Ο Θοδωρής, οι “53” και άλλα παραμύθια

Του Γιώργου Καραμπελιά

Εν τέλει το έκανε πάλι το θαύμα του ο «φίλος» μου ο Θοδωρής. Ο λόγος για τον υπουργό Ναυτιλίας, Θεόδωρο Δρίτσα, παλιό μου φίλο όντως, που τα κατάφερε πάλι να αναδείξει το «αντιστασιακό» πρόσωπο της κυβέρνησης με όλο αυτό το κομφούζιο της COSCO. Ο Πιτσιόρλας, ο Σταθάκης, και ο Τσίπρας, εν τέλει, υπογράφουν την παραχώρηση των λιμανιών και την εκχώρηση όλης της δημόσιας περιουσίας του ελληνικού κράτους, αλλά ο Θοδωρής «αντιστέκεται». Και μαζί του, βέβαια, όλη η «ψυχή» του Σύριζα, που αποδέχεται το ξεπούλημα «γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά».

dritsas-cosco

Αυτό το παιχνίδι παίζεται ήδη από τον Ιανουάριο του 2015. Ο Τσίπρας ήταν διατεθειμένος να υπογράψει αλλά ο Βαρουφάκης, ο Λαφαζάνης και η Ζωή αντιστέκονταν. Μέσα από ένα τέτοιο δίπολο συνεχιζόταν η εξαπάτηση και προς τις δύο κατευθύνσεις. Και προς την πλευρά των επιχειρήσεων, των δανειστών, των «νουνεχών» ψηφοφόρων, περνούσε το μήνυμα πως ο Τσίπρας επιθυμεί όντως την ομαλοποίηση της κατάστασης, αλλά δεν τον αφήνουν οι «ακραίοι» στο εσωτερικό του, και προς την πλευρά των αριστερών ψηφοφόρων κατασκευαζόταν το σενάριο αλλά και το βολικό άλλοθι της «αντίστασης». Στην πρώτη μεγάλη στροφή, όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, ακριβώς έναν χρόνο πριν, ο Τσίπρας υποχρεώθηκε να ξεφορτωθεί την πιο ριζοσπαστική πτέρυγα και να υπογράψει ένα νέο μνημόνιο με τις καταστροφικές συνέπειες που γνωρίζουμε.

Όμως, για να συνεχίσει να διατηρεί την εκλογική του δυναμική και να προσφέρει και ένα άλλοθι αγωνιστικότητας στους ψηφοφόρους που τον ακολουθούν, είχε και πάλι την ανάγκη της διαμόρφωσης ενός κάποιου διπόλου, έστω και ασθενέστερου. Και ελλείψει Λαφαζάνη και Ζωής, τον ρόλο της επαναστατικής, ή τουλάχιστον επιβραδυντικής των «μεταρρυθμίσεων», πτέρυγας, αναλαμβάνουν ο Πολάκης, ο Σπίρτζης και ο Δρίτσας. Το ξεπούλημα είναι τόσο απροκάλυπτο και τόσο χυδαίο ώστε και ο τελευταίος Συριζαίος έχει ανάγκη από ένα αντιστασιακό φύλο συκής. Ναι, εκχωρήσαμε το αεροδρόμια, αλλά ο Σπίρτζης «αντιστέκεται» στον… Πιτσιόρλα – εξάλλου την αντιστασιακή του στόφα καταδεικνύει και το πορτραίτο του Βελουχιώτη που κοσμεί το γραφείο του. Ο Πολάκης επιτίθεται στους «διεφθαρμένους» δικαστικούς και δημοσιογράφους, ενώ ο Δρίτσας «καθυστερεί» όσο μπορεί την εκχώρηση των λιμανιών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Τελικά, βέβαια, και οι τράπεζες έκλεισαν και πουλήθηκαν στα ξένα funds, χάθηκαν 100 δισεκατομμύρια, κόπηκαν οι συντάξεις και εκχωρήθηκε ο εθνικός πλούτος και θεσμοθετήθηκε ο περιβόητος κόφτης. Αυτό είναι το τελικό αποτέλεσμα και αυτό είναι που  μετράει. Και ο Πολάκης και ο Δρίτσας αποτελούν υπουργούς μιας κυβέρνησης «δωσιλόγων». Όμως αυτοί «αντιστέκονται». Και το τίμημα αυτού του θεάτρου του παραλόγου –που μοναδικό στόχο έχει την με κάθε τίμημα διατήρηση της εξουσίας– είναι υπέρογκο για τον ελληνικό λαό. Εάν τον Φεβρουάριο του 2015 ο λογαριασμός ανέβαινε στα 1 ή 2 δισ. ευρώ (κατά το περιβόητο «μέιλ Χαρδούβελη»), τον Ιούλιο του 2015, είχε ανέβει σε πολλές δεκάδες δισεκατομμυρίων και σήμερα έχει ξεπεράσει τα 100 δισεκατομμύρια. Οι πολίτες ασφυκτιούν και η χώρα έχει μεταβληθεί σ’ έναν αξιοθρήνητο επαίτη-προτεκτοράτο.

Εν τούτοις, το παιχνίδι της απάτης – «αυταπάτης» συνεχίζεται, επισωρεύοντας νέα και μεγαλύτερα κόστη, διότι, όπως πάντοτε συμβαίνει στην ιστορία, όλες οι ψευδοαντιστάσεις έχουν αρνητικές συνέπειες. Έτσι και οι καθυστερήσεις στα αεροδρόμια, στο Ελληνικό, στα λιμάνια, τη στιγμή που η κυβέρνηση έχει ήδη υπογράψει την εκχώρησή τους, έχουν προφανώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που δήθεν, ή πράγματι, επιδιώκουν ο Δρίτσας ή ο Σπίρτζης. Να δημιουργείται μια τεράστια πλειοψηφική βούληση στον ελληνικό λαό, του τύπου: «δώστε τα το ταχύτερο δυνατό ώστε να τελειώνουμε», και οι τελικές συμφωνίες να είναι πολύ πιο επώδυνες. Έτσι, το όντως ξεπούλημα του Ελληνικού, όταν αυτό έχει παραμείνει για πάνω από δέκα χρόνια σκουπιδότοπος, παύει πλέον να απασχολεί τους Έλληνες πολίτες και το μόνο που επιζητούν είναι «να το δώσουμε όσο-όσο και το ταχύτερο δυνατό». Το ίδιο συμβαίνει με τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, τις συγκοινωνίες, σύντομα με την ίδια τη ΔΕΗ. Μια και το δημόσιο είναι ανίκανο να τα διαχειριστεί στοιχειωδώς αποτελεσματικά, ας τα παραχωρήσουμε το ταχύτερο δυνατό, έστω και για μια μπουκιά ψωμί. Και αυτό το αποτέλεσμα της «αντιστασιακής» του τακτικής θα μπορούσε να το διαπιστώσει άμεσα ο Θ. Δρίτσας, εάν έθετε τη δημοτικότητά του στην κρίση των πολιτών. Πιθανότατα θα ήταν χαμηλότερη και από του Καμμένου.

Έτσι, ο κος Τσίπρας επιτυγχάνει με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια· και γίνεται αποδεκτός από τους Γερμανούς εταίρους του, από τα funds, τον κ. Σόρος (που εξάλλου αρθρογραφεί και στην Αυγή πλέον), τον Λάτση, ως «λογικός» και «συναινετικός», και, ταυτόχρονα, με εργαλείο την ψευδοαριστερή του πτέρυγα, εμφανίζεται και ως βιαζόμενος-αντιστεκόμενος. Γι’ αυτό και είναι υποχρεωμένος να κρατάει και να χρησιμοποιεί τον Πολάκη ή τον Δρίτσα, ως παραβάν για να καλύπτει τις πρακτικές της ανίκανης κυβέρνησής του, και όχι μόνο γιατί έχει ανάγκη τις ψήφους τους, στη Βουλή. Εξάλλου, στις ψηφοφορίες όλα τα κουκιά μετράνε το ίδιο και δεν έχει καμία σημασία αν είναι «βουτηγμένα στα δάκρυα». Και, μέχρι σήμερα, και ο «Θοδωρής» και οι άλλοι κρυπτόμενοι των «53», όπως ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος και ο Μάκης Μπαλαούρας, που «θα διαδήλωνε κατά της Cosco, αν δεν ήταν κυβέρνηση(!)», ψηφίζουν τα ίδια με τον Παπαχριστόπουλο, την Αυλωνίτου και κομπανία. Και τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς που παρίσταναν τους επαναστάτες.

Δεν θα πρέπει προφανώς να αποκλείεται –είναι το πιθανότερο– ότι, σε κάποια στιγμή, αύριο, όταν θα κλείνει ο κύκλος της διακυβέρνησης Σύριζα, ο Δρίτσας, ο Πολάκης και κάποιοι από τους περιβόητους «πενήντα τρεις», πιθανώς να ανακαλύψουν εκ νέου την επαναστατική τους φλέβα και να έλθουν σε ρήξη με τον Τσίπρα. Εξάλλου, κυβέρνηση δεν πρόκειται να ξαναδούν. Μέχρι τότε, όμως, θα έχουν συντηρήσει την πλειοψηφία των «εκατόν πενήντα τριών» που χρειάζονται η κυβέρνηση και ο Σόιμπλε, κρατώντας πάντα και το άλλοθι του αντιστεκομένου.

Δυστυχώς, όμως, για τον «Θοδωρή», στην πραγματικότητα, η ευθύνη του είναι πολύ μεγαλύτερη από του Τσίπρα και δεν αρκεί να του αναγνωρίζουμε ότι είναι «καλό παιδί». Διότι ο Τσίπρας, ένας τυχοδιωκτάκος ήταν που έπιασε την καλή. Οι άλλοι που για δεκαετίες βρίσκονταν στα πεζοδρόμια και στις «ευρωπορείες», φέρουν ακέραιη την ευθύνη για όλα. Συνεργώντας με τη συμμορία των σαλταδόρων του Μαξίμου, κατέστρεψαν τη χώρα τους και συκοφάντησαν κάθε έννοια δημόσιου χώρου, κοινωνικής ιδιοκτησίας κ.ο.κ. ενώ δήθεν αγωνίζονταν για να τα προασπίσουν. Διότι τα μετέβαλαν σε χαβούζες και έτσι όλοι οι πολίτες σε λίγο θα επικροτούν την πλήρη εκχώρησή τους στα ιδιωτικά συμφέροντα, μια και «έτσι τουλάχιστον θα λειτουργούν».

Παλιέ μου φίλε, δεν υπάρχει πλέον καμία διέξοδος. Το μεγάλο αδίκημα κατά της χώρας σου το έχεις διαπράξει. Δεν έφυγες έστω το καλοκαίρι του 2015, μαζί με τους άλλους συντρόφους σου.

Και ο συμφυρμός τυχοδιωκτών, σαλταδόρων και «καλών παιδιών» σε ένα ενιαίο σχήμα, η συμπόρευσή τους επί τόσα χρόνια σε ένα κόμμα και η μοιραία κοινή πορεία τους, αυτόν τον ενάμιση χρόνο της καταστροφής, έχει μια βασική αφετηρία, τον εθνομηδενισμό τους. Καθόλου τυχαία, από τη δεκαετία του 1970, συγκρουόμαστε πάνω στα «εθνικά θέματα». Γι’ αυτό, εδώ και δεκαετίες, χώρισαν οριστικά οι δρόμοι μας. Απεδείχθη, δυστυχώς, πως αν αδιαφορείς για την τύχη της χώρας σου, στο τέλος θα αδιαφορήσεις και για τους ανθρώπους της. Όλα τ’ άλλα δεν είναι πλέον αυταπάτες, αλλά απάτες. Όποιος λοιπόν θέλει, τουλάχιστον, πλέον, να σώσει την «ψυχή» του, έξοδος, τώρα.

Υ.Γ. Είχα δημοσιοποιήσει αυτό το κείμενο, όταν ο κ. Θεόδωρος Δρίτσας επιδόθηκε σε άνευ προηγουμένου παλινωδίες στη Βουλή για να ευτελίσει και πάλι τον εαυτό του, την κυβέρνηση και προπαντός  τον ελληνικό λαό, υποχωρώντας ταπεινωτικά σε όλες τις αιτιάσεις και τα αιτήματα της COSCO, ενώ εν συνεχεία μας διαβεβαίωσε τηλεοπτικώς (στην τηλεόραση του SKAI  το πρωί της 1ης Ιουλίου) ότι θα συνεχίσει τον “αγώνα” και δεν θα παραιτηθεί αδιαφορώντας ακόμα και για την “σωτηρία της ψυχής” του, όπως ελπίζαμε ότι θα κάνει. Επέλεξε δηλαδή  να ταυτιστεί με τον γνωστό ήρωα της παλιάς ελληνικής ταινίας, ο “Ψευτοθόδωρος” – κρίμα γι’ αυτόν, διότι ο Ηλιόπουλος τουλάχιστον έπαιζε καλά.

 

TAGS: Θεόδωρος Δρίτσας, COSCO