Υπόθεση Βαγγέλη Γιακουμάκη – Μήπως είναι ώρα να ξαναδούμε το θέμα «Θανατική ποινή»;

 

Για να μην γίνει κάποιος θύμα δολοφόνων, συγκατατίθεται να θανατωθεί ο ίδιος, εάν γίνει δολοφόνος.

Ο εγκληματίας ο οποίος προσβάλλει το δίκαιο της κοινωνίας καθίσταται αντάρτης και προδότης της πατρίδας… παύει να είναι μέλος αυτής και της κηρύσσει τον πόλεμο.

Η διατήρηση του Κράτους είναι ασυμβίβαστη με την διατήρηση του εγκληματία. Ο ένας από τους δύο πρέπει να εκλείψει. Όταν εκτελείται ο ένοχος, εκτελείται ως εχθρός περισσότερο παρά ως πολίτης. Πρέπει να αποκοπεί από μέλος του Κράτους δια του θανάτου, ως δημόσιος εχθρός.

Jean – Jacques Rousseau

 

Διαβάζοντας τις τελευταίες εξελίξεις στο θέμα Βαγγέλη Γιακουμάκη, διαβάζοντας για τα φρικτά βασανιστήρια που πέρναγε αυτός ο νέος στα χέρια των συμφοιτητών (sic) του, αναρωτήθηκα πώς θα αισθανόμουν και τι θα έκανα αν ήμουν στη θέση κάποιου δικού του ανθρώπου. Πώς μπορεί να αισθάνεται σήμερα κάποιος συγγενής ή φίλος του Βαγγέλη Γιακουμάκη;

Δύσκολη ερώτηση. Το σίγουρο είναι ότι στα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων που βασάνιζαν επί μήνες ή και χρόνια τον Βαγγέλη Γιακουμάκη θα έβλεπα τα χειρότερα κτήνη και ότι αν η ποινή που θα τους επιφύλασσε το Κράτος ήταν η θανατική ποινή θα αισθανόμουν μάλλον περισσότερο ικανοποίηση παρά φρίκη.

Θα εξηγηθώ: δεν είμαι υπέρ της θανατικής ποινής. Για το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής μου μάλιστα ήμουν κατά της θανατικής ποινής, για τους γνωστούς λόγους που οι περισσότεροι φαντάζομαι είναι κατά της εφαρμογής της: είναι βάναυση, είναι ανεπανόρθωτη, δεν ταιριάζει σε πολιτισμένες κοινωνίες κ.λπ.

Όμως σήμερα δεν έχω ξεκάθαρη γνώμη είτε υπέρ είτε κατά της θανατικής ποινής. Προσπαθώντας να διαλευκάνω λίγο μέσα μου το θέμα, ανέτρεξα σε ένα έξοχο κείμενο του μεγάλου «Δάσκαλου των δασκάλων για χιλιάδες νομικούς» Ιωάννη Μανωλεδάκη.

Ο εκλιπών καθηγητής, αν και «αποδοκίμαζε ανοικτά την τιμωρητική λογική του ποινικού δικαίου (η σφοδρή αντίθεση του στη θανατική ποινή ήταν γνωστή και απόλυτη)» (link)

σε ένα κείμενό του το 1978 αποδομεί εξαίρετα και επαρκώς όλα τα επιχειρήματα υπέρ της κατάργησης (τότε) της επιβολής της θανατικής ποινής.

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν βάσιμα επιχειρήματα κατά της θανατικής ποινής, σημαίνει αυτό ότι υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ της θανατικής ποινής;

Ας δούμε λοιπόν για την ώρα τι γράφει ο Ιωάννης Μανωλεδάκης «Για τη θανατική ποινή» και θα επανέρθουμε .

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι από Ι. Μανωλεδάκη, Γενική θεωρία του ποινικού δικαίου ,τ. Β’ 1978, σελ. 207-209.

«

Η συζήτηση γύρω από τη σκοπιμότητα αλλά και την ορθότητα – ακόμα και τη συνταγματικότητα- της ποινής του θανάτου είναι πάντα ζωηρή και επίκαιρη. Ως βασικά επιχειρήματα για την κατάργηση της ποινής του θανάτου προβάλλονται:

  • η αντίθεση της ποινής αυτής προς το κοινό αίσθημα,
  • η βαναυσότητά της που έγκειται ιδιαίτερα στη γνώση του επικείμενου θανάτου και στην ψυχική τυραννία του μελλοθανάτου,
  • η ανικανότητά της να αποτρέψει από τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων τους αποφασισμένους να τα τελέσουν,
  • η ανελαστικότητα της ποινής αυτής τόσο κατά τη νομοθετική οριοθέτηση όσο και κατά τη δικαστική επιμέτρησή της,
  • το ανεπανόρθωτο σε περίπτωση δικαστικής πλάνης,
  • το ανεπίτρεπτο της αφαιρέσεως ανθρώπινης ζωής από την κρατική εξουσία, με τον ισχυρισμό ότι το έννομο αγαθό της ζωής είναι υπέρτερο από το έννομο αγαθό του κράτους.
  • Υποστηρίζεται ακόμη ότι σύμφωνα με το νέο Σύνταγμα (άρθρο 2 § 1 Συντ. 1975), η θανατική ποινή είναι «αντισυνταγματική», γιατί προσκρούει στην αρχή του απαραβίαστου της ανθρώπινης προσωπικότητας που κατοχυρώνεται με συνταγματική διάταξη υπέρτερης ισχύος (2 § 1 Συντ. 1975) απέναντι στην επίσης συνταγματική διάταξη που προβλέπει τη θανατική ποινή (7 § 3 Συντ. 1975).

Death_Penalty

Τα επιχειρήματα αυτά είναι πολύ σοβαρά, αλλά όχι ακαταμάχητα. Η αντίθεση της θανατικής ποινής στο κοινό αίσθημα είναι αμφίβολη ή πάντως αναπόδεικτη. Υπάρχουν ίσα-ίσα περιπτώσεις που το «κοινό αίσθημα» απαιτεί την επιβολή θανατικής ποινής, όπως αποδείχτηκε πρόσφατα στην Γαλλία με την απαγωγή και τη δολοφονία ενός μικρού παιδιού.

Η ψυχική τυραννία του μελλοθανάτου είναι ίσως το πιο σοβαρό επιχείρημα για την κατάργηση της θανατικής ποινής. Πραγματικά, ο καταδικασμένος σε θάνατο έχει το μοναδικό «προνόμιο» να γνωρίζει τη βεβαιότητα του επικείμενου θανάτου του, πράγμα που τον τοποθετεί έξω από τα όρια της ανθρώπινης υπάρξεως. Η υπαρξιακή – οριακή κατάσταση του μελλοθανάτου δεν είναι αντίθετη με το Σύνταγμα, αφού δεν έχει καμιά σχέση με την απαγορευμένη σ’ αυτό προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ούτε όμως και αποτελεί μοναδική περίπτωση του θανατοποινίτη. Σε παρόμοια κατάσταση βρίσκονται άνθρωποι που ξεκινούν για μία «αποστολή θανάτου», καθώς και ανίατα άρρωστοι που γνωρίζουν τον βέβαιο επικείμενο θάνατό τους. Η απίθανη παρέκκλιση από την πρόβλεψη δεν λείπει σαν αφηρημένη δυνατότητα σε καμία από τις παρόμοιες περιπτώσεις πορείας προς το θάνατο.

Η ανικανότητα της θανατικής ποινής να αποτρέψει από την τέλεση σοβαρών εγκλημάτων τους αποφασισμένους να τα τελέσουν, που επικαλούνται ως άλλο επιχείρημα οι οπαδοί της καταργήσεως της ποινής του θανάτου, δεν έχει αποδειχτεί στην πράξη. Οι περιπτώσεις των εγκληματιών που με θολωμένο μυαλό προχωρούν στην τέλεση του εγκλήματος, αψηφώντας την απειλή του θανά­του, δεν υπάγονται έτσι κι αλλιώς στις περιπτώσεις επιβολής θανατικής ποινής (πρβλ. Άρθρο 299 § 2 π.κ. άρθρο 36 π.κ.). Αντίθετα, για τους επαγγελματίες εγκληματίες η απειλή θανατικής ποινής έχει αναμφίβολα ανασταλτικό αποτέλεσμα. Έτσι εξηγείται, γιατί οι απαγωγείς, όταν βρεθούν σε αδιέξοδο, προτιμούν τις περισσότερες φορές να παραδοθούν παρά να σκοτώσουν τα θύματά τους.

Το επιχείρημα της ανελαστικότητας της ποινής είναι σωστό. Το ίδιο όμως ισχύει και για την ισόβια κάθειρξη που προτείνεται σε αντικατάστασή της. Η κατάργηση και της ισόβιας καθείρξεως δεν είναι σοβαρά υποστηρίξιμη στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.

Το ανεπανόρθωτο της θανατικής ποινής είναι εντυπωσιακό αλλά παραπλανητικό επιχείρημα. Κάθε ποινή όταν εκτελεστεί είναι ανεπανόρθωτη εκτός, από τη χρηματική ποινή. Τα χρόνια που έμεινε κανείς στη φυλακή δεν γυρίζουν πίσω, ούτε οι ευκαιρίες που έχασε στη ζωή του ξαναπαρουσιάζονται. Το ανεπανόρθωτο είναι ζήτημα ποσοτικού μεγέθους στην περίπτωση της θανατικής ποινής. Εκείνο που πρέπει να προσέξουμε είναι να αποφεύγεται η έκδοση πλανημένων δικαστικών αποφάσεων ή – στο μέτρο που αυτό δεν είναι εφικτό – να αποφεύγεται η επιβολή της θανατικής ποινής σε περίπτωση υπάρξεως και της παραμικρής υπόνοιας για ενδεχόμενο εκδόσεως πλανημένης αποφάσεως.

Το επιχείρημα ότι δεν επιτρέπεται η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής από την κρατική εξουσία είναι μεταφυσικό και όχι θετικό. Το «επιτρέπεται» ή είναι νομικής ή είναι ηθικής ­ μεταφυσικής προελεύσεως. Το πρώτο δεν μπορεί να συμβαίνει, γιατί η νομική απαγόρευση πηγάζει από την ίδια την κρατική εξουσία. Κάτι λοιπόν που αυτή επιτρέπει στον εαυτό της δεν μπορούμε να πούμε πως απαγορεύεται νομικά. Το δεύτερο, και αν υποτεθεί αληθινό στο περιεχόμενό του, δεν μπορεί να ενδιαφέρει το δίκαιο. Η υπεροχή του εννόμου αγαθού της ανθρώπινης ζωής είναι εξάλλου σχετική και όχι απόλυτη. Αφού έγινε λόγος για έννομο αγαθό, προϋποτίθεται αναγνώρισή του από μία έννομη τάξη. Έννομη όμως τάξη έξω από την κρατική εξουσία δεν νοείται. Αφού λοιπόν η αναγωγή του αγαθού «ανθρώπινη ζωή» σε έννομο οφείλεται στην κρατική εξουσία, είναι νομικά παράλογο να προτάσσεται το πρώτο απέναντι στη δεύτερη. Βέβαια, χωρίς ανθρώπινη ζωή η κρατική εξουσία είναι ένα τίποτα. Εξίσου όμως και η νομική προστασία της ανθρώπινης ζωής είναι ανύπαρκτη χωρίς κρατική εξουσία.

Από μεταφυσική άποψη βέβαια δεν υπάρχει αμφιβολία για την υπεροχή της ανθρώπινης ζωής. Από θετική-κοινωνική όμως άποψη και μάλιστα από νομική άποψη το θέμα δεν είναι τι έχει μεγαλύτερη (οντολογική) αξία, αλλά τι προηγείται στην προστασία. Και στην προστασία προηγείται όχι αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία, αλλά αυτό που παρέχει την προστασία. Η αυτοπροστασία θετικά (στην κοινωνική πραγματικότητα) προηγείται της ετεροπροστασίας.

Όταν λοιπόν η κρατική εξουσία παρέχει στην ανθρώπινη ζωή τη νομική προστασία, ρεαλιστικά επιφυλάσσει στον εαυτό της την προηγούμενη αυτοπροστασία της.

Τέλος, το επιχείρημα για την αντισυνταγματικότητα της θανατικής ποινής δεν στέκεται, ούτε τυπικά ούτε ουσιαστικά. Τυπικά, γιατί αντισυνταγματικοί κανόνες του Συντάγματος δεν υπάρχουν, όπως είδαμε. Ουσιαστικά, γιατί η θανατική ποινή δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια περισσότερο από όσο την προσβάλλει οποιαδήποτε άλλη ποινή και μάλιστα η ισόβια στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, του οντολογικού αυτού στοιχείου της ανθρώπινης υπάρξεως. Όσοι λοιπόν αγωνιούν ειλικρινά για την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια», πρέπει να έχουν το θάρρος να φωνάζουν: “Καταργήστε τις ποινές”! Αρκεί όμως αυτή η ρομαντική κραυγή για το μετασχηματισμό της κοινωνίας; Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν κρέμεται στις ποινές. Εξαρτάται από την όλη κοινωνική δομή και προς αυτήν πρέπει να στρέψουν την αγωνιστική τους προσπάθεια όσοι αγωνιούν για τη διατήρησή της.»

 

Death_Penalty_2

Tags: θανατική ποινή, Βαγγέλης Γιακουμάκης, Ιωάννης Μανωλεδάκης,

 

Αλιεύτηκε την 4/2/2016 από εδώ