Η Απίθανη Ιστορία του «Έλληνα Εσκομπάρ»

 

Του Γιάννη Σουλιώτη / VICE.COM

Θεαματικές μεταφορές ναρκωτικών από τη λατινική Αμερική στην Ευρώπη μέσω Σενεγάλης, εξαγωγές όπλων από την Ελλάδα στους Σαντινίστας της Νικαράουγα, ερωτικές σχέσεις με πόρνες στην Αμβέρσα, επενδύσεις σε επώνυμες επιχειρήσεις και αγορές ποδοσφαιρικών ομάδων στην Ελλάδα, ξέπλυμα εκατομμυρίων μέσω του ΟΠΑΠ και συμβόλαια θανάτου: η ιστορία του Αλέκου Αγγελόπουλου, γνωστού και ως «Έλληνα Εσκομπάρ», θα μπορούσε να αποτελεί σενάριο αστυνομικού νουάρ με το (μάλλον αναμενόμενο) άδοξο τέλος. Από «πόρτα» σε κλαμπ της Συγγρού και πλήρωμα σε λαθρεμπορικά, ο άντρας που στην αργκό της Ασφάλειας είχε το παρατσούκλι «χοντρός» κατάφερε μέσα σε δύο δεκαετίες να αποκτήσει διεθνείς διασυνδέσεις, ισχύ και δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.

Η εποχή της δόξας και της αφθονίας έφτασε στο τέλος της, το καλοκαίρι του 2004, όταν Γερμανοί αστυνομικοί τον συνέλαβαν στο αεροδρόμιο λίγο πριν επιβιβαστεί σε αεροπλάνο με προορισμό την Αμβέρσα ή, σύμφωνα με εναλλακτική εκδοχή, τη Βενεζουέλα. Αρχικά, κατηγορήθηκε για μεταφορά 5,4 τόνων κοκαΐνης. Αργότερα, νέες δικογραφίες ήρθαν να εμπλουτίσουν το βιογραφικό του, αν και στο μεταξύ είχε ήδη καταδικαστεί σε ισόβια και βρισκόταν έγκλειστος στις φυλακές της Πάτρας.

Τον Ιούνιο του 2015 αφέθηκε ελεύθερος λόγω… πρότερου έντιμου βίου, μόνο για να συλληφθεί ξανά δύο μήνες αργότερα με απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ο Αλέξανδρος Αγγελόπουλος μπήκε στο στόχαστρο των αρχών την περίοδο 1999 – 2000, όταν το κλιμάκιο της Αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών (DEA) στο Βέλγιο ενημέρωσε το παράρτημα της Αθήνας ότι ο τότε 36χρονος μόνιμος κάτοικος Αμβέρσας εμπλεκόταν σε υποθέσεις διακίνησης κοκαΐνης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης εταιρείας τροφοδοσίας πλοίων και με ρυμουλκά του ξεφόρτωνε πακέτα κόκας από εμπορικά πλοία στο λιμάνι της Αμβέρσας. Τα στοιχεία διαβιβάστηκαν σε ΣΔΟΕ και Αστυνομία, που άρχισαν να ερευνούν τις δραστηριότητές του.

Όπως αποκαλύφθηκε, ο «χοντρός» ήταν ιδιοκτήτης τεσσάρων εταιρειών με αλιευτικά σκάφη και έδρα την Κυλλήνη, συμμετείχε ως μέτοχος σε εταιρείες επώνυμων ρούχων, είχε συστήσει τη χρηματιστηριακή εταιρεία Honor, ενώ αναμείχθηκε στα διοικητικά του Ποσειδώνα Νέων Πόρων, μιας ερασιτεχνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Πιερίας που μέσα σε τρία χρόνια βρέθηκε να πρωταγωνιστεί στο πρωτάθλημα της Β΄ Εθνικής. Την ίδια περίοδο, εμφανιζόταν να κερδίζει πολλά εκατομμύρια από το «ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ» του ΟΠΑΠ. Το 2002 και το 2003 δήλωσε στην Β΄ Εφορία Κατερίνης κέρδη από το Στοίχημα ύψους 1.3 και 2.5 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. Όπως ήταν αναμενόμενο, τέθηκε σε διαρκή παρακολούθηση.

Al Agelopoulos

Το 2002, το παράρτημα της DEA στην Αθήνα ενημέρωσε την Αστυνομία και το ΣΔΟΕ ότι ο Αγγελόπουλος, χρησιμοποιώντας ένα ταχύπλοο φουσκωτό σκάφος, ξεφόρτωσε από αλιευτικό ανοικτά της Κατερίνης 5,5 τόνους κοκαΐνης και τους μετέφερε σε αποθήκη στην περιοχή του Λιτόχωρου. Από την παρακολούθηση δεν προέκυψαν ευρήματα όμως κάτοικοι της περιοχής κατέθεσαν ότι ένα βράδυ στην παραλία του Λιτόχωρου είδαν τρακτέρ να τραβούν μεγάλα κιβώτια που ξεφόρτωνε κάποιο ψαράδικο.

Το Φθινόπωρο του 2003 οι ολλανδικές αρχές έκαναν έρευνες στα αλιευτικά «Χέλιξ» και «Τρίτων» δεν κατάφεραν όμως να εντοπίσουν ναρκωτικά καθώς, σύμφωνα με μια εκδοχή, ο ιδιοκτήτης τους είχε προβλέψει την κινητοποίηση των αρχών. Έτσι, έδωσε εντολή στα πλοία του να μην κατευθυνθούν απευθείας στις ακτές τις Ισπανίας αλλά να ταξιδέψουν βορειότερα στον Ατλαντικό και να αδειάσουν στη θάλασσα το φορτίο με την κοκαΐνη. Παρά την υπολογίσιμη απώλεια, ο Αγγελόπουλος φρόντισε να μην αφήσει ανοικτούς λογαριασμούς και εξόφλησε στο ακέραιο το κολομβιανό καρτέλ.

Την Άνοιξη του 2004 πληροφοριοδότης του Λιμενικού εντόπισε δεμένο σε προβλήτα στο Κερατσίνι το αλιευτικό «Africa I». Παρότι ο «χοντρός» δεν εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης του σκάφους, μέλη συνεργείου επισκευών τον αναγνώρισαν ως το πρόσωπο, που τους πλήρωνε σε μετρητά για να εγκαταστήσουν στο πλοίο δορυφορικά συστήματα πλοήγησης και επικοινωνίας. Με την έναρξη της παρακολούθησης του Africa, η επιχείρηση για τη σύλληψη του «Έλληνα Εσκομπάρ» μπήκε σε τελική ευθεία. Στις 15 Μαϊου, το αλιευτικό απέπλευσε από το Κερατσίνι με προορισμό τη Δυτική Αφρική και φόρτωσε ανοικτά της Σενεγάλης 5.4 τόνους κοκαΐνης. Τα ναρκωτικά ήταν συσκευασμένα σε χαρτόκουτα και είχαν μεταφερθεί από μέλη του κολομβιανού καρτέλ που διέσχισαν τον Ατλαντικό με μια παλιά τορπιλάκατο.

Έχοντας αποκτήσει πρόσβαση στον αριθμό του δορυφορικού τηλεφώνου του Africa, βρετανικές, αμερικανικές και ελληνικές αρχές είχαν δυνατότητα να παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο τη διαδρομή του. Έτσι, κατά την επιστροφή του στην Ευρώπη και ενώ βρισκόταν ανοικτά του Γιβραλτάρ, το αλιευτικό καταδιώχθηκε από το σκάφος «Πετρέλα» της ισπανικής ακτοφυλακής στο οποίο επέβαιναν, μεταξύ άλλων, ένας αστυνομικός της Δίωξης Ναρκωτικών, ένας υπάλληλος του ΣΔΟΕ και ένα μέλος του κλιμακίου της DEA στην Αθήνα. Μάλιστα, η επιχείρηση λίγο έλειψε να αποβεί άκαρπη λόγω των ισχυρών ηλιακών καταιγίδων που προκαλούσαν παρεμβολές στα συστήματα παρακολούθησης.

Τελικά, το Africa βρέθηκε και ακινητοποιήθηκε την 13η Ιουλίου 2004, 100 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά των ισπανικών ακτών. Για συμμετοχή στη μεταφορά των ναρκωτικών συνελήφθησαν αρχικά ο Νικόλαος Γαβρίλης, έμπορος μοτοσικλετών από τον Πειραιά και ο Γιώργος Μαραγκουδάκης, που στην εξέλιξη της υπόθεσης κρίθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών. Ο Αλέκος Αγγελόπουλος εντοπίστηκε και συνελήφθη τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στο αεροδρόμιο της Στουγκάρδης. Ήρθε, τότε, για πρώτη φορά πρόσωπο με πρόσωπο με τους διώκτες του, τον αξιωματικό της Δίωξης Ναρκωτικών Γιάννη Ραχωβίτσα ή «μουστάκια» και τον «δράκουλα» του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών του ΣΔΟΕ, Γιώργο Παπαδόπουλο. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε σχέση με τη μεταφορά των ναρκωτικών και ισχυρίστηκε ότι πίσω από την εισαγωγή του φορτίου κρυβόταν ένας άλλος Έλληνας, που ήταν φυλακισμένος στις ισπανικές φυλακές για διακίνηση φορτίου κόκας βάρους 3,5 τόνων.

Γιος αστυνομικού από τους Νέους Πόρους Πιερίας, ο «χοντρός» ξεκίνησε να εργάζεται ως ναυτικός σε παλιές λάντζες που μετέφεραν λαθραία τσιγάρα από την Αλβανία στην Ιταλία. Αργότερα, εγκαταστάθηκε στην Αμβέρσα, συνδέθηκε ερωτικά με ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής και έπιασε δουλειά ως πλήρωμα σε λαθρεμπορικά που διακινούσαν τσιγάρα και όπλα. Σύμφωνα με φήμες, την περίοδο εκείνη συμμετείχε σε κύκλωμα, που μετέφερε όπλα ελληνικής κατασκευής στους Σαντινίστας μέσω επαφών με τον επίτιμο πρόξενο της Νικαράγουα στην Αθήνα. Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους, τα μέλη της σπείρας λάμβαναν ποσότητες κοκαΐνης, τις οποίες έσπρωχναν πίσω στην Ευρώπη. Όταν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ο Σέρβος αρχηγός της ομάδας σκοτώθηκε, τη θέση του πήρε ο διψασμένος για χρήμα και ισχύ «Αλέκος». Λέγεται ότι μέχρι τη σύλληψή του κατάφερε να «κάνει» δέκα φορτία κοκαϊνης, αυξάνοντας τις τραπεζικές του καταθέσεις κατά πολλά εκατομμύρια ευρώ.

Δέκα μέρες μετά τον εντοπισμό του Africa, ο κουνιάδος του Αγγελόπουλου, Χρήστος Σαμαράς, κλήθηκε για κατάθεση στο ΣΔΟΕ. Αποκάλυψε ότι ο «χοντρός» είχε επικονωνήσει μαζί του και, λέγοντας του «έχουμε πρόβλημα», του είχε δώσει εντολή να σηκώσει ένα εκατομμύριο ευρώ από κοινούς λογαριασμούς τους. Παρότι οι τράπεζες στην Κατερίνη είχαν ειδοποιηθεί να δεσμεύσουν τα χρήματα του, προχώρησαν στην έκδοση τεσσάρων επιταγών. Αργότερα υποστήριξαν ότι το ειδοποιητήριο του ΣΔΟΕ δεν είχε παραληφθεί εγκαίρως λόγω τεχνικού προβλήματος στο φαξ. Για την υπόθεση σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος των δύο ανδρών, ενω οι υπάλληλοι των τραπεζών απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες.

Ο Έλληνας βαρώνος της κοκαΐνης βρισκόταν ήδη στη φυλακή όταν σε βάρος του σχηματίστηκαν δικογραφίες για ξέπλυμα εκατομμυρίων ευρώ μέσω κερδισμένων δελτίων του ΟΠΑΠ. Σε μια από αυτές αναφέρεται ότι για τη μεταφορά των 5,4 τόνων κοκαϊνης είχε προεισπράξει 36 εκατ. ευρώ και είχε αναθέσει στον κουνιάδο του να τα θάψει σε ερημική περιοχή του Λιτόχωρου. Σε τακτά χρονικά διαστήματα, ο Σαμαράς ανέσυρε από το χώμα δεσμίδες με χαρτονομίσματα των 500 ευρώ και συμπλήρωνε δελτία του «ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ» σε συγκεκριμένο πρακτορείο στο Λιτόχωρο. Από περίπου 50.000 ευρώ, ο μηνιαίος τζίρος του καταστήματος έφτασε τον Σεπτέμβριο του 2006 τα 12.5 εκατομμύρια.

Ο Αγγελόπουλος απασχόλησε και πιο πρόσφατα δημοσιότητα και διωκτικές αρχές. Τον περασμένο Γενάρη η ξαδέλφη του βαρυποινίτη Παναγιώτη Βλαστού είχε καταθέσει στο τμήμα δίωξης Εκβιαστών ότι ο «Αλέκος» είχε υπογράψει συμβόλαιο θανάτου εναντίον πρώην συνηγόρου του. Όπως είπε στους αστυνομικούς, ο δικηγόρος είχε εισπράξει αμοιβή 1 εκ. ευρώ με την υπόσχεση να βγάλει τον «χοντρό» από τη φυλακή. Για τη δολοφονία του δικηγόρου, ο Αγγελόπουλος πλήρωσε 100.000 ευρώ στον Παν. Βλαστό ωστόσο, το συμβόλαιο ανακλήθηκε καθώς το παραλίγο θύμα επέστρεψε άρον άρον τα χρήματα που είχε προηγουμένως εισπράξει.

Για τη μεταφορά των ναρκωτικών ο Αγγελόπουλος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ισόβια κάθειρξη, ενώ μικρότερες ποινές του επιβλήθηκαν για τις υποθέσεις ξεπλύματος. Οι δικηγόροι του πέτυχαν αρχικά συγχώνευση των ποινών του, ενώ το 2011 το Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά μετέτρεψε τα ισόβια σε κάθειρξη 22 ετών, αναγνωρίζοντάς του το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Ο εισαγγελέας άσκησε έφεση επί της απόφασης, η οποία, σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, συζητήθηκε στον Αρειο Πάγο τον Σεπτέμβριο του 2014.

Όμως, η απόφαση επί της αναίρεσης, που «αναβίωνε» την πρωτόδικη, ισόβια καταδίκη του «Έλληνα Εσκομπάρ», καθαρογράφηκε και κοινοποιήθηκε τη 17η Ιουνίου 2015, δηλαδή μόλις μία μέρα μετά την αποφυλάκισή του.

Τρεις μήνες αργότερα, στις 22 Σεπτεμβρίου, και ενώ η υπόθεση είχε βρεθεί στα πρωτοσέλιδα του ελληνικού Τύπου, ο Αγγελόπουλος οδηγήθηκε ξανά στη φυλακή.

πηγή