμενος το παράδειγμα του Κοσσυφοπεδίου και τη νομική επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν τότε οι ΗΠΑ (ότι δηλ. η άσκηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση μπορεί να αποτελεί παραβίαση του εθνικού δικαίου, αλλά όχι του διεθνούς), ο Putin κατηγόρησε τις χώρες της Δύσης “όχι απλώς για δύο μέτρα και σταθμά, αλλά για πρωτόγονο, ωμό κυνισμό”. Κυρίως, όμως, έκλεισε τους λογαριασμούς του με την προηγούμενη εικοσαετία απευθύνοντας ένα μήνυμα εκτός και ένα εντός του μετασοβιετικού χώρου. “Αφότου εξέλιπε ο διπολισμός στον πλανήτη” τόνισε “δεν υπάρχει πια σταθερότητα. Βασικοί διεθνείς θεσμοί αποδυναμώνονται, αντί να ενισχύονται.

Οι δυτικοί εταίροι μας, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ προτιμούν να μην καθοδηγούνται από το διεθνές δίκαιο στις πολιτικές επιλογές τους, αλλά από τον νόμο των όπλων. Έχουν φθάσει να πιστεύουν τόσο πολύ στην δική τους “αποκλειστικότητα” και “εξαίρεση”, ώστε να θεωρούν ότι μπορούν να αποφασίζουν τις τύχες όλου του κόσμου”.

Επιστρέφοντας δε κατά κάποιον τρόπο στη γνωστή παλαιότερη ρήση του ότι “η διάλυση της ΕΣΣΔ υπήρξε η μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του 20ού αιώνα, περιέγραψε το πώς “οι άνθρωποι κοιμήθηκαν σε άλλη χώρα το βράδυ και ξύπνησαν σε άλλη χώρα το πρωϊ”. Μολονότι μάλιστα δεν παρέλειψε να αναγνωρίσει τις δοκιμασίες των Ουκρανών, των Τατάρων (αλλά και των ίδιων των Ρώσων) κατά τη σταλινική εποχή, η νοσταλγία του για “τη μεγάλη χώρα που έπαψε να υπάρχει” (με κύρια ευθύνη, όπως είπε, της ίδιας της Ρωσίας) ήταν εμφανής. Και ενώ τόνισε ότι ο ίδιος παρέβλεψε συνειδητά στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας το ζήτημα της ακριβούς οριοθέτησης των χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων με την Ουκρανία, χάριν των “αδελφικών σχέσεων” με τη γειτονική χώρα, τώρα “που όλα έχουν ανατραπεί” στέλνει ένα μήνυμα σχεδόν τρομακτικό: ότι δηλ. το ρωσικό έθνος είναι “ίσως το μεγαλύτερο που μοιράζεται σε τόσα διαφορετικά κράτη”.

Προς τους λοιπούς πάλαι ποτέ πολίτες της ΕΣΣΔ ο Putin εμφανίζει τη χώρα του ως συνώνυμο της ευημερίας, επιδεικνύοντας “απόλυτη κατανόηση” για τους λόγους που έβγαλαν τους Ουκρανούς στους δρόμους μετά από δύο δεκαετίες κυριαρχίας των ολιγαρχών και υπενθυμίζοντας ότι το 12% του ουκρανικού ΑΕΠ οφείλεται στα εκατομμύρια των πολιτών που εργάζονται στη Ρωσία “όχι σε κάποια Silicon Valley, αλλά ως ημερήσιοι μετανάστες”¨…

Στην πραγματικότητα, το διάγγελμα του Putin μοιάζει να έλαβε τη μορφή του τη μέρα που ο μεταβατικός πρωθυπουργός της Ουκρανίας Arsenyi Yatseniuk έγινε δεκτός στον Λευκό Οίκο. Εφόσον η Ουάσιγκτον αυτοπαγιδεύθηκε χαράζοντας “κόκκινη γραμμή” σε ό,τι αφορά τη διαιώνιση και νομιμοποίηση της νέας εξουσίας του Κιέβου, η Μόσχα επίσης δεν είχε κανένα κίνητρο συναλλαγής και καμία δίοδο υποχώρησης ως προς την Κριμαία. Όσο για τον πρώτο γύρο των ευρω-αμερικανικών κυρώσεων ήταν τέτοιος που η ρωσική πλευρά μοιάζει σαν να προκαλεί τη Δύση να αναγνωρίσει δημοσίως ότι δεν είναι σε θέση να προχωρήσει σε δεύτερο και ισχυρότερο.

Φυσικά το ρίσκο είναι τεράστιο. Όμως αρκεί να παρατηρήσει κανείς ότι με ομόφωνο ψήφισμά τους τα μέλη του ρωσικού κοινοβουλίου ζητούν να συμπεριληφθούν και αυτά στις λίστες αξιωματούχων στους οποίους επιβλήθηκαν κυρώσεις – και επελέγησαν μάλλον με κριτήριο τις κατά καιρούς συνεντεύξεις τους στα μίντια…

Μπορούμε πάντοτε να θεωρήσουμε ότι ο Putin πλέον άγεται από ένα κύμα εθνικισμού που σαρώνει μετά την ουκρανική κρίση τους Ρώσους εντός και εκτός Ρωσίας – και εκτοξεύει τη δημοτικότητά του στις δημοσκοπήσεις.

Όμως κάτι τέτοιο, θα σήμαινε ότι υποτιμούμε την υλικότητα των ιδεολογιών και την συνοχή που προσφέρει αυτή τη στιγμή η “πατριωτική έξαρση” στο ρωσικό σύστημα. Κυρίως όμως θα σήμαινε ότι υποτιμούμε το πόσο ισχυρό νεύρο άγγιξε η εμφάνιση των ένοπλων ακροδεξιών στους δρόμους του Κιέβου – όταν το ιστορικό ίχνος των 25 εκατ. σοβιετικών νεκρών του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και η “αντιφασιστική νίκη στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο” αποτελούν το κυριότερο ιδεολογικό “τσιμέντο” της μετασοβιετικής Ρωσίας.