Ολυμπιακοί αγώνες 2004 – Η πικρή ιστορία του νεκρού Τσαλικίδη και του Αμερικάνου πράκτορα William Basil

 

 

ρεπορτάζ, έρευνα:         Άγγελος Πετρόπουλος, James Bamford


tsolakidis 

Το πρωινό της 9ης Μαρτίου 2005 ο Παναγιώτης Τσαλικίδης είχε προγραμματισμένο επαγγελματικό ραντεβού στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να επισκεφθεί τον αδελφό του στον Κολωνό και να πιουν μαζί τον πρωινό τους καφέ προτού ξεκινήσουν για τις υποχρεώσεις της ημέρας. Ομως μπαίνοντας στην πολυκατοικία της οδού Ευκλείδου ακούει τις φωνές της μητέρας τους. «Κατέβασέ τον, κατέβασέ τον κάτω».

Πριν προλάβει να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί μπαίνει στο διαμέρισμα και αντικρίζει τον 39χρονο αδελφό του Κώστα κρεμασμένο μπροστά από την πόρτα του μπάνιου. «Αμέσως πήρα τη γυναίκα μου να μου φέρει μια κάμερα υψηλής ευκρίνειας για να μπορέσω να τραβήξω άμεσα ορισμένες φωτογραφίες, γιατί δεν πίστεψα ότι ήταν αυτοκτονία», λέει σήμερα ο Παναγιώτης.

Δέκα χρόνια αργότερα, η οικογένεια Τσαλικίδη συνεχίζει να πιστεύει ότι ο θάνατος του 39χρονου τεχνικού της Vodafone επήλθε από την επέμβαση κάποιου τρίτου. Τα στοιχεία άλλωστε που συνέλεξαν έπειτα από κοπιώδεις προσπάθειες χρόνων, αλλά και οι έγγραφες παραδοχές πολλών από τους δικαστικούς παράγοντες που ασχολήθηκαν με την υπόθεση συνηγορούν ότι ο θάνατος του Κώστα Τσαλικίδη είναι απόλυτα συνδεδεμένος με τις υποκλοπές μέσω του δικτύου της Vodafone συνομιλιών κορυφαίων παραγόντων της κυβέρνησης Καραμανλή, συμπεριλαμβανομένου και του τότε πρωθυπουργού.

«Δεν είναι καθόλου εύκολο να μιλάς για μια τέτοια απώλεια», λέει η σύζυγος του Παναγιώτη, Ελένη, και τα μάτια της βουρκώνουν. «Αισθανόμαστε ακόμη και σήμερα κατά ένα τρόπο ένοχοι –χωρίς να φταίμε– που δεν πήραμε απάντηση. Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι κάποια στιγμή θα μιλήσουν».

Η «Κ» σε συνεργασία με τη διεθνή έκδοση «Intercept» και τον γνωστό δημοσιογράφο James Bamford έκανε μία πολύμηνη έρευνα σε Ελλάδα και ΗΠΑ και δημοσιεύει σήμερα για πρώτη φορά μαρτυρίες υψηλόβαθμων στελεχών αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών που συμμετείχαν ή έχουν γνώση της επιχείρησης υποκλοπών στην Ελλάδα.

Ακόμη, με την έρευνα αυτή η «Κ» φέρνει για πρώτη φορά στο φως αδημοσίευτα απόρρητα έγγραφα της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA) για το 2004 και τις υποκλοπές μέσα από αποκλειστική πρόσβαση στο αρχείο του πρώην αναλυτή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών Εντουαρντ Σνόουντεν.

Οι Ολυμπιακοί του 2004 στην Αθήνα επρόκειτο να είναι οι πρώτοι καλοκαιρινοί αγώνες μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η ανησυχία για την ασφάλεια αθλητών και επισκεπτών εκφραζόταν με δημοσιεύματα στο διεθνή Τύπο, αλλά και με συνεχείς οχλήσεις παραγόντων της αμερικανικής κυβέρνησης προς τους Έλληνες ομολόγους τους.

Όπως φαίνεται από τα αδημοσίευτα μέχρι σήμερα έγγραφα του αρχείου Σνόουντεν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ξεκίνησαν να καταστρώνουν τα επιχειρησιακά τους σχέδιά τουλάχιστον δύο χρόνια πριν. Σύμφωνα με ένα από τα έγγραφα αυτά, που δημοσιεύει για πρώτη φορά η «Κ» τουλάχιστον 4 στελέχη επεξεργάστηκαν τη στρατηγική συλλογής πληροφοριών της NSA για τους Ολυμπιακούς της Αθήνας ήδη από το 2002 και σε συνεργασία με άλλα τμήματα της υπηρεσίας σιγουρεύτηκαν ότι μία «αναλυτική επίθεση θα μπορέσει να υπάρξει και τα κοινωνικά δίκτυα των στόχων θα έχουν προκαθοριστεί».

«Παρόλο που ο πρώτος αγώνας δρόμου, η πρώτη βουτιά και η πρώτη κυβίστηση βρίσκονται ένα χρόνο μακριά, οι μυστικές υπηρεσίες βρίσκονται ήδη σε πλήρες στάδιο εκπαίδευσης για τους αγώνες», γράφει ο συντάκτης ενός άλλου απόρρητου εγγράφου της NSA με ημερομηνία 15 Αυγούστου 2003. «Στην πραγματικότητα η NSA προετοιμάζεται για τους Ολυμπιακούς του 2004 εδώ και καιρό αναμένοντας να παίξει έναν ακόμη μεγαλύτερο ρόλο από ότι σε προηγούμενους διεθνείς αγώνες».

Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, η συνεργασία αμερικανικών και ελληνικών μυστικών υπηρεσιών επρόκειτο να είναι εξαιρετικά στενή. «Η υπηρεσία ασφαλείας, την οποία θα υποστηρίξει η NSA είναι η ΕΥΠ», ενώ σε άλλο έγγραφο αναφέρεται ότι «η ύπαρξη αναλυτών των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών τόσο στην Αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα όσο και στην ΕΥΠ» αύξησε σημαντικά τις δυνατότητες και την ποιότητα συλλογής πληροφοριών.

Όμως παρά την αγαστή συνεργασία, αλλά και την παρουσία στελεχών της NSA μέσα στην ΕΥΠ το ένα αγκάθι που παρέμενε ανάμεσα στις ελληνικές και τις αμερικανικές αρχές την περίοδο πριν από τους Αγώνες ήταν η σχεδόν ανύπαρκτη τεχνική δυνατότητα των ελληνικών υπηρεσιών να παρακολουθήσουν ταυτόχρονα πολλούς αριθμούς τηλεφώνων, email και κάθε είδους ηλεκτρονικές επικοινωνίες υπόπτων, καθώς το μόνο που είχαν στη διάθεσή τους ήταν τα γνωστά «βαλιτσάκια» της ΕΥΠ για παρακολουθήσεις συνομιλιών από προκαθορισμένη απόσταση.

«Από την αμερικανική σκοπιά αυτό ήταν τρομακτικά πρωτόγονο», λέει ο πρώην αξιωματούχος της Αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Brady Kiesling, που παραιτήθηκε από τη θέση του λίγους μήνες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες διαμαρτυρόμενος για την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ.

Υπό το βάρος των αμερικανικών πιέσεων, η ηγεσία του υπουργείου Δημόσιας Τάξης επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ είχε καλέσει ήδη από τον Δεκέμβριο του 2003 εκπροσώπους των τριών εταιριών κινητής τηλεφωνίας της χώρας (Vodafone, Cosmote, Tim) σε σύσκεψη για να συζητήσουν πώς θα μπορέσουν να πραγματοποιήσουν νόμιμες συνακροάσεις. Ομως οι επικείμενες εκλογές του Μαρτίου εμπόδισαν την έκδοση του απαραίτητου –πολιτικά ευαίσθητου, όπως σημειώνουν πηγές της τότε ηγεσίας του υπουργείου– Προεδρικού Διατάγματος.

Ακόμη όμως και μετά την ανάληψη του υπουργείου από τον Γιώργο Βουλγαράκη της Ν.Δ., που σε αντίστοιχες συσκέψεις τον Απρίλιο του 2004 εξέφραζε την πεποίθηση ότι οι νόμιμες συνακροάσεις ήταν κάτι που «θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία μέσα σε μία εβδομάδα» από τις εταιρίες, μέχρι και το άναμμα της φλόγας στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας, νομικό πλαίσιο για νόμιμες συνακροάσεις δεν υπογράφηκε ποτέ πριν από τους Ολυμπιακούς.

Σε κάθε περίπτωση στις 4 Αυγούστου του 2004, μία σειρά εντολών έκτασης 6.500 γραμμών προστίθενται στον πηγαίο κώδικα του λειτουργικού συστήματος που χρησιμοποιούσε η Vodafone για να «τρέχει» το δίκτυό της. Κατασκευαστής του λειτουργικού, που χρησιμοποιούν και άλλες εταιρίες στον κόσμο, είναι η σουηδική εταιρία Ericsson. Με την προσθήκη των 6.500 γραμμών παράνομου λογισμικού ενεργοποιείται ένα από τα υποσυστήματα του λειτουργικού, το επονομαζόμενο Lawful Interception (Νόμιμη Συνακρόαση) που δίνει στις εταιρίες δυνατότητα νόμιμων συνακροάσεων. Το Lawful Interception που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκεται μεν στο δίκτυο της Vodafone αλλά είναι κλειδωμένο και μη αγορασμένο για χρήση από την Ericsson, με αυτή την ενέργεια ανοίγει μία γραμμή παρακολούθησης σειράς συνδρομητών της εταιρίας κρύβοντας όμως σχεδόν κάθε ίχνος αυτής της ενέργειας. Από εκεί, οι υποκλαπείσες συνομιλίες προωθούνται σε 14 κινητά τηλέφωνα-σκιές και πιθανότατα σε ηλεκτρονικούς καταγραφείς δεδομένων για αποθήκευση και επεξεργασία.

Πάνω από μία δεκαετία από εκείνη την ημέρα και για πρώτη φορά σήμερα, ένα εξαιρετικά υψηλόβαθμο πρώην στέλεχος των Αμερικανικών Μυστικών υπηρεσιών που ενεπλάκη στην υπόθεση υποκλοπών στην Ελλάδα το 2004 παραδέχεται χωρίς περιστροφές ότι η μυστική επιχείρηση έγινε από την Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA) και τουλάχιστον στην πρώτη φάση της είχε το πράσινο φως της ελληνικής κυβέρνησης:

«Οι Ελληνες υπέδειξαν δίκτυα τρομοκρατών, οπότε η NSA έβαλε αυτές τις “συσκευές” εκεί μέσα και είπε στους Έλληνες, “εντάξει, όταν τελειώσει θα το κλείσουμε”», παραδέχεται ο πρώην αξιωματούχος. «Ουσιαστικά οι “συσκευές” μπήκαν στο ελληνικό τηλεφωνικό δίκτυο με τη γνώση και την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης. Αυτή ήταν η βοήθεια για την ασφάλεια κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών».

Σύμφωνα με τα απόρρητα έγγραφα της NSA από το αρχείο Σνόουντεν που φέρνει σήμερα στο φως η «Κ», η κινητοποίηση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών ενόψει 2004 ήταν μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενο. «Ολόκληρη η κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ έχει έρθει κοντά σαν μία ομάδα για να παράσχει πληροφορίες τόσο στην αμερικανική όσο και στην ελληνική κυβέρνηση», αναφέρει έγγραφο της NSA μετά τους Ολυμπιακούς. «Μία ομάδα 10 αναλυτών της NSA θα φτάσει στην Ελλάδα 30-45 ημέρες πριν από τους Ολυμπιακούς», εξηγεί ένα άλλο έγγραφο ήδη από τον Αύγουστο του 2003. Λίγους μήνες αργότερα καταγράφεται υπερπροσφορά υποψηφίων «με εξαιρετικά προσόντα» για το ολυμπιακό ταξίδι στην Αθήνα.

Αυτό πιθανότατα εξηγείται από το γεγονός ότι οι 6.500 γραμμές κώδικα του παράνομου λογισμικού θεωρούνται ακόμη και σήμερα ένας πρωτόγνωρος τεχνολογικά και μεθοδολογικά «κοριός» που κατασκευάστηκε και χρησιμοποιήθηκε από ιδιαίτερα ικανούς χρήστες που είχαν βαθιές γνώσεις –μεταξύ άλλων– τόσο του δικτύου της Vodafone όσο και του πηγαίου κώδικα της Ericsson.

Σύμφωνα με απόρρητη αναφορά της NSA την οποία αποκαλύπτει σήμερα η «Κ», τέτοιες πληροφορίες υπήρχαν διαθέσιμες στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και είχαν μάλιστα συλλεγεί πριν από τους Αγώνες από την CIA «η οποία κατέγραψε τα ενεργά δίκτυα GSM στην Αθήνα». Η δε συλλογή πληροφοριών από την αμερικανική υπηρεσία συγκεκριμένα για το σύστημα Lawful Interception επιβεβαιώνεται και από μεταγενέστερη παρουσίαση της NSA με την ένδειξη «Ακρως Απόρρητο» που δημοσιεύει σήμερα η «Κ».

Μέσα στην παρουσίαση που τιτλοφορείται «Εκμετάλλευση ξένων συστημάτων νόμιμης συνακρόασης» σημειώνεται ότι η NSA μπορεί να αναγνωρίσει δεδομένα – «αποτυπώματα» από σχεδόν 60 εταιρίες, οι οποίες κατασκευάζουν και πωλούν το υποσύστημα νόμιμων συνακροάσεων, συμπεριλαμβανομένης και της Ericsson.

Στην ίδια παρουσίαση αναφέρεται ότι δύο εκ των «τρόπων πρόσβασης» στο Lawful Interception είναι οι δράσεις της «Ομάδας Επιχειρήσεων Ειδικά Προσαρμοσμένης Πρόσβασης» (Tailored Access Οperations – TAO) και της «Ομάδας Επιχειρήσεων Ειδικών Πηγών» (Special Source Operations – SSO). Η πρώτη δεν είναι άλλη από τους λεγόμενους «χάκερς» της NSA που ασχολούνται με κυβερνοεπιθέσεις και η δεύτερη είναι το τμήμα που συνεργάζεται με εταιρίες – παρόχους για να συλλέγει δεδομένα από τα δίκτυά τους.

Οπως αποκαλύπτει σήμερα η «Κ», τα έγγραφα της NSA επιβεβαιώνουν ότι ανάμεσα στην πολυπληθή αποστολή στελεχών των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στους Αγώνες της Αθήνας συμμετείχαν και οι δύο αυτές ομάδες, ενώ συγκεκριμένα η «Ομάδα Επιχειρήσεων Ειδικά Προσαρμοσμένης Πρόσβασης» (ΤΑΟ) –σύμφωνα με έκθεση της NSA του Οκτωβρίου του 2004– εκτέλεσε στην Αθήνα «Επιχειρήσεις Εκμετάλλευσης Δικτύων (CNE) κατά ελληνικών παρόχων επικοινωνίας».

Σύμφωνα με την αναφορά της Αρχής Προστασίας του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) το 2006 όμως, τουλάχιστον σε κάποιες από τις φάσεις της επιχείρησης υποκλοπών «κρίνεται απαραίτητη η συνδρομή στο εσωτερικό της Vodafone».

Κάτι τέτοιο, όπως φαίνεται από τα έγγραφα Σνόουντεν που δημοσιεύει σήμερα η «Κ» θα μπορούσε να είναι το έργο μιας άλλης υπηρεσίας και συγκεκριμένα της CIA. Μία ακόμη ομάδα που υπάγεται στην NSA είναι η Ομάδα Ειδικών Επιχειρήσεων Συλλογής (Special Collection Services -SCS), η οποία στελεχώνεται τόσο από μέλη της NSA όσο και της CIA. Η ομάδα αυτή, που στο εσωτερικό της υπηρεσίας αποκαλείται και «F6» όχι μόνο καταγράφεται στην παρουσίαση σαν ένας από τους τρόπους πρόσβασης στο υποσύστημα Lawful Interception, αλλά από προηγούμενες διαρροές εγγράφων της NSA γνωρίζουμε ότι κλιμάκιό της έχει μόνιμη έδρα στο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας στην Αθήνα.

Ακόμη, σύμφωνα με πρώην στέλεχος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών που ενεπλάκη στην υπόθεση των ελληνικών υποκλοπών η στρατολόγηση υπαλλήλων εταιριών τηλεπικοινωνιών από όλο τον κόσμο είναι μια συνηθισμένη διαδικασία για την οποία CIA και NSA συνεργάζονται. «Για παράδειγμα αν η NSA αποφασίσει ότι πρέπει να αποκτήσει πρόσβαση στο σύστημα του Υπουργείου Επικοινωνιών μιας ξένης χώρας, τότε η NSA και/ή η CIA θα συνεργαστούν για να βρούνε τον μηχανισμό που θα τους επιτρέψει να αντιγράψουν το μηχάνημα (switch) που θα πρέπει να ανταλλάξουν. Η CIA μετά θα πάει και θα βρει τον άνθρωπο που έχει πρόσβαση στο μηχάνημα, θα μπει μέσα και ουσιαστικά η CIA είναι αυτή που θα κάνει την επιχείρηση. Και μετά το αποτέλεσμα (την πρόσβαση) θα εκμεταλλευτεί η NSA», λέει το στέλεχος.

«Οι πληροφορίες από ανθρώπινες πηγές μπορούν καμιά φορά να παράσχουν τη φυσική πρόσβαση χωρίς την οποία δεν μπορείς να κάνεις παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών», επιβεβαιώνει και ο στρατηγός Μάικλ Χάυντεν, διευθυντής της NSA από το 1999 μέχρι το 2005, που σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δημοσιευμένα έγγραφα από το αρχείο Σνόουντεν έτρεχε το μεγαλύτερο πρόγραμμα παρακολουθήσεων χωρίς αντίστοιχα εντάλματα στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Σε ερώτηση για τον αν θυμάται το ελληνικό περιστατικό υποκλοπών απαντά κρυπτικά ότι «δεν είναι κάτι που μπορώ να συζητήσω».

William Basil – The “telephone man”

Σε αντίστοιχη ερώτηση προς τον Chris Inglis, υποδιευθυντή της NSA από το 2006 μέχρι το 2014, για το αν η υπηρεσία του αναμείχθηκε στις ελληνικές υποκλοπές ούτε αυτός προσφέρει άρνηση ή διάψευση. «Δεν θα μπορούσα να πω αν η NSA αναμείχθηκε σε αυτή ή σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που θα μπορούσε να είναι έργο μυστικών υπηρεσιών», λέει ο Inglis.

Ετσι το ερώτημα για το ποιος θα μπορούσε να έχει εκτελέσει την επιχείρηση των υποκλοπών παρέμενε για χρόνια αναπάντητο, μέχρι που ήρθε στο προσκήνιο το όνομα του William Basil.

Δύο μήνες προτού ξεκινήσουν οι υποκλοπές μία γυναίκα μπαίνει σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας στην Ακτή Μιαούλη και αγοράζει τέσσερα κινητά τηλέφωνα και αντίστοιχες κάρτες SIM. Όπως απέδειξε η συστηματική έρευνα της ΑΔΑΕ το 2011, εντός ολίγων εβδομάδων από τη στιγμή της αγοράς τους οι συνδέσεις αυτές θα χρησιμοποιούνταν ως τηλέφωνα-σκιές, στα οποία προωθούνταν οι συνομιλίες που υποκλέπτονταν από το δίκτυο της Vodafone, ενώ τουλάχιστον μία από αυτές θα χρησιμοποιούνταν κάποια στιγμή σε συσκευή της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα καλώντας το τηλεφωνικό κέντρο, το τηλέφωνο έκτακτης ανάγκης, τη φρουρά των πεζοναυτών και το γραφείο του FBI στο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας.

Οι συσκευές και οι συνδέσεις αυτές δε, σύμφωνα με μαρτυρία της υπεύθυνης του καταστήματος, αγοράστηκαν από τη σύζυγο του William Basil, ενός κατασκόπου της CIA με καταγωγή από την Κάρπαθο.

«Τον αποκαλούσαμε άνθρωπο των τηλεφώνων», λέει ένα πρώην στέλεχος της CIA που συνυπηρέτησε με τον Basil στην Αθήνα. «Το μόνο που κάναμε ήταν να αγοράζουμε «αναλώσιμα» τηλέφωνα».

Ο 65χρονος σήμερα William Basil γεννήθηκε στη Βαλτιμόρη τον Δεκέμβριο του 1950. Γιος του Γιώργου Βασιλιάδη, μετανάστη στην Αμερική από την Κάρπαθο, σε μικρή ηλικία θα δει τον πατέρα του να χωρίζει τη μητέρα του Madeleine.

Μαζί με την αδελφή του Μαρία θα ταξιδέψουν στο νησί της Δωδεκανήσου με την άγρια ομορφιά για τον δεύτερο γάμο του πατέρα τους. Στο Διαφάνι, την απομακρυσμένη παραλία στο βόρειο κομμάτι του νησιού, ο μικρός Μπίλλυ, θα φωτογραφηθεί πάνω σε ένα γαϊδουράκι δίπλα στην αδελφή του και τη νέα σύζυγο του πατέρα τους. Λίγους μήνες αφότου ξαναφύγει για την Αμερική, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η οικογένεια θα επιστρέψει για οριστική μετεγκατάσταση στην Κάρπαθο.

Σήμερα παιδικοί φίλοι από το νησί τον θυμούνται ακόμη. «Ήταν λίγο Αμερικανάκι», λέει ένας από αυτούς. «Ήμασταν μια μεγάλη παρέα παιδιών που κολυμπούσαμε όλη μέρα κάτω από τα σπίτια στο λιμάνι. Ο Μπίλλυ είχε ένα κανό, είχε πράγματα που τα άλλα παιδιά δεν είχαν».

Με τον ξάδελφό του Νίκο Κρητικό μεγάλωσαν μαζί στο ίδιο σπίτι. «Μας μεγάλωσε η θεία μου, η Μαριγούλα», λέει. «Είναι απίστευτα έξυπνος». Αλλά και ο συνταξιούχος δάσκαλος της Καρπάθου, θείος του Basil, Μανώλης Κρητικός τον θυμάται ως ένα ανήσυχο παιδί που παθιαζόταν με την ιστορία του νησιού και το χωριό του πατέρα του. «Του άρεσε πάντα να μιλάει με τους μεγαλύτερους. Αγαπούσε πολύ την Ελλάδα, και την Ολυμπο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο».

Λίγο μετά τη μετεγκατάσταση της οικογένειας στην Κάρπαθο, ο Μπίλλυ θα πάρει τον δρόμο για το σχολείο της Αμερικανικής Κοινότητας στην Αθήνα, από όπου θα αποφοιτήσει το 1968.

Στη συνέχεια, θα επιστρέψει στις ΗΠΑ, όπου θα καταταγεί στον αμερικανικό στρατό υπηρετώντας στην Αλάσκα. Το τέλος της θητείας του τον βρίσκει βοηθό σερίφη στην Βαλτιμόρη, ενώ για τις επόμενες δύο δεκαετίες θα εργαστεί στο Γραφείο Ασφαλείας της CIA σαν ειδικός στους ανιχνευτές ψεύδους. Ομως η δουλειά αυτή θα τον κουράσει. Με όπλο τη γνώση της ελληνικής γλώσσας o Basil κάνει αίτηση και γίνεται εύκολα δεκτός στον επιχειρησιακό βραχίονα της CIA καλυπτόμενος συχνά πίσω από διπλωματική ιδιότητα.

Σύντομα θα βρεθεί στη θέση του Γραμματέα της πρεσβείας στο κτίριο της οδού Βασιλίσσης Σοφίας στην Αθήνα. Στην πραγματικότητα είναι ειδικός σε θέματα τρομοκρατίας απασχολούμενος στον σταθμό της CIA που εδρεύει στον τελευταίο όροφο του κτιρίου.

«Δεν έκρυψε ποτέ τι δουλειά κάνει», λέει ο ξάδελφός του Νίκος Κρητικός που θεωρεί ότι ο Basil ήταν υπεύθυνος ασφαλείας της πρεσβείας. «Πολλές φορές στο τηλέφωνο μου έλεγε ότι είναι στη Μέση Ανατολή. Η δουλειά του ήταν να πιάνει το κλίμα αυτών των κοινωνιών και να γράφει αναφορές». Συνάδελφος στην πρεσβεία στην Αθήνα θυμάται τον Basil με αλεξίσφαιρο γιλέκο κάτω από το πουκάμισο, ένα πιστόλι 9 χιλιοστών δεμένο στη ζώνη του και ένα πάνοπλο αυτοκίνητο. Ανάμεσα στα καθήκοντά του φαίνεται να ήταν και η επαφή με τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας. «Ανέκαθεν συνεργαζόταν με την ελληνική αστυνομία, έκανε σεμινάρια σε Ελληνες αστυνομικούς. Από τα λεγόμενά του καταλάβαινα ότι είχε φίλους σε υψηλές θέσεις, γνωριζόταν με υπουργούς Εσωτερικών και υπουργούς Δημόσιας Τάξης», λέει ο εξάδελφός του.

Για έναν συνάδελφό του στον σταθμό της CIA στην Αθήνα όμως, το ταλέντο του Basil που ενδέχεται να έπαιξε ρόλο και στην υπόθεση των υποκλοπών, είναι άλλο: «Ηταν ο καλύτερος στρατολόγος που είχε ο σταθμός (της CIA)», λέει. «Θα μπορούσε να είχε αναλάβει να στρατολογήσει τον άνθρωπο που ήταν από μέσα».

Ο 39χρονος Κώστας Τσαλικίδης ήταν ένας μηχανικός με ευρείς ορίζοντες. Τις Κυριακές πήγαινε από νωρίς το πρωί στο Μοναστηράκι για να αναζητήσει «θησαυρούς» σε μικρά δισκάδικα. Τα Σαββατοκύριακα άλλοτε με την αρραβωνιαστικιά του κι άλλοτε με φίλους ταξίδευε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Τον τελευταίο καιρό έψαχνε στην Αθήνα για ένα καινούριο διαμέρισμα.

«Είχε βρει τη γυναίκα της ζωής του και σκόπευαν να παντρευτούν το καλοκαίρι του 2005», λέει ο αδελφός του, που όπως όλοι οι οικείοι του επιβεβαιώνουν στην «Κ» ότι ο Κώστας απείχε παρασάγγας από το προφίλ ανθρώπου που θα αποφάσιζε να αυτοκτονήσει. Την τελευταία χρονιά της ζωής του ως προϊστάμενος του τμήματος Σχεδίασης του Τομέα Δικτύου Μεταγωγής στη Vodafone είχε αναλάβει τον επανασχεδιασμό του δικτύου ενόψει Ολυμπιακών, αλλά και τη μετάβασή του στη γενιά 3G. Ο ίδιος, μεθοδικός όπως ήταν, κρατά αναλυτικές σημειώσεις σε μπλε τετράδια. «Fever -Πυρετό» γράφει σε ένα από αυτά κάποιες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, καθώς καταγράφει υπερφόρτωση σημείων του δικτύου.

«Είναι δεδομένο ότι κάτι βρήκε που οδήγησε στον θάνατό του», λέει σήμερα ο αδελφός του.

Ζήτημα ζωής ή θανάτου

Ενάμισι μήνα πριν o Τσαλικίδης βρεθεί κρεμασμένος στον Κολωνό, στις 24 Ιανουαρίου 2005, κάποιος επιχειρεί την εισαγωγή πρόσθετου παράνομου λογισμικού στο εσωτερικό του κέντρου της Vodafone MEAPA στην Παιανία. Μέσα σε λίγα λεπτά και μέχρι το επόμενο πρωί χιλιάδες συνδρομητές θα τηλεφωνούν παραπονούμενοι ότι το δίκτυο δεν στέλνει τα μηνύματά τους. Αμέσως χτυπά συναγερμός τόσο στη Vodafone όσο και στην προμηθεύτρια Ericsson, ενώ τεχνικοί στην Ελλάδα και το εξωτερικό προσπαθούν να ανακαλύψουν τι συμβαίνει.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 31 Ιανουαρίου, ο Τσαλικίδης υποβάλει την παραίτησή στους ανωτέρους του. Αυτοί τον πείθουν να πάρει άδεια από τις 2 έως τις 8 Φεβρουαρίου και να επιστρέψει κανονικά στην εργασία του, τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί ένας ικανός αντικαταστάτης. Λίγο πριν έχει εκμυστηρευτεί στην αρραβωνιαστικιά του -χωρίς να της εξηγήσει λεπτομέρειες- ότι φοβάται πως η εταιρία πρόκειται να κλείσει. Την ορκίζει να μην πει τίποτε πουθενά. Παράλληλα, της λέει ότι ο ίδιος πρέπει να φύγει από τη Vodafone, καθώς «είναι ζήτημα ζωής και θανάτου».

Την Παρασκευή 4 Μαρτίου μετά εβδομάδες ερευνών οι τεχνικοί της Ericsson ειδοποιούν τη Vodafone ότι έχουν εντοπίσει τα ίχνη παρείσακτου λογισμικού. Τη Δευτέρα 7 Μαρτίου στην Ericsson Σουηδίας ο κώδικας απομονώνεται, ενώ στα γραφεία της Vodafone στην Αθήνα ο Τσαλικίδης συμμετέχει σε κλειστές συσκέψεις, οπού η συζητήσεις είναι έντονες.

«Σε μία επίσκεψη αλλοδαπών προϊσταμένων του, του καταλογίστηκαν ευθύνες σχετικά με την εργασία του», καταθέτει η αρραβωνιαστικιά του. «Ακούστηκε μάλιστα ότι εκεί ελέχθη η φράση “πάρτε ένα κουβά σκατά και βάλτε τα κεφάλια σας μέσα”».

Την επόμενη ημέρα, ο CEO της Vodafone Ελλάδος Γιώργος Κορωνιάς δίνει εντολή να απομακρυνθεί το παράνομο λογισμικό από το δίκτυο της εταιρίας. Η μοναδική ευκαιρία της ελληνικής δημοκρατίας να συλλάβει επ’ αυτοφώρω τους υπαίτιους των υποκλοπών χάνεται για πάντα. Την ίδια μέρα ο Κώστας Τσαλικίδης μιλά για τελευταία φορά στο τηλέφωνο με την αρραβωνιαστικιά του. «Μου είπε ότι ανησυχούσε για τη μητέρα του που ανέβαζε υψηλό πυρετό. Πώς ένας άνθρωπος που ανησυχεί για την μητέρα του το βράδυ είναι δυνατόν να κρεμαστεί γνωρίζοντας ότι εκείνη θα τον βρει το πρωί», λέει στην κατάθεσή της. Έτσι και συμβαίνει.

Μία ημέρα μετά τον θάνατο του Τσαλικίδη, στις 10 Μαρτίου 2005, ο Γ. Κορωνιάς ζητεί από τον Γιάννη Αγγέλου, διευθυντή του πολιτικού γραφείου του τότε πρωθυπουργού συνάντηση με τον Κώστα Καραμανλή για θέμα υποκλοπών. Εν τη απουσία του πρωθυπουργού στη Μαδρίτη ο Αγγέλου κανονίζει συνάντηση παρουσία του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης Γ. Βουλγαράκη. Την ίδια ημέρα, εκδίδεται το μοναδικό πράγμα που έλειπε πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας για να μπορέσουν να γίνουν νόμιμες συνακροάσεις: το ΠΔ 47 του 2005 στο τεύχος της 10ης Μαρτίου 2005 της εφημερίδας της κυβέρνησης φέρει τις υπογραφές Βουλγαράκη, Λιάπη, Παπαληγούρα και Παυλόπουλου και αποτελεί έκτοτε το καθοριστικό έγγραφο που παρέχει νομική κάλυψη στις ελληνικές αρχές για να κάνουν νόμιμες παρακολουθήσεις μέσω των δικτύων εταιριών -παρόχων.

 

Η πολιτική «ταφόπλακα»

«Καμιά φορά υπάρχουν και συμπτώσεις», λέει κορυφαίος κυβερνητικός παράγοντας της κυβέρνησης Καραμανλή για την έκδοση του διατάγματος μια ημέρα μετά τον θάνατο Τσαλικίδη. Οταν η «Κ» θέτει υπόψιν του τη μαρτυρία πρώην αξιωματούχου των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών που ενεπλάκη στην επιχείρηση της Αθήνας και υποστηρίζει ότι οι υποκλοπές ξεκίνησαν «με τη γνώση και την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης» δεν σκέφτεται δεύτερη φορά την απάντηση: «Λογικό το βρίσκω, δεν μου προκαλεί καμία κατάπληξη», λέει.

Η ελληνική κυβέρνηση που είχε δώσει την άδειά της για να αρχίσουν οι υποκλοπές, δεν φρόντισε ποτέ να τελειώσουν, και η παγίδα για τους τρομοκράτες που εποφθαλμιούσαν την ασφάλεια των Αγώνων, έγινε ο λάκκος που έπεσε η ίδια.

Για ποιο λόγο συνέβη αυτό; Σύμφωνα με έγγραφο του αρχείου Σνόουντεν σε πολλές περιπτώσεις τα κοινά κλιμάκια CIA-NSA κατασκοπεύουν τις επικοινωνίες των ίδιων των χωρών που τους φιλοξενούν, καθώς «πολλές φορές γνωρίζουν απειλές τις οποίες για οποιοδήποτε λόγο είναι απρόθυμες να μοιραστούν».

Ενα πρώην στέλεχος της NSA με μεγάλη πείρα σε υποκλοπές δίνει τη δική του εξήγηση γι’ αυτό: «Ποτέ δεν το αφαιρούνε», λέει γελώντας. «Μόλις αποκτήσεις πρόσβαση, είσαι μέσα. Εχεις την ευκαιρία να βάλεις κοριούς, και αυτό είναι ευκαιρία».

Δύο εβδομάδες μετά τον θάνατο Τσαλικίδη, στην Αθήνα γίνεται η καθιερωμένη παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Αμέσως μετά, στο Μέγαρο Μαξίμου ο Κώστας Καραμανλής ζητά από τον Γιάννη Αγγέλου να ενημερώσει τον ίδιο και τον στενό κύκλο των συνεργατών του για το θέμα «Κορωνιά». Μία από τις προτάσεις που πέφτουν στο τραπέζι είναι το θέμα να θαφτεί. Σύμφωνα με πηγές του περιβάλλοντος Καραμανλή ο τότε πρωθυπουργός την απορρίπτει υπο τον φόβο μην αποκαλυφθεί κάπου παρακάτω.

Ταυτόχρονα, ο Basil φεύγει από την Αθήνα για το Σουδάν. Μετά μερικούς μήνες, στις 4 Αυγούστου του 2005 παίρνει βίζα από την ελληνική πρεσβεία στο Χαρτούμ και επιστρέφει στην Ελλάδα με διπλωματικό διαβατήριο που του παρέχει σίγουρη ασυλία.

Η υπόθεση Τσαλικίδη αφήνεται στην ΕΛ.ΑΣ. χωρίς να συσχετιστεί ή να ενημερωθεί η οικογένεια, ενώ οι παρακολουθήσεις των τηλεφώνων παραπέμπονται σε προκαταρκτική εξέταση από τον τότε προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και μετέπειτα υπουργό Δικαιοσύνης, κ. Παπαγγελόπουλο, αλλά και την ΕΥΠ. Η ΑΔΑΕ, που αποτελεί την αρμόδια ανεξάρτητη αρχή και το μόνο σώμα της ελληνικής δημοκρατίας τεχνικά και μεθοδολογικά ικανό –όπως θα φανεί αργότερα– να ερευνήσει το θέμα, δεν ειδοποιείται ποτέ ούτε από τη Vodafone, ούτε από το πρωθυπουργικό γραφείο.

Τον Φεβρουάριο του 2006, ο τότε υπουργός Επικρατείας Θ. Ρουσσόπουλος, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Γ. Βουλγαράκης και ο υπουργός Δικαιοσύνης Α. Παπαληγούρας ανακοινώνουν σε συνέντευξη τύπου ότι υπάρχει θέμα υποκλοπών, το οποίο εδώ και 11 μήνες ερευνάται εν κρυπτώ. Οι ανακοινώσεις δεν αποκαλύπτουν τίποτα χειροπιαστό. Το μόνο στοιχείο για την ταυτότητα των δραστών που διαφαίνεται είναι ότι τα τηλέφωνα-σκιές λειτουργούσαν σε μια περιοχή που εξυπηρετείται από τις κεραίες «Λυκαβητός», «πλατεία Μαβίλη», «πύργος Αθηνών» και «Λευκός Σταυρός». Το μυαλό όλων πάει στην Αμερικανική πρεσβεία που βρίσκεται στο κέντρο αυτής της περιοχής αλλά οι τρεις υπουργοί αρνούνται να σχολιάσουν. Σε μία από τις πιο δύσκολες στιγμές της συνέντευξης ο Γιώργος Βουλγαράκης εξαίρει την στάση του Γιώργου Κορωνιά, του ανθρώπου που αποφάσισε να αφαιρέσει το παράνομο λογισμικό από το δίκτυο της Vodafone αποκλείωντας ουσιαστικά την ανεύρεση των υπαιτίων καθώς όπως λέει ο Βουλγαράκης «θα μπορούσε να μην το πει καθόλου». Οι αντιδράσεις των δημοσιογράφων είναι σχεδόν οργισμένες και οι απορίες πολλές. Το όνομα Κώστας Τσαλικίδης δεν ακούγεται ποτέ στην συνέντευξη τύπου αλλά η είδηση ότι υπάρχει θάνατος που σχετίζεται με τις υποκλοπές εμφανίζεται μέσα σε λίγες ώρες στο διαδίκτυο.

Ο Παναγιώτης Τσαλικίδης, που έχει περάσει 11 μήνες αγωνίας και διαρκών αιτημάτων προς στην αστυνομία, που παραμένουν αναπάντητα, ακούει την είδηση στο ραδιόφωνο την ώρα που οδηγεί. «Μόλις άκουσα τις ημερομηνίες κατάλαβα αμέσως ότι ήταν άρρηκτα δεμένες με τον θάνατο του Κώστα», λέει σήμερα. Τις αμέσως επόμενες ημέρες πηγαίνει στην εισαγγελία για να ζητήσει τον φάκελο της υπόθεσης και τον βρίσκει κενό.

Έκτοτε και για μια δεκαετία η οικογένεια Τσαλικίδη τραβά τη δική της ανηφόρα, καθώς η υπόθεση πηγαίνει από εισαγγελέα σε εισαγγελέα –ηχηρά ονόματα του δικαστικού κλάδου– χωρίς αποτελέσματα και ενίοτε τίθεται στο αρχείο παρότι τα στοιχεία είναι πολλά και οι έρευνες σκανδαλωδώς ελλιπείς. «Αυτοί οι άνθρωποι χειρίστηκαν τον νεκρό σαν καρφίτσα στα άχυρα», λέει σήμερα η Ελένη Τσαλικίδη.

Το 2009 η οικογένεια προσλαμβάνει τον ειδικό ιατροδικαστή Steven B. Karch και πετυχαίνει την σταδιακή ανάσυρση της υπόθεσης με την βοήθεια της παρέμβασης του τότε επικεφαλής της επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής Μιλτιάδη Παπαϊωνου. Ο Karch πιστοποιεί ότι τα σημάδια στο σώμα του Κώστα δεν συνάδουν με αυτοκτονία. «Κάτι του έκαναν πριν», λέει ακόμη και σήμερα.

«Για να ξαναβγεί από το αρχείο η υπόθεση εμείς είχαμε ανέβει το Έβερεστ και το είχαμε κατέβει: αναγκαστήκαμε να μάθουμε και να πληρώνουμε– σε έναν βαθμό που δεν μας αναλογούσε – νομικά, ιατροδικαστικούς όρους, να στείλουμε σκληρούς δίσκους στο εξωτερικό, να κάνουμε έρευνες που θα υποχρέωναν τον επόμενο εισαγγελέα (να προχωρήσει)», λέει η Ελένη Τσαλικίδη. «Αισθανθήκαμε καθηλωμένοι. Όταν ένα παιδί μιας μέσης αστικής οικογένειας, από τον Κολωνό, βρίσκεται έτσι για μια τέτοια υπόθεση, τότε μπορεί να συμβεί στον καθένα».

Τα πράγματα φάνηκαν να παίρνουν νέα τροπή όταν την υπόθεση ανέλαβε ο ανακριτής κ. Δημήτρης Φούκας. Το 2014, τα πρώτα δημοσιεύματα για την έρευνά του μιλούσαν για κάποιον Αμερικανό πράκτορα, ο οποίος μπορεί και να γνωρίζει τι συνέβη με τις υποκλοπές. Την ίδια εποχή, σύμφωνα με καλά πληροφορημένη πηγή, ο Basil τηλεφωνεί στον γνωστό δικηγόρο Ηλία Αναγνωστόπουλο. Ο κ. Αναγνωστόπουλος συναντά κατ’ ιδίαν τον εισαγγελέα και του δηλώνει ότι πελάτης του προτίθεται να καταθέσει. «Αν υπάρχουν ερωτήματα, βεβαίως να δώσω απαντήσεις», έχει πει στον εντολέα του το πλέον συνταξιοδοτημένο στέλεχος της CIA που μετά την Αθήνα πήρε προαγωγή και βρέθηκε στη θέση του αναπληρωτή σταθμάρχη της CIA στο Ισλαμαμπάντ, ενώ πριν από την ολοκλήρωση της καριέρας του είχε επιστρέψει στις ΗΠΑ ως Διευθυντής Ανθωπίνων Πόρων του κέντρου Αντιτρομοκρατίας της υπηρεσίας. Όμως η πρόθεση του Basil καθώς και το όνομά του διαρρέουν στον ελληνικό Τύπο. Ο ίδιος θορυβημένος τηλεφωνεί για τελευταία φορά στον κ. Αναγνωστόπουλο και του λέει να παρατήσει την υπόθεση.

Στο διώροφο σπίτι της οικογένειάς του στο Διαφάνι Καρπάθου οι εργασίες σταματούν. Κάποια οικοδομικά υλικά και μία πετονιέρα παραμένουν μέχρι σήμερα αχρησιμοποίητα στη μικρή βεράντα. «Ήθελε να έρθει εδώ μετά τη σύνταξή του, να ησυχάσει», λέει ο ξαδελφός του Νίκος Κρητικός. Όταν ερωτάται αν θεωρεί ότι ο Basil μπορεί να είναι υπεύθυνος για τις υποκλοπές το αρνείται. «Δεν υπάρχει περίπτωση να έκανε αυτά που λένε», λέει ο Κρητικός. «Επειδή γνωρίζουν πόσο αγαπά την Ελλάδα αν ήταν να κάνουν κάτι τέτοιο (υποκλοπές) θα στέλνανε κάποιον άλλον. Με τίποτα δεν το έκανε. Είναι γνωστό ότι είναι πρώτα και κύρια Ελληνας πατριώτης».

Η «Κ» αναζήτησε τον Basil μέσω συγγενών και φίλων τόσο στην Ελλάδα όσο και στις ΗΠΑ χωρίς να σταθεί δυνατόν να τον εντοπίσει. Στο σπίτι της οικογένειας στην Καλλίπολη του Πειραιά η αδελφή της γυναίκας του αρνήθηκε κι εκείνη να μιλήσει. Οι τελευταίες φωτογραφίες του στην Αθήνα είναι από το γάμο της κόρης του στην Γλυφάδα το 2013, ενώ μετά τις διαρροές στον τύπο το 2014 κάποιος ανέβασε σε προφίλ που φέρει το όνομά William Basil στο Facebook φωτογραφία των παιδιών του και μίας γυναίκας στο Λυκαβητό, στην οποία απεικονίζεται και ένας άνδρας με γενιάδα και χωρίς ευανάγνωστα λοιπά χαρακτηριστικά, για τον οποίον τα χιουμοριστικά σχόλια κάτω από την φωτογραφία υπονοούν ότι είναι ο Basil ματαμφιεσμένος.

Τον περασμένο Φεβρουάριο ο κ. Φούκας εκδίδει ένταλμα σύλληψης εναντίον του για κατασκοπεία και παραβίαση απορρήτου των επικοινωνιών, δεχόμενος ότι η σύζυγός του αγόρασε τα τηλέφωνα-σκιές από την Ακτη Μιαούλη «κατ’ εντολή του». Συντάσσει μάλιστα αναφορά – κάτι που νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι δεν συνηθίζεται σε αυτό το στάδιο. Μέσα στο έγγραφο, από το οποίο παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά στον θάνατο Τσαλικίδη, και ύστερα από απόφαση και των ανωτέρων του, συγχωνεύει την υπόθεση των υποκλοπών με διάφορες άλλες υποθέσεις που αφορούν στελέχη της ΕΥΠ ακόμη και με την περιώνυμη υπόθεση απόπειρας δολοφονίας Καραμανλή. Οι υποθέσεις δεν συνδέονται στο έγγραφο, απλά παρατίθενται η μία μετά την άλλη.

Ο ίδιος ο κ. Φούκας πάντως θεωρεί ότι το πιο δύσκολο κομμάτι της υπόθεσης που χειρίζεται είναι «να ξεχωρίσει κανείς που αρχίζει το ποινικό και που σταματά το πολιτικό».

Από την πλευρά της, η οικογένεια Τσαλικίδη, μακριά από πολιτικά παιχνίδια, επιμένει στα πραγματικά ερωτήματα που βασανίζουν ακόμη και σήμερα τον νεκρό της.

«Ο ίδιος ο πρωθυπουργός υποτίθεται ότι παρακολουθείτο, δεν θα έπρεπε να έχει σαφείς απαντήσεις σε ένα εύλογο διάστημα; Δεν απόρησε τι γίνεται;», αναρωτιέται σήμερα η Ελένη Τσαλικίδη. «Δέκα χρόνια τραβάς αυτή την υπόθεση ουσιαστικά γιατί δεν θες να αποδώσεις ευθύνες σε κανέναν. Σε ένα εύλογο σύστημα κατ’ αρχήν πολιτικό και κατόπιν δικονομικό αυτά όλα θα είχαν απαντηθεί. Περαιτέρω εξευτελισμός από αυτόν που βιώσαμε 10 χρόνια δεν υπάρχει. Η (πολιτική) φύση αυτής της υπόθεσης αποτέλεσε και την ταφόπλακα του θαψίματός της».

Tags: Παναγιώτης Τσαλικίδης, Vodafone, William Basil, NSA, CIA, wiretapping, Athens Olympics, 2004, Σνόουντεν, Snowden, Ericsson

sources

The Intercept

Kathimerini