Το Facebook σε ακολουθεί

Της Megan McArdle / Bloomberg View

Τα ξέρατε, έτσι δεν είναι;

Πώς αλλιώς θα ήξερε το Facebook να σερβίρει αυτό το βίντεο με το πάντα κατευθείαν στο newsfeed σας και να αφήνει το ξέσπασμα λογοδιάρροιας του ανενημέρωτου συμφοιτητή σας κατά των εμπορικών συμφωνιών τής Pacific στα σκοτεινά σπλάχνα των servers του; Πώς αλλιώς θα ήξερε να σας βομβαρδίζει με 7.000 αγγελίες για νυφικά την ημέρα ακριβώς που ανακοινώνετε τον αρραβώνα σας; Πώς, φίλοι μου, θα μπορούσε να σας στείλει την πρόσκληση να κάνετε “like” στα Doritos Locostaco όταν μόλις είχατε συνειδητοποιήσει ότι έχετε λαχταρήσει κακής ποιότητας μεξικάνικο φαγητό;

facebook-following

Το Facebook ξέρει τι σας αρέσει. Ξέρει τι δεν σας αρέσει. Κατά πάσα πιθανότητα ξέρει αν φέτος ήσασταν καλά ή κακά παιδάκια, και θα πουλήσει αυτές τις πληροφορίες στον Άγιο Βασίλη πριν τα Χριστούγεννα.

Αυτό ενοχλεί πολλούς ανθρώπους, ιδίως αφού το Facebook συνεχίζει να επεκτείνει τη λίστα των στοιχείων που γνωρίζει για σας, και τους τρόπους που είναι πρόθυμο να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα αυτά για να βγάλει λεφτά.

Η πρόσφατη ανακοίνωση ότι το Facebook θα κάνει στοχευμένες διαφημίσεις χρησιμοποιώντας τα “likes” και τα “shares” προκάλεσε μία κολοσσιαίων διαστάσεων αντίδραση από τον οργανισμό Electronic Frontier Foundation, επειδή το Facebook θα παίρνει πληροφορίες για εσάς, όχι μόνο όταν κάνετε πράγματι ένα “like” σε μια σελίδα, αλλά όταν “φορτώνετε” μια σελίδα που απλά περιέχει ένα κουμπί “Like”. Θέλουν από το Facebook να συμφωνήσει στη χρήση ενός προτύπου “Να Μην Γίνεται Παρακολούθηση” που θα κρατήσει όλα αυτά τα δυνητικά επικερδή δεδομένα μακριά από τα άπληστα μάτια των διαφημιστών.

Φυσικά οι χρήστες θα πρέπει να μπορούν να κρύβουν τα δεδομένα σχετικά με το ποιες ιστοσελίδες επισκέπτονται. Υπάρχει ένας πολύ καλός τρόπος να το κάνετε αυτό: αποσυνδεθείτε από το Facebook και πείτε στον browser σας να μην δέχεται cookies, ειδάλλως αφήστε τους διαφημιστές να σας ακολουθούν καθώς περιηγείστε στο διαδίκτυο. Το πρόβλημα είναι, ότι αυτό το επίπεδο ασφαλείας είναι εξαιρετικά άβολο, επειδή θα πρέπει να δαπανάτε κάθε φορά άπειροι χρόνο για την επανεισαγωγή των στοιχείων. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι οι αφελείς χρήστες, οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα δεν τους πολυαπασχολούν ζητήματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής, δεν θα μπουν στον κόπο να το κάνουν.

Αλλά τι υποχρέωση έχουν οι επιχειρήσεις πραγματικά προς τους αφελείς χρήστες που δεν προβληματίζονται με τέτοια θέματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής; Κάποιοι από αυτούς τους χρήστες αναμφίβολα δεν συνειδητοποιούν ότι είναι εκτεθειμένοι, αλλά εμείς δεν θα πρέπει να απορρίψουμε εξαρχής την πιθανότητα ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν νοιάζονται αρκετά –αρκετά, τουλάχιστον, για να υποστούν όλη αυτή την ταλαιπωρία. Η επιβολή των προτιμήσεων κάποιου άλλου για την ιδιωτική ζωή μπορεί να μην απελευθερωτική, αλλά απλά αντιπαραγωγική.

Γιατί ας θυμόμαστε ότι, όσο σκοτεινό και δυσάρεστο κι αν είναι αυτό, αυτές οι εταιρείες πρέπει να βγάλουν χρήματα. Υπάρχει ένα παλιό ρητό στη διαφήμιση: Αν δεν μπορείτε να καταλάβετε τι πωλείται, τότε είστε το προϊόν. “Δωρεάν” προϊόντα και υπηρεσίες συνήθως δεν υπάρχουν. Κάποιος πρέπει να τα πληρώνει και αν δεν χρεώνουν εσάς για τη χρήση τους, τότε χρεώνουν κάποιον άλλο για να χρησιμοποιεί εσάς. Οι άνθρωποι που έχουν εμμονή με το να κρύβουν προσεκτικά τη δραστηριότητά τους από το Διαδίκτυο και οι αναγνώστες που απεχθάνονται τις διαφημίσεις και εγκαθιστούν blockers, ουσιαστικά επιδοτούνται για να χρησιμοποιούν δωρεάν τα μέσα ενημέρωσης και τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης από αυτούς που δεν έχουν γνώση ή δεν τους ενοχλεί. Το γεγονός ότι κάποιος πρέπει να διαβάζει τις διαφημίσεις είναι αυτό που πληρώνει τους λογαριασμούς.

To καλό διαδίκτυο είναι γεμάτο από υπέροχα πράγματα που οι εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν ώστε να κάνουν τη ζωή ευκολότερη σε πολλούς ανθρώπους, και ίσως καλύτερη για την κοινωνία, αν αυτές οι επιχειρήσεις δεν είχαν την ενοχλητική υποχρέωση να βγάλουν χρήματα. Το πρόβλημα είναι, ότι αν οι εταιρείες social media υλοποιούσαν όλα αυτά τα πράγματα, πιθανότατα θα έβαζαν λουκέτο. Αυτό, βέβαια, θα έλυνε προβλήματα όπως είναι παρενόχληση που μας κάνει το Twitter και η παρακολούθηση της διαδικτυακής μας δραστηριότητας από το Facebook, αλλά στους περισσότερους ανθρώπους φαίνεται ότι αρέσουν αυτές οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη και με αντίτιμο την έκθεσή τους σε αυτούς τους κινδύνους.

Καμία μικρή επιδιόρθωση δεν θα μπορούσε να επιφέρει τον θάνατο της επιχείρησης. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα με αυτό, το οποίο συναντούμε συχνά στην πολιτική: Κάποιος θα πει “Έχουμε ένα ταπεινό σχέδιο, το οποίο απλώς θα αυξήσει κατά ένα πολύ μικρό ποσό το κόστος (ή θα μειώσει τα έσοδα), ας πούμε, ότι θα αυξήσουμε κατά ένα σεντ το φόρο στα στυλό διαρκείας”, και αυτό είναι αλήθεια. Μόνο που, υπάρχουν αρκετές χιλιάδες άνθρωποι που έχουν παρόμοια ταπεινά σχέδια, και ξαφνικά βλέπεις το στυλό να κοστίζει 20 δολάρια το τεμάχιο και σούπερ μάρκετ να το κλειδώνει στο ντουλάπι μαζί με τα ανταλλακτικά ξυραφάκια. Το συλλογικό βάρος των προτάσεων για βελτίωση (και το λογισμικό τρίτων για να διευκολυνθεί αυτό) θα μπορούσε κάλλιστα να κάνει το Ίντερνετ πιο καλοσυνάτο και πιο ευγενικό. Θα μπορούσε επίσης να εξοντώσει πολλούς από τους τρόπους που περνούμε το χρόνο μας στο Διαδίκτυο.

Η προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι σημαντική, αλλά δεν είναι δωρεάν. Και οι καλύτεροι που μπορούν να αξιολογήσουν και να εκτιμήσουν τη σχέση ιδιωτικής ζωής, πρόσβασης και ευκολίας είναι πιθανόν τα άτομα που κρατούν το ποντίκι, και όχι οι ακτιβιστές που κρατούν το μεγάφωνο.

πηγή
tags: facebook σε ακολουθεί, social media