Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Φεγγάρι μάγια μου΄κανες (Της ξενιτιάς)

Στίχοι:  Ερρίκος Θαλασσινός
Μουσική:Μίκης Θεοδωράκης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ  –  Φεγγάρι μάγια μου΄κανες (Της ξενιτιάς)

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΚΚΑΣ  –  Φεγγάρι μάγια μου΄κανες (Της ξενιτιάς)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ  –  Φεγγάρι μάγια μου΄κανες (Της ξενιτιάς)

Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες
και περπατώ στα ξένα
είναι το σπίτι ορφανό
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά κλαμένα
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
ένα χελιδονάκι,
να πάει να χτίσει τη φωλιά
στου κήπου την κορομηλιά
δίπλα στο μπαλκονάκι,
στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή

Να πάει στη μάνα υπομονή
δεμένη στο μαντίλι
προικιά στην αδερφούλα μου
και στη γειτονοπούλα μου
γλυκό φιλί στα χείλη

Advertisements

Το τραγούδι της πρώιμης εφηβείας (μου)

του Βασίλη Λουλέ

 

Για άλλο τραγούδι ήθελα να γράψω –για μια μπαλάντα αποχαιρετισμού- αλλά αλλιώς ήρθαν τα πράγματα με τον θάνατο της Τζένης Βάνου. Ήταν για μένα ταυτισμένη πάντα μ’ αυτό το τραγούδι της. «Σ’ αγαπώ».

«Ο ήλιος βγαίνει μέσ’ τα μάτια σου
λάμπουν στα μάτια σου τ’ αστέρια…»

Το θυμάμαι από παιδάκι ακόμα, από το ’69-’70, να το τραγουδάνε φίλοι των γονιών μου στις καλοκαιρινές ταβέρνες των Τρικάλων, στα πούλμαν που μας πήγαιναν κάθε Κυριακή στον Πλαταμώνα για μπάνια, στην ταβέρνα απέναντι από το σπίτι μας, να το βάζουν και να το ξαναβάζουν στα τζουκ-μποξ. Το τραγούδαγε η μάνα μου, το άκουγα στο γήπεδο τις Κυριακές από τα τρανζιστοράκια, το άκουσα μια φορά να το τραγουδάει ένας παπάς στο δρόμο –κι έπαθα σοκ!

Όλοι έμοιαζε να τραγουδάνε αυτό το «Σ’ αγαπώ» και μόνον εγώ δεν το τραγούδαγα τότε. Άκουγα τους άλλους, τους μεγάλους, να το ψιθυρίζουν ή να το φωνάζουν, κι εγώ ένοιωθα μια γλυκειά αμηχανία. Δυό χρόνια μικρότερος τότε απ’ ότι στη φωτογραφία, σα να ντρεπόμουνα να πιάσω στα χείλη μου κάτι που ακόμα δεν είχα νοιώσει, δεν είχα γευτεί. Ντρεπόμουνα (μήπως φοβόμουνα;) αυτό που ένοιωθα να ’ρχεται με ορμή όσο πλησίαζα στην εφηβεία.

Κι όμως, όταν τελικά ήρθε ο έρωτας στη ζωή μου άλλα τραγούδια τον έθρεψαν, τον ντάντεψαν, τον χάϊδεψαν, τον παρηγόρησαν, τον αποχαιρέτησαν, τον έκλαψαν. Τραγούδια ροκ και μπαλάντες της αμφισβήτησης που μας έκαναν να νοιώθουμε πολίτες του κόσμου, εμείς οι δειλοί ακόμα νεαροί της επαρχίας. Πότε-πότε τους έρωτές μας, τα ντέρτια μας και τις καψούρες μας τα συνόδευαν ρεμπέτικα του Τσιτσάνη -λόγω της Τρικαλινής του καταγωγής ίσως.

Το είχα ξεχασμένο αυτό το τραγούδι και στα φοιτητικά μου χρόνια. Rolling Stones, Bob Dylan, Doors, Led Zeppelin, Moody Blues φώτιζαν τις ερωτικές μας νύχτες.

Το συνάντησα μια φορά αναπάντεχα εκεί που δεν το περίμενα, σ’ έναν κόσμο που μόλις τότε άρχιζα να ψηλαφώ: βλέποντας το πολύ όμορφο φιλμ «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη (1984), με το κινηματογραφικό συνεργείο των στρατιωτών να γυρίζουν το video clip μιας όμορφης ξανθιάς που τραγούδαγε το «Σ’ αγαπώ» με φόντο τις αρχαιότητες της Αττικής -περίοδος χούντας. Όλα έμοιαζαν να ομορφαίνουν στη μουντή και άχαρη ζωή των ηρώων της ταινίας όταν τα άγγιζε αυτή η μουσική, που επανέρχεται ξανά και ξανά μέσα στο φιλμ. Σωστά, αυτό κάνει αυτό το τραγούδι: έτσι και το ακούσεις, δεν το χορταίνεις με τη μια φορά, επανέρχεται σαν έμμονη ιδέα, σε διαπερνάει.

«…και μέσ’ τα χέρια μου τα χέρια σου
δυο τρομαγμένα περιστέρια»

Αλλιώς αγαπάς, αλλιώς ερωτεύεσαι με το τραγούδι αυτό.

Είναι να απορείς πώς αυτή η φωνή, της Τζένης Βάνου, που τραγούδησε τόσο σπαρακτικά τον πόνο και το ναυάγιο του έρωτα, μπόρεσε να πει τόσο μοναδικά αυτό το δροσερό τραγούδι!

Ο Νίκος Φώσκολος -του οποίου τις ταινίες και τα πολυετή σήριαλ ουδέποτε εκτίμησα- μάς πρόσφερε με λίγους απλούς (σχεδόν απλοϊκούς) στίχους το μεγαλύτερό του δώρο: ένα τραγούδι που ταιριάζει στους έρωτες της πρώτης μας άνοιξης.

Έχει εκείνη την εφηβική αύρα που διαρκεί για λίγο στη ζωή μας, εκείνη τη λαχτάρα, την αναίτια μελαγχολία και τη συστολή μαζί, σε κείνον τον μοναδικό συνδυασμό, που χάνεται καθώς μεγαλώνουμε.

Και που σπάνια τον ξαναβρίσκουμε.

Κι αυτό το ανακάλυψα πολύ-πολύ-πολύ αργότερα, όταν ξαφνικά ήρθε και σφηνώθηκε και πάλι μέσα μου κάτι που έμοιαζε με εφηβικό έρωτα (και ξύπνησε  και πάλι το τραγούδι εκείνο της Τζένης Βάνου). Το ένοιωσα από την πρώτη στιγμή πως ήταν κάτι διαφορετικό αυτό που ήρθε. Και είχα πράγματι τη λαχτάρα της εφηβείας. Αλλά δεν ξέρω πόση από την τόλμη της είχα. Ούτε από τη συστολή της: αυτή που κάνει τα πράγματα να μαραζώνουν μέσα σου και να σαπίζουν αν είναι περισσότερη απ’ όση πρέπει, αλλά που τα κάνει και να διαρκούν και να στεριώνουν αν είναι τόση όση χρειάζεται. Ποτέ όμως δεν ξέρεις κάθε φορά ποιά είναι η σωστή δόση. Αχ, ποιά είναι η δόση της λαχτάρας, της τόλμης, της απερισκεψίας και της συστολής, που δεν μας τη λέει το τραγούδι;

Παιδί, στα Τρίκαλα, στο πούλμαν που μας πήγαινε για μπάνιο την Κυριακή κολλούσα το πρόσωπο στο τζάμι και ταξίδευα πέρα μακρυά για ώρες ακούγοντας το ραδιόφωνο να παίζει (ή έπαιζε μέσ’ το κεφάλι μου μονάχα;):

«…μιά λέξη σου μού δίνει τη ζωή
και μιά σου λέξη μού την παίρνει…».

«Τι σκέφτεσαι Λάκη;» με ρώταγε ο πατέρας μου από δίπλα. «Τίποτα μπαμπά, κοιτάω!» απαντούσα εγώ απότομα, ενοχικά –έλεγα ψέμματα, ναι σκεφτόμουν. Κι όμως, το “σκεφτόμουν” δεν είναι η κατάλληλη λέξη. Ένοιωθα. Κάτι παράξενο και αντιφατικό: τη λαχτάρα ενός έρωτα που ακόμα δεν είχε έρθει αλλά και την μελαγχολία, τη ματαίωση ενός πρόωρου τέλους.

Στο τζάμι διπλά είδωλα. Το παιδικό μου πρόσωπο με το τοπίο να φεύγει. Να κοιτάω μια το ένα, μια το άλλο. Κι ανάμεσα, να ’ρχονται φλασιές, φευγαλέες εικόνες, από το μέλλον. Προσπαθούσα με το δάχτυλο να τις ζωγραφίσω, να τις σχηματίζω, να τις προλάβω πριν χαθούν: χάδια ερωτικά, λόγια αγάπης διστακτικά, βλέμματα που μέσα τους χάνεται ο χρόνος, όρκοι πίστης, μια βαθειά συγγνώμη, ένα αντίο σ’ έναν νυχτερινό σταθμό λεωφορείου, ένα δάκρυ που έγινε μοναχικός λυγμός στα πίσω σκοτεινά καθίσματα· στιγμές που τρεμοσβύνουν «…σα να τις άγγιξαν θύελλες που έρχονται από το μέλλον βιαστικά» γράφει ο αγαπημένος Τάσος Λειβαδίτης.

Έτσι είναι πολλές φορές ο έρωτας: άλλοτε έρχεται από το μέλλον βιαστικά, κι άλλοτε, μέχρι να τον καταλάβεις είναι ήδη παρελθόν, απομακρύνεται. Απλώνεις το χέρι, σε ρυθμό ταινίας σε αργή κίνηση, να κρατήσεις κάτι. ‘Η να κρατηθείς.

«Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ
η αγάπη αυτή με πεθαίνει
Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ
η αγάπη αυτή μ’ ανασταίνει»

Πηγή

Τζένη Βάνου: εμένα δε θα μ’αφήσει ο Θεός. Η πίστη είναι βάλσαμο

vanou

Συνέντευξη στη Γιωτα Συκκα

«Θέλω ένα «καλάβι» από τον Αγιο Βασίλη», της είπε ο εγγονός της και εκείνη το ‘βαλε σκοπό να του το βρει. «Ενα καράβι συναρμολογούμενο», μου εξηγεί η Τζένη Βάνου και λάμπει ολόκληρη για τη «χαρά» της όπως ονομάζει τον μικρό Βασίλη.

Για τη συνέντευξη ήταν απρόθυμη: «Μα δεν κάνω κάτι, τι να πω;» απόρησε με το τηλεφώνημα λίγες ημέρες νωρίτερα. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Η ίδια δεν έκανε τίποτε, αλλά το Ιντερνετ έκανε πολλά για εκείνη. Ολόκληρες συζητήσεις για τις ερμηνείες της γύρω από τον έρωτα. «Σ’ αγαπώ», «Αν είναι η αγάπη αμαρτία», «Σε βλέπω στο ποτήρι μου», «Αγόρι μου», «Η σκλάβα σου», συγκρίσεις με τις καινούργιες εκτελέσεις (που δεν την ξεπέρασαν), τα εξώφυλλα των βινυλίων της, οτιδήποτε την αφορά. Μια ολόκληρη εποχή του ελαφρού τραγουδιού κι ας το αγνοεί η ίδια.

Η κυρία Βραχνού, όπως ήταν το επίθετό της πριν τη βαφτίσει Βάνου ο Γεράσιμος Λαβράνος, «Τζένη» ή «Τζενάκι» όπως τη φωνάζουν στη Νέα Σμύρνη, με την τεχνολογία δεν τα πάει καλά. Ούτε καν με το τηλέφωνο. Οι ώρες της περνούν στο διαμέρισμά της στο δρομάκι της Β. Σοφίας όπου περνάει τον χρόνο της, όταν δεν πάει στο μίνι μάρκετ που άνοιξε με τον γιο της, λίγο πιο κάτω στην οδό Βυζαντίου. Ούτε τηλεόραση βλέπει πολύ. «Με την τρόικα και τα μνημόνια στεναχωριέμαι». Μόνο με το «Kismet» ξεχνιέται. «Πολύ κλάμα», της λέω και μου απαντά με κάτι που γνωρίζει καλά: «Το κλάμα είναι λύτρωση. Στις εποχές αυτές καλύτερα να κλαίμε με το τούρκικο σίριαλ παρά για τα χάλια μας».

Εχω περάσει απόρριψη και κακοποίηση

– Το γνωρίζετε ότι το ρεπερτόριό σας έχει γίνει μέρος κάθε προγράμματος σε πίστες και σκηνές;

– Από παλιά έλεγαν πως αυτοί που δίνουν μεροκάματο στους νεότερους συναδέλφους τους είναι η Βάνου και ο Πουλόπουλος. Είπα δύσκολα τραγούδια. Τραγούδια που «έκαιγαν» τις φωνές. Επειδή η φωνή μου είχε εύρος, πολλοί συνθέτες και μαέστροι ήθελαν να παίξουν μαζί της. Χαίρομαι βέβαια γιατί άφησα και ορισμένα διαμάντια. Πάντως, επειδή μιλάμε γι’ αυτά τα τραγούδια που λέγονται και ξαναλέγονται, η επανάληψη δεν παύει να είναι ρέπλικα. Στα αυτιά του κόσμου συνήθως μένει η πρώτη εκτέλεση. Ο κόσμος με ταύτισε μαζί τους αν και δεν ήμουν εγώ η δημιουργός τους. Ημουν ένα εκτελεστικό όργανο, απλώς είχα ψυχή.

– Ξέρετε τι συμβαίνει για σας στο Διαδίκτυο; Οτι οι εικοσάρηδες γνωρίζουν τα τραγούδια σας;

– Μου το λένε τα παιδιά μου. Η κόρη μου ασχολείται περισσότερο. Ο γιος μου έχει το μαγαζί και δεν προλαβαίνει. Στην αρχή πήγαινε καλά. Από την ώρα που εισέβαλε το ΔΝΤ, παγώσαμε και μεις. Ο κόσμος για 30 λεπτά φτηνότερα μπορεί να πάει δυο χιλιόμετρα να βρει σούπερ μάρκετ.

Στο μίνι μάρκετ

– Εσείς βοηθάτε στο μίνι μάρκετ;

– Πηγαίνω όσο μπορώ, αλλά τον τελευταίο καιρό πέσανε τα φτερά μου. Επιπλέον δεν τα πάω καλά με την τεχνολογία. Πάντα είχα αυτό το πρόβλημα. Εδώ μια απλή κασέτα δεν ηχογραφούσα για να τη δώσω στον μαέστρο, όταν αλλάζαμε τα προγράμματα στα κέντρα. Είχα βέβαια και τα παιδιά μου. Πολλοί λένε πως είμαι φευγάτη. Εγώ λέω ονειροπόλα και συναισθηματική. Ουμανίστρια μέχρι το κόκαλο.

– Ο Ζαμπέτας κάποτε μου είχε πει «μη στέκεσαι στον λυγμό της, είναι αντράκι».

– Αντράκι γιατί ξεπέρασα τα δύσκολα, απόρριψη και κακοποίηση. Ομως, οτιδήποτε κι αν περνούσα, έπαιρνα το αυτοκίνητό μου, έβαζα την αγαπημένη μου κασέτα κι οδηγούσα κλαίγοντας ώς το Σούνιο, μονολογώντας: «εμένα δεν θα με αφήσει ο Θεός». Εγώ δεν ήμουν Σκάρλετ Ο’ Χάρα «αύριο θα έρθει μια καινούργια ημέρα». Απλώς θεωρούσα απίθανο να με ξεχάσει ο Θεός. Η πίστη είναι βάλσαμο.

– Ετσι ατσαλωθήκατε;

– Από παιδάκι. Ο χωρισμός των δικών μου δεν ήταν καλός. Εμενα στην αρχή στη γιαγιά. Τη λάτρευα. Ημουν πέντε χρόνων όταν ο θείος μου με έβρισε: «Ανάθεμα τη μάνα σου που σε άφησε για τον γκόμενο».

Ο πατέρας ήταν κύριος, αλλά τα λόγια του αδερφού του στάθηκαν εγκληματικά. Ακόμη με τρώει εκείνη η απόρριψη κι ας επιστρατεύω τη λογική. Δεύτερη κόλαση ήταν η μητριά μου. Με έβαζε να κάνω βαριές δουλειές πριν φύγω για το σχολείο κι εγώ ήμουν παιδάκι.

– Η γιαγιά σάς προστάτευε;

– Ημουν η 19η εγγονή της κι εκείνη ήταν φύλακάς μου. Οταν έμαθε τι συμβαίνει -θυμάμαι ετοιμαζόμασταν για τα κούλουμα- έφτασε από τον Βύρωνα και βούτηξε από τα μαλλιά τη μητριά μου. Ολα αυτά ήταν σοκ. Εκτοτε έμαθα να μην ανακυκλώνω τι συμβαίνει κι αποφάσισα να μην ξαναμιλήσω για όσα κακά ζούσα. Στα δώδεκα δεν άντεξα, κατάπια 50 κινίνα.

– Δεν μιλάτε για τη μητέρα σας.

– Στην αρχή απαγορευόταν να τη δω. Υστερα πέσανε οι δικηγόροι, ήρθαμε κοντά. Ξέρεις, καμιά ερωτική απόρριψη δεν είναι μεγάλη όσο εκείνη της μάνας. Νόμιζα ότι δεν με αγαπούσε.

Γι’ αυτό, από την ώρα που έγινα μάνα, δεν άφησα τα παιδιά μου. Ούτε καριέρες στο εξωτερικό ούτε τίποτα. Δική μου η ζυγαριά δική μου και η απόφαση. Ξεροκέφαλη με κατηγορούσε ο πατέρας μου. Ημουν και υπερβολικά υπερήφανη. Αρρωστο ελάττωμα.

– Σας δημιούργησε προβλήματα;

– Εγώ τα προκάλεσα. Τα παιδιά μου για παράδειγμα έχουν ωραίες φωνές. Ο γιος μου που ασχολήθηκε για λίγο ήθελε να συνεχίσει. Η κόρη μου προτίμησε να γίνει καθηγήτρια Αγγλικών. Στα λέω αυτά για να δεις ότι ποτέ δεν τα βοήθησα ζητώντας κάτι. Θα μπορούσα να πάρω τον μέντορά μου τον Πλέσσα κι όσους συνεργάστηκα. Αλλά η περηφάνια βλέπεις… Οταν πρωτάκουσα την κόρη μου συγκινήθηκα, της είπα «τραγουδάς όμορφα, θα ήθελα λίγο περισσότερη καρδιά». Μου απάντησε: «Εγώ δεν πέρασα όσα έζησες εσύ. Με μεγάλωσες σαν πριγκίπισσα».

– Ολα άρχισαν από το ραδιόφωνο.

– Με τις πλάτες της μανούλας μου. Εκανα φροντιστήριο για να μπω στο Φυσικομαθηματικό που φιλοδοξούσε ο πατέρας μου. Ζητούσα να πάω στο ωδείο, αλλά ήταν αυστηρός: «Δεν θα σου δώσω τα εφόδια της πόρνης».

Ο δημοσιογράφος Γ. Κολοκοτρώνης που με άκουσε στης μητέρας μου, με σύστησε στον Πλέσσα. Υπέβαλα τα χαρτιά μου στη Ραδιοφωνία, πέρασα από εξετάσεις ανάμεσα σε 170 και ξεκίνησα στο ραδιόφωνο. Υστερα βουτιά στη μεγάλη ορχήστρα.

Καπνίσης, Μουζάκης, Μωράκης… Συνεργάστηκα με όλους χωρίς να έχω δική μου δισκογραφία. Εκεί με άκουσε ο Βάσος Σεϊτανίδης, αλλά με είχε ακούσει και ο μπαμπάς μου. Γυρίζοντας με περίμενε η βαλίτσα έξω από την πόρτα. Οπότε επίσημα πήγα στη μητέρα μου. Πήγα όμως και στο «Τζάκι» στη Ρηγίλλης, αντικαθιστώντας τη Μούσχουρη όταν έφυγε για το μεγάλο βήμα στην Ευρώπη.

– Φτάσατε όμως και στη «Νεράιδα».

– Στο «Τζάκι» ήρθε ο Χιώτης με τη Λίντα και μου πρότειναν να συνεργαστούμε στη «Σπηλιά του Παρασκευά». Πήγα, αλλά έφυγα γρήγορα για προσωπικούς λόγους. Λίγες μέρες πριν, ήρθαν στο μαγαζί η Μπελίντα που την αγαπούσα πολύ, ο Κατσαρός και η Παμέλα που είχε τη Νεράιδα. Ολοι μιλούσαν για την «ουράνια φωνή». Μόνο αυτή μου είπε: «Δεν ντρέπεσαι να δουλεύεις σε τέτοιο μαγαζί; Εσύ είσαι για την Νεράιδα». Πήγα και έμεινα οκτώ χρόνια.

Ο Πλέσσας, ο Χατζιδάκις, η Παπαρίζου…

– Τραγουδούσατε τα πάθη σας;

– Κάθε τραγούδι που είπα το ένιωθα σαν τρίλεπτο μυθιστόρημα με πρωταγωνίστρια εμένα. Η δουλειά αυτή δεν μου άρεσε ποτέ. Μισούσα την προετοιμασία της. Δεν ήμουν ποτέ κοκέτα. Μόνο όταν άρχιζε το τραγούδι άλλαζα. Αυτό ήταν έρωτας.

– Υπάρχει διαφορετικός τρόπος να τραγουδηθεί ο έρωτας;

– Οταν άρχισα όλοι μου λέγανε «μπράβο παιδί μου», «μπράβο αηδόνι». Ο μέντοράς μου όμως, ο Μ. Πλέσσας, τίποτα. Εσπαγα το κεφάλι μου τι κάνω στραβά. Ενα βράδυ μου ζήτησε να μάθω ένα τραγούδι για να το ακούσουν ο Πρετεντέρης, ο Οικονομίδης, ο Σακελλάριος. Το μαθαίνω σε 2-3 λεπτά, όμως όπως το έπαιζε, έκανε μια κακοχορδία στο πιάνο και νευριασμένος -αν και ποτέ δεν θύμωνε- μου φώναξε: «θα μάθεις να τραγουδάς». Μπήκα τρία μέτρα στη γη. Το ξανάπα αλλά δεν μπορούσα να συνέλθω από τον λυγμό. «Επιτέλους, αναρωτιόμουν πότε θα βγάλεις την καρδιά που έχεις μέσα σου». Είχε δίκιο. Τραγουδούσα τέλεια αλλά χωρίς ψυχή. Ετσι έγινε το «Ποιος το ξέρει» που έπειτα είπε ο Χορν.

– Ζηλέψατε τραγούδια άλλων;

– Ολα του Χατζιδάκι. Μου αρέσουν και του Αντώνη Βαρδή. Από τα νέα παιδιά, σαν συνθέτης όμως, ο Χατζηγιάννης. Και ο Θεοφάνους. Τραγουδίστρια της καρδιάς μου είναι η Αλεξίου. Μου αρέσει η Αννα Βίσση που είναι σωστή φωνητικά και βρίσκω θεϊκή την Ελενα Παπαρίζου.

Υπάρχει αγένεια στη διασκέδαση

– Σε τι διαφέρει η σημερινή διασκέδαση από εκείνη;

– Τότε ήταν ψυχαγωγία, αγωγή στην ψυχή, τώρα είναι διασκέδαση. Υπήρχε σεβασμός, τώρα αγένεια. Ο κόσμος άκουγε. Τώρα ανεβαίνουν στην πίστα, σε αγγίζουν, τραγουδούν μαζί σου. Οσο κι αν υπερυψώνονται οι πίστες, σκαρφαλώνουν για να χορέψουν με τον τραγουδιστή. Με το ζόρι. Γιατί όπως είπε σωστά ο Νταλάρας, «παλιά ακούγανε, τώρα βλέπουν».

Το διαζύγιό σας συνέπεσε με τον θάνατο του ελαφρού τραγουδιού.

– Ενα ακόμη σοκ. Τότε με έσωσε ο φίλος Τόλης Βοσκόπουλος. Με βρήκε στην Πανεπιστημίου να κλαίω. Εποχές τραγικές, που μου έδινε η μητέρα μου να πάρω γάλα για τα παιδιά μου. Μου είπε «θα πεις λαϊκό». Εγώ τραγουδούσα 11 χρόνια, αλλά σε διαφορετικό δρόμο. Το σνόμπαρα το λαϊκό. Λάτρευα την τζαζ. Ετσι, μου έγραψε το «Αγόρι μου» και με επέβαλε, γιατί δεν με ήθελε ο Μάτσας.

– Πενήντα χρόνια στο τραγούδι κουραστήκατε;

– Το τραγούδι δεν κόβεται. Ο τραγουδιστής αισθάνεται μισακός αν το κόψει. Αν βρω ένα καλό μαγαζί, βγαίνω και τώρα. Μια μπουάτ, βρε παιδί, μια κοσμική ταβέρνα. Εκεί σε σέβονται.

– Κάνατε λάθη;

– Υπερβολικά πολλά. Κυρίως για τους χώρους που πήγαινα. Με κατηγόρησαν για πολλά. Οτι δεν διάλεγα. Οταν έχεις ανάγκη δεν διαλέγεις. Πήγαινα σε όποιον έκανε πρώτος πρόταση. Δεν μπορούσα να ανεβάζω κασέ ούτε να αθετώ τον λόγο μου. Ημουν σπάταλη. Για λούσα δεν ξόδευα, πάθη με αλκοόλ και χαρτιά δεν είχα, όμως πώς τα χαλάω τα λεφτά μου ακόμη δεν ξέρω. Ισως είναι το DNA μου. Λεφτά δεν μάζεψα.

– Πώς θα περιγράφατε τη ζωή σας;

– Eίμαι ένα δυνατό μελό. Ομως δεν βγήκε δεύτερη Βούρτση για να το παίξει.

Πηγή

 

Νίκος Πλατύραχος

Ο Συνθέτης Νίκος Πλατύραχος  live στην μπουάτ “Απανεμιά” (18-11-2013)

Μαντολίνο : Βιβή Γκέκα
Τραγούδι : Κώστας Βασιλιάγκος
Μπάσσο, συνθετικοί ήχοι : Γιώργος Διαμαντόπουλος :
Πιάνο : Νίκος Πλατύραχος
Α’ μέρος

Γ’ μέρος

Ο Νίκος Πλατύραχος γεννήθηκε στην Aθήνα το 1965 και κατάγεται από το Pέθυμνο. Tα τελευταία 12 χρόνια, παράλληλα με την Aθήνα, ζει και δρα στην Kολωνία και το Mόναχο της Γερμανίας όπου ασχολείται κυρίως με τη σύνθεση μουσικών υποκρούσεων σε κινηματογραφικές ταινίες.
Aφού σπούδασε πιάνο και ανώτερα θεωρητικά στο Eθνικό Ωδείο Aθηνών, συνέχισε με σπουδές σύνθεσης στη μουσική ακαδημία του Ανοβέρου και της Κολωνίας με τον Hans Werner Henze, καθώς και με μεταπτυχιακές σπουδές στο Studio ηλεκτρονικής μουσικής της Kολωνίας με καθηγητή τον H. U. Humpert και με την υποστήριξη της γερμανικής υποτροφίας DAAD, απ’ όπου αποφοίτησε το 1991. Έχει γράψει τη μουσική σε πάνω από 15 ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου και συνεργάζεται συστηματικά με τους σκηνοθέτες Xάρη Πατραμάνη, Rainer Matsutani και Adolf Winkelmann.
Στην Eλλάδα μεταξύ άλλων, έργα του έχουν εκτελεσθεί στο Hρώδειο Ωδείο και στο Mέγαρο Μουσικής Aθηνών, από την Oρχήστρα των Xρωμάτων, από την ιταλική ορχήστρα “DivertimentoEnsemble”, καθώς και από τη Συμφωνική Oρχήστρα της EPT. Συνεργάστηκε με τον Mάνο Xατζιδάκι τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του, σε επεξεργασίες και ενορχηστρώσεις έργων για την ορχήστρα των χρωμάτων (“Mατωμένος Γάμος”, κινηματογραφικά, κύκλος “Nino Rota”), καθώς και με τον Mίκη Θεοδωράκη (“Aκολουθία εις κεκοιμημένους”, “Eπιφάνεια Aβέρωφ”).
Tον Nοέμβριο του 1995 του απενεμήθη το ομοσπονδιακό βραβείο κινηματογραφικής μουσικής, στα πλαίσια των εκδηλώσεων FILMMUSIKTAGE95 στη Bόννη, για τη μουσική του στην ταινία του Rainer Matsutani “Nur uber meine Leiche” (CD Sony Music).
H δισκογραφική του έκδοση με τίτλο “Σεπτέμβριος”, αφορά σε κινηματογραφικά μουσικά του θέματα, που αποδίδονται από τηνOρχήστρα των Xρωμάτων. H τελευταία του δισκογραφική του δουλειά στην Ελλάδα ονομάζεται “Ονειρογραφία” (Νοεμβ. 2011).

Δημήτρης Πολύτιμος: ο μεγαλύτερος σε ηλικία έλληνας ροκ καλλιτέχνης LIVE

 

Ο Δημήτρης Πολύτιμος (Φωτογραφία Μ.Νταλούκας, Δεκέμβριος 2012)

Σαράντα εννιά χρόνια, On The Road,  κλείνει φέτος, ο Δημήτρης Πολύτιμος, ο μεγαλύτερος σε ηλικία (είναι 81 ετών), έλληνας ροκ καλλιτέχνης. Στις 24 και 25 Ιανουαρίου 2014, στο κλαμπGagarin205, θα γίνει τιμητική αναδρομή, στο έργο που παρουσίασε αυτός και ο φίλος του, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο οποίος και κλείνει 47 χρόνια στον ίδιο ροκ μουσικό δρόμο.
Η αναδρομή αυτή με τον τίτλο, ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ, έχει ιδιαίτερη σημασία. Και οι δύο Δημήτρηδες, είναι πρόσωπα που κατόρθωσαν εν ζωή, να περάσουν στην Ροκ Μυθολογία.
Για τον Δημήτρη Πουλικάκο, θα μας δοθεί η ευκαιρία, να γράψουμε αρκετά μέχρι τότε, μιας και στο ροκ, είναι αδιαμφισβήτητα ο δάσκαλος πάντων.
Αλλά κάποιες σελίδες θα πρέπει να γραφτούν με αγάπη και πολύ σεβασμό, και για τον εκπληκτικό Δημήτρη Πολύτιμο.
Το συγκρότημα MGC, στο κλαμπ ΛΕΩΝΙΔΑΣ (Χειμώνας του 1968). Αριστερά, στο κίμπορντ ο Δημήτρης Πολύτιμος, κάνει δεύτερη φωνή στον Δημήτρη Πουλικάκο που τραγουδά δεξιά (ΑΡΧΕΙΟ Μ.Νταλούκα)
Ο εξαιρετικός πιανίστας και κιμπορντίστας Δημήτρης Πολύτιμος, γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου του 1933, στη Σύρο. Τον ίδιο χρόνο, η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, αφού ο πατέρας του, ανέλαβε Γενικός Διευθυντής της ΧΑΝ.
Τελείωσε το Μαράσλειο Διδασκαλείο και το 10 Γυμνάσιο Αθηνών. Υπήρξε πολύ καλός μαθητής,  έδωσε εξετάσεις, και πέρασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φυσικός.
Στον τελευταίο όμως χρόνο, αρνήθηκε να πάρει το πτυχίο, αποφασίζοντας να γίνει μουσικός.
Με την Μουσική ασχολήθηκε από μικρός, αφού μεγάλωσε σε μουσική οικογένεια, ο πατέρας του έπαιζε βιολί και η μητέρα του, πιάνο.
Ασχολήθηκε πρώτα με την Τζαζ, το 1964 μάλιστα, εμφανίζεται στο κλαμπ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ, παίζοντας πιάνο.
Τον επόμενο χρόνο, μπαίνει στο θρυλικό ροκ συγκρότημα MGC και παίρνει έναν καθαρά ροκ και περιπετειώδη δρόμο.
Το 1968, φυλακίζεται μαζί με τον Πουλικάκο. Μετά την διάλυση του συγκροτήματος, τον Σεπτέμβριο του 1969, φεύγει στο Παρίσι.
Συνεργάζεται εκεί με τους Aphrodite’s Child, στον ιστορικό δίσκο τους, 666.
Ταξιδεύει Αμερική και Ινδία, και το 1974, μετά την μεταπολίτευση, επιστρέφει στην Ελλάδα.
Συμμετέχει σε ιστορικούς δίσκους του ελληνικού ροκ και παρευρίσκεται σε γεγονότα σταθμούς, όπως:
-Ζωντανοί στο Κύτταρο
-Φλου, του Παύλου Σιδηρόπουλου
-Crazy Love στου Ζωγράφου
-Zorba the Freak
-Μεταφοραί Εκδρομαί ο Μήτσος

Γιώργος Ζαμπέτας

Κλάψτε μάγκες μου απόψε (Πλημμέλημα)

Πατέρα κάτσε φρόνιμα

Μάλιστα κύριε

Πού σαι θαναση

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΡΩΤΕΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ (Η ΒΡΟΧΑ) LIVE

GEORGE ZABETAS FOR YOU!!!

Home, Roger Waters

Could be Jerusalem, or it could be Cairo
Could be Berlin, or it could be Prague
Could be Moscow, could be New York
Could be Llanelli, and it could be Warrington
Could be Warsaw, and it could be Moose Jaw
Could be Rome
Everybody got somewhere they call home

When they overrun the defences
A minor invasion put down to expenses
Will you go down to the airport lounge
Will you accept your second class status
A nation of waitresses and waiters
Will you mix their martinis
Will you stand still for it
Or will you take to the hills

It could be clay and it could be sand
Could be desert
Could be a tract of arable land
Could be a house, could be a corner shop
Could be a cabin by a bend in the river
Could be something your old man handed down
Could be something you built on your own
Everybody got something he calls home

When the cowboys and Arabs draw down
On each other at noon
In the cool dusty air of the city boardroom
Will you stand by a passive spectator
Of the market dictators
Will you discreetly withdraw
With your ear pressed to the boardroom door
Will you hear when the lion within you roars
Will you take to the hills

Will you stand, will you stand for it
Will you hear, ohhhh! ohhh! when the lion within you roars

Could be your father and it could be your mother
Could be your sister, could be your brother
Could be a foreigner, could be a Turk
Could be someone out looking for work.
Could be a king, could be the Aga Khan
Could be a Vietnam vet with no arms and no legs
Could be a saint, could be a sinner
Could be a loser or it could be a winner
Could be a banker, could be a baker
Could be a Laker, could be Kareem Abdul Jabar
Could be a male voice choir
Could be a lover, could be a fighter
Could be a super heavyweight, or it could be
something lighter
Could be a cripple, could be a freak
Could be a wop, gook, geek
Could be a cop, could be a thief
Could be a family of ten living in one room on relief
Could be our leaders in their concrete tombs
With their tinned food and their silver spoons
Could be the pilot with God on his side
Could be the kid in the middle of the bomb sight
Could be a fanatic, could be a terrorist
Could be a dentist, could be a psychiatrist
Could be humble, could be proud
Could be a face in the crowd
Could be the soldier in the white cravat
Who turns the key in spite of the fact
That this is the end of the cat and mouse
Who dwelt in the house
Where the laughter rang and the tears were spilt
The house that Jack built
Where the laughter rang and the tears were spilt
The house that Jack built
Bang, bang, shoot, shoot
White gloved thumb, Lord thy will be done
He was always a good boy his mother said
He’ll do his duty when he’s grown, yeah
Everybody’s got someone they call home

Roger Waters

Radio KAOS

part 1:

.

part 2:

.

part 3

.

Home

.

Could be Jerusalem, or it could be Cairo
Could be Berlin, or it could be Prague
Could be Moscow, could be New York
Could be Llanelli, and it could be Warrington
Could be Warsaw, and it could be Moose Jaw
Could be Rome
Everybody got somewhere they call home

When they overrun the defences
A minor invasion put down to expenses
Will you go down to the airport lounge
Will you accept your second class status
A nation of waitresses and waiters
Will you mix their martinis
Will you stand still for it
Or will you take to the hills

It could be clay and it could be sand
Could be desert
Could be a tract of arable land
Could be a house, could be a corner shop
Could be a cabin by a bend in the river
Could be something your old man handed down
Could be something you built on your own
Everybody got something he calls home

When the cowboys and Arabs draw down
On each other at noon
In the cool dusty air of the city boardroom
Will you stand by a passive spectator
Of the market dictators
Will you discreetly withdraw
With your ear pressed to the boardroom door
Will you hear when the lion within you roars
Will you take to the hills

Will you stand, will you stand for it
Will you hear, ohhhh! ohhh! when the lion within you roars

Could be your father and it could be your mother
Could be your sister, could be your brother
Could be a foreigner, could be a Turk
Could be someone out looking for work.
Could be a king, could be the Aga Khan
Could be a Vietnam vet with no arms and no legs
Could be a saint, could be a sinner
Could be a loser or it could be a winner
Could be a banker, could be a baker
Could be a Laker, could be Kareem Abdul Jabar
Could be a male voice choir
Could be a lover, could be a fighter
Could be a super heavyweight, or it could be
something lighter
Could be a cripple, could be a freak
Could be a wop, gook, geek
Could be a cop, could be a thief
Could be a family of ten living in one room on relief
Could be our leaders in their concrete tombs
With their tinned food and their silver spoons
Could be the pilot with God on his side
Could be the kid in the middle of the bomb sight
Could be a fanatic, could be a terrorist
Could be a dentist, could be a psychiatrist
Could be humble, could be proud
Could be a face in the crowd
Could be the soldier in the white cravat
Who turns the key in spite of the fact
That this is the end of the cat and mouse
Who dwelt in the house
Where the laughter rang and the tears were spilt
The house that Jack built
Where the laughter rang and the tears were spilt
The house that Jack built
Bang, bang, shoot, shoot
White gloved thumb, Lord thy will be done
He was always a good boy his mother said
He’ll do his duty when he’s grown, yeah
Everybody’s got someone they call home

Roger Waters

Doors co-founder Ray Manzarek dies at 74 in Germany

John Densmore, Robby Krieger, Jim Morrison and Ray Manzarek pictured in 1968

The Doors – John Densmore, Robby Krieger, Jim Morrison and Ray Manzarek – were hugely successful in their heyday

 

Ray Manzarek, keyboard player and founder member of the 60s rock band The Doors, has died aged 74.

He formed the band with lead singer Jim Morrison in 1965 after a chance meeting in Venice Beach, Los Angeles.

Manzarek, who had battled bile duct cancer for many years, died in a clinic in Rosenheim, Germany, with his wife and brothers at his bedside.

The Doors found fame in the 1960s with hits such as The End, Break on Through to the Other Side and Hello I Love You.

They sold more than 100 million albums worldwide and Manzarek became one of the best-known keyboardists of his era, his artistry colouring tracks like Riders on the Storm and Light my Fire.

 

Ray Manzarek performing  at the Sunset Strip Music Festival in August 2012
Manzarek’s keyboard skills helped The Doors sell 100m albums

In his latter years, Manzarek played in other bands and, in 1998, wrote a best-selling memoir, Light My Fire: My Life with The Doors.

Drummer John Densmore paid tribute to Manzarek, saying he felt “totally in sync” with his “musical brother”.

“There was no keyboard player on the planet more appropriate to support Jim Morrison’s words,” he added.

Guitarist Robbie Krieger, who continued to play with Manzarek following Morrison’s death on 3 July 1971, said he was “deeply saddened” to hear the news.

“I’m just glad to have been able to have played Doors songs with him for the last decade. Ray was a huge part of my life and I will always miss him,” he said.

British rock musician Billy Idol ‏tweeted, “I was lucky to get a chance to rock out with him and the other two Doors. Cheers mate, say hi to Jim.”

 

Iggy Pop and Ray Manzarek in 1974
Iggy Pop [L] played with Manzarek in 1974

Bill Siddons, the band’s manager in the 60s, told the BBC it was a “tremendous loss” to musical culture.

“He understood what Jim’s talent was, and he put the band together to make it work,” he said. “The Doors really had a huge impact, and still do, on our musical culture.”

The original line-up, which included drummer John Densmore and guitarist Robby Krieger, made six albums in their six years together.

The death of Morrison, who died of heart failure in a bath in Paris, effectively spelled the end for the band, although Chicago-born Manzarek took on singing duty.

Manzarek, who was of Polish descent, was born and raised in south Chicago before studying cinematography at the University of California in Los Angeles where he first met fellow film student Morrison.

“There was no idea of forming a rock and roll band at the time. Jim was a poet and a film maker – and not a very good film maker but a really good poet and a real intellectual,” he told singer Suzi Quatro in a documentary for the BBC.

He took classical piano lessons as a child which later contributed to the fusion style of The Doors’ music.

“The introduction to Light My Fire was my little Bach study. I had a good time with that,” he said.

“The whole point of The Doors was a fusion of rock and roll but with some jazz, a little bit of classical, Robbie Krieger’s flamenco guitar, and my classical background.”

He met Morrison again by chance on Venice Beach in 1965 after finishing their course, where Morrison sang him an early version of Moonlight Drive, which would later feature on their second album, Strange Days.

Manzarek met Densmore and Krieger at a Transcendental Meditation lecture and the four became the house band at The London Fog on the Sunset Strip in Los Angeles in 1966.

He played with a number of other bands throughout his career including Iggy Pop and punk rock band X.

Manzarek is survived by his wife Dorothy Fujikawa, who he married in 1967, his son, Pablo and three grandchildren.

Source: bbc.co.uk ( http://www.bbc.co.uk/news/entertainment-arts-22604798 )

Django Reinhardt: 60 χρόνια από το θάνατο του θρυλικού κιθαρίστα με τα 3 δάχτυλα

django2

Γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1910 στο Βέλγιο σε οικογένεια γύφτων Ρουμάνικης καταγωγής. Πέρασε την παιδική του ηλικία ταξιδεύοντας με τους καλλιτέχνες γονείς του και ζώντας σε σκηνές και καταυλισμούς. Έμαθε πρώτα βιολί και γύρω στα 12 έπιασε το banjo.

Στα 18 του γυρνώντας αργά το βράδυ στη σκηνή του έριξε ένα κερί κάτω και από τη φωτιά έχασε 2 δάκτυλα του αριστερού του χεριού και κινδύνεψε να χάσει το πόδι του. Παρόλ’ αυτά το πάθος του για τη μουσική τον ακολούθησε και σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Δεξιοτέχνης της κιθάρας έδωσε νέα χρώματα και νέους δρόμους στη jazz φέρνοντας  στοιχεία της gypsy μουσικής παράδοσης. Είναι χιλιάδες σήμερα οι μουσικοί που διδάσκονται από τα σόλο του και ακολουθούν τους δρόμους που χάραξε στη μουσική, τη λεγόμενη gypsy jazz (wikipedia link) .

Εδώ μια σύντομη βιογραφία του από το wikipedia

Κι εδώ ζωντανά σε ένα μικρό βίντεο που γυρίστηκε το 1939 με τον Stephane Grappelli στο βιολί: youtube.com

Κάθε χρόνο οργανώνονται φεστιβάλ με το όνομά του σε διάφορες χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπως το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ολλανδία.

Εδώ ένα 12-χρονο τότε ταλέντο από την Ολλανδία, ο Jimmy Rosenberg, με το πρώτο του γκρουπ “The Gypsy Kids” παίζει στο ετήσιο φεστιβάλ του Rijswiik, Ολλανδία το 1992: youtube. Πραγματικά απίστευτος για την ηλικία του.

django

Ο Τομ Μπάξτερ νίκησε το σκότος

του Δ. Κανελλόπουλου

Aν δεν ήταν ο Τομ Μπάξτερ και ήταν κάποιος άλλος καλλιτέχνης, λιγότερο χαλαρός και χωρίς ανεπτυγμένη αίσθηση του χιούμορ, η παρτίδα θα είχε χαθεί. Και η σαββατιάτικη συναυλία στο Gazarte θα αποτύγχανε παταγωδώς. Ωρα 11 και 30 το βράδυ του Σαββάτου, στο peak της η νυχτερινή Αθήνα (που δεν περνάει και τις καλύτερές της… μέρες) και ξαφνικά πέφτει το ηλεκτρικό ρεύμα. Ολο το Γκάζι βρέθηκε στο σκοτάδι. Και όχι μόνο. Μέχρι την Καλλιθέα και το Μοσχάτο, ίδια η κατάσταση. Βλάβη στον υποσταθμό της ΔΕΗ ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Το Gazarte γεμάτο από νωρίς, ο Βρετανός Τομ Μπάξτερ να παίζει ήδη. Μόνο το φως από τα κεριά έμεινε. Ευτυχώς ο Βρετανός νεο-σόουλ Τομ, με τη βαθιά συναισθηματική φωνή, δεν τα ‘χασε. Ζήτησε από τους παρευρισκόμενους να κάνουν ησυχία (κάτι που τηρήθηκε με ευλάβεια, ομολογώ) και ξεκίνησε να παίζει unplugged, μόνο με κιθάρα και φωνή. Πέρασε πιο μπροστά στη σκηνή για να ακούγεται καλύτερα και κάλυψε πλήρως το 45λεπτο του σκοταδιού και της σιωπής, με τους ψίθυρους και τις ανάσες.

Ορισμένοι βέβαια, όχι πολλοί είναι η αλήθεια, δεν ικανοποιήθηκαν και αποχώρησαν σχεδόν αμέσως. Δεν είχαν την υπομονή. Κάποιοι ζήτησαν και τα χρήματά τους πίσω. Αυτοί έχασαν. Η συναυλία εξελίχθηκε σε μία από τις καλύτερες του τελευταίου καιρού. Πολλές φορές το απρόοπτο είναι αυτό που προσφέρει την απαραίτητη μαγεία. Ειδικά όταν ακούς κομμάτια σαν το Tell Her Today ή το Better. Τραγούδια που, εδώ που τα λέμε, είναι προτιμότερο να τα ακούς στο σκοτάδι (και με παρέα!). Στο τέλος ανέβηκε και ο Σταύρος Λάντσιας στο πιάνο, ένας σπουδαίος Ελληνας μουσικός από τους καλύτερους. Και δεν εννοώ μόνο στην Ελλάδα.

Πηγή: efsyn.gr

Μενεξέδες και ζουμπούλια

 

Μενεξέδες και ζουμπούλια
και θαλασσινά πουλιά
αν τη δείτε την καλή μου
χαιρετίσματα πολλά…
Η κιθάρα μου να σπάσει
και τα τέλια να κοπούν
και τα χέρια που την παίζουν
μες στη μαύρη γη να μπουν.
Πες μου γιατί σαν ξένο με κοιτάς,
δεν είμ’ εγώ εκείνος π’ αγαπούσες;
με λάτρευες – με λάτρευες πιστά
και με αγνοφιλούσες.
Τι ωραία πουν’ τα βράδια
μια βαρκούλα με πανί
ένας νέος ν’ ακομπανιάρει
και μια νέα νατραγουδεί…
Πες μου τη δασκάλισσά σου
που σε μάθαινε χορό
και σταυρώνεις τα ποδάρια
σαν την πάπια στο νερό
Πες μου γιατί σαν ξένο με κοιτάς,
δεν είμ’ εγώ εκείνος που αγαπούσες;
με λάτρευες – με λάτρευες πιστά
και με αγνοφιλούσες.
Αν εσύ δε μου το δώσεις
το φιλί που σου ζητώ
απο κει κι ας με περάσουν
απ’ την πόρτα σου νεκρό.
Μενεξέδες και ζουμπούλια
και θαλασσινά πουλιά
αν τη δείτε την καλή μου
χαιρετίσματα πολλά…..!!!

 

Έφυγε ο θρυλικός γραφίστας των Pink Floyd

Ο βρετανός θρυλικός γραφίστας Στορμ Θόργκερσον, ένας από τους πιο διάσημους σχεδιαστές εξώφυλλων στην ιστορία της ροκ, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 69 ετών, την Παρασκευή, έπειτα από μακροχρόνια μάχη με την επάρατη νόσο.

Ο Θόργκερσον έγινε γνωστός δημιουργώντας μοναδικά εξώφυλλα για άλμπουμ θρυλικών συγκροτημάτων, όπως οι Pink Floyd και οι Black Sabbath.

Σε πολλά από τα έργα του βασικό ρόλο έπαιζαν στοιχεία του σουρεαλισμού, αφού συχνά τοποθετούσε αντικείμενα εκτός του παραδοσιακού τους πλαισίου, δίνοντάς τους μια ιδιαίτερη εμφάνιση, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιόριζε την αισθητική τους μέσα από το δικό του πρίσμα.

«Απολαμβάνω να πειράζω την πραγματικότητα… να τη λυγίζω. Κάποιες δουλειές μου προκαλούν την απορία: είναι ή όχι αληθινό;» έλεγε ο ίδιος για την δουλειά του.

Ο διάσημος καλλιτέχνης, εκτός από τους Pink Floyd και τους Black Sabbath, συνεργάστηκε με πολλά μεγάλα ονόματα της μουσικής όπως oι Peter Gabriel, Μuse, Led Zeppelin, Scorpions, Genesis, Europe, Dream Theater, The Cranberries, Rainbow, Audioslave κ.ά..

Η δουλειά του για το άλμπουμ «The Dark Side of the Moon» των Pink Floyd – το οποίο τον περασμένο μήνα συμπλήρωσε 40 χρόνια κυκλοφορίας – θεωρείται διεθνώς ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα δίσκων όλων των εποχών.

Το βρετανικό μουσικό συγκρότημα που έχει γράψει ιστορία στον χώρο της ροκ μουσικής συνεργάστηκε με τον Θόργκερσον στα άλμπουμ «Wish You Were Here», «Animals», «A Saucerful of Secrets», «Ummagumma», «Atom Heart Mother», «Is There Anybody Out There? The Wall Live 1980-81»,  «Echoes: The Best of Pink Floyd» και σε ακόμα οκτώ δίσκους.

Στην επίσημη ιστοσελίδα τους, οι Pink Floyd, μόλις πληροφορήθηκαν την θλιβερή είδηση, ανακοίνωσαν: «Ο θάνατος του επί χρόνια φίλου, συνεργάτη που υπήρξε ιδιοφυΐα στη γραφιστική, Στορμ Θόργκερσον, μας προκαλεί θλίψη. Η σκέψη μας είναι με την οικογένεια και τους φίλους του».

Πηγή: tvxs.gr

Ο συνθέτης Νότης Μαυρουδής, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη

Η καθημερινότητα των πολιτών βάδιζε πάνω σε μια κλωστή! Θαρρείς και κάποιος μας είχε δώσει …ουσίες και ακολουθούσαμε μια πορεία σχετικής ευδαιμονίας, δίχως τις κοινωνικές βάσεις ώστε να ανταπεξέλθουμε μπροστά στα σύγχρονα προβλήματα των καιρών. Εκπαίδευση, Παιδεία, Πολιτισμός, τρεις έννοιες που εγκαταλείφτηκαν και βάλανε τη χώρα σε τροχιά οπισθοχώρησης.”

Ο συνθέτης Νότης Μαυρουδής, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με βάση το ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;» της δημοσιογραφικής – ποιοτικής έρευνας για την ελληνική – ευρωπαϊκή κρίση, που δημοσιεύεται στο tvxs.gr από το 2010.

Ν.Μ.: Θα απαντήσω με ένα παράδειγμα από το χώρο που εργάζομαι και βιώνω:

Η ελληνική δισκογραφία, τα τελευταία περίπου 20  χρόνια(από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά, μέχρι που ξεκίνησε η κρίση) παρήγαγε δίσκους περισσότερους απ’ ότι μπορούσε να καταναλώσει το ελληνικό κοινό, και δεν είναι τυχαίο ότι, σε αυτήν την εικοσαετία, τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης -κυρίως τα ιδιωτικά- υποστήριξαν με πάθος τα δισκογραφικά σκουπίδια και τους ερμηνευτές τους.

Η δισκογραφία, ήταν σαν μία μηχανή η οποία παρήγαγε τυφλά, χωρίς να νοιαστεί για καμία ποιότητα, καμία μουσικοαισθητική τοποθέτηση στο μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, με τιμές υπερβολικές και στο τέλος βεβαίως, χωρίς να μπορούν να καταναλωθούν τα προϊόντα της.

Όλο αυτό, διαμόρφωσε μεγάλη κρίση στον χώρο. Ο κόσμος, δηλαδή, κουράστηκε να αγοράζει τα ίδια και τα ίδια, γιατί το καθαρά πνευματικό υλικό τού δίσκου, δεν ανανεωνόταν.

Κρ.Π.: Δηλαδή;

Ν.Μ.: Δεν υπήρχε ένα πνευματικό έργο για να πατήσει κάποιος επάνω και να πει «αγοράζω καλό μουσικό προϊόν!».

Το δισκογραφικό προϊόν στο μεγάλο του μέρος ήταν απαράδεκτο. Δεν λέω, ότι δεν γεννήθηκαν και καλοί δίσκοι, αλλά ότι στην πλειοψηφία τους ήταν για πέταμα…

Έχω την εντύπωση, ότι κάπως έτσι γίναν και όλα τα υπόλοιπα…

Εννοώντας αφ’ ενός ότι χάσαμε την επαφή μας με κυρίαρχα στοιχεία της ζωής, όπως η ηθική και η ιδεολογική τοποθέτηση στην καθημερινότητά μας, αφετέρου, υπήρχε αυτή η τυφλή κατανάλωση των πολιτών, σε πράγματα που δεν είχαν αντίστοιχη αξία για τη ζωή, αλλά συνεχώς τα αγοράζαμε.

Δεν θα ξεχάσω, για παράδειγμα, να έχω πάρει ένα αυτοκίνητο και μετά από 3 ή 4 χρόνια να σκέφτομαι να το αλλάξω, για να πάρω το καινούργιο μοντέλο, επειδή είχε επιπλέον GPS,  ή θήκη για τον καφέ, και κάτι τέτοιες σαχλαμάρες, οι οποίες με οδηγούσαν στην απερίσκεπτη κατανάλωση προϊόντων. Όλοι το υποστήκαμε αυτό, ο καθένας με τον δικό του τρόπο!

Κι αυτό, έφερε έναν κορεσμό στην αγορά, και έφερε επίσης την κρίση στην αγορά, για να μην αναφέρουμε, ότι όλα αυτά λειτουργούσαν και με μαύρο χρήμα…

Ένα άλλο παράδειγμα από τον δικό μου επαγγελματικό χώρο, είναι ότι πολλοί συνάδελφοι και “συνάδελφοι” ή και τραγουδιστές υπερπροβεβλημένοι, έπαιρναν για μια συναυλία, ποσά που δεν δικαιολογούνταν!

Δηλαδή, δεν μπορεί να κάνει κάποιος μία συναυλία και να βγάζει δύο, τρία ή και περισσότερα μηνιάτικα ενός εργαζόμενου! Γιατί τέτοιες ήταν οι αμοιβές, και ήταν παράλογες. Είχε δημιουργηθεί μία αγορά παράλογη…. Ή κάποιος άλλος, μπορεί να είχε έναν επαγγελματικό χώρο και πουλούσε τον «αέρα» όσο ήθελε!

Και βεβαίως, όλα αυτά, συνέβαλαν στο να μη βλέπουμε το βάθος του διαδρόμου… να μη βλέπουμε ότι αυτή η χώρα κυλούσε στη διαφθορά κι ότι με αυτόν τον τρόπο θα… κλάταρε! Ότι δεν ήταν υγιής όλη αυτή η οικονομική πρακτική και συνήθεια.

Από την άλλη μεριά, έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος το οποίο αποδεικνύεται κάθε μέρα(και το… μυριζόμασταν από τότε, υπήρχε με λίγα λόγια η… πολιτική όσφρηση) ότι είναι διαπλεκόμενο και διεφθαρμένο, βασισμένο στην πελατειακή σχέση και με δομές τού 19ου αιώνα… Έ, το καράβι μ’ όλα αυτά, βυθίστηκε!

Κρ.Π.: Δηλαδή, οι στόχοι ήταν μόνο κερδοσκοπικοί και δεν υπήρχε άλλη ουσία;

Ν.Μ.: Ήταν μία στόχευση των πολιτών, να αποκτούν υλικά πράγματα, και όχι πνευματικά. Δηλαδή, να δανειζόμαστε από τις αισχροκερδείς τράπεζες, που μας βομβάρδιζαν από το πρωί ως το βράδυ με προσφορές, να υπερχρεωνόμαστε για να πάμε ταξίδια, να παντρευτούμε, να αγοράσουμε σπίτια, γη, αυτοκίνητα, κλπ.

Όλος αυτός ο νεοπλουτισμός, βασισμένος εν πολλοίς στο μαύρο χρήμα και στον δανεισμό, χαρακτήρισε την κοινωνία τής Ελλάδας, τα τελευταία χρόνια, μαζί με την απώλεια τού πολιτισμού τής καθημερινότητας.

Έ, αυτό, δεν μπορούσε να το αντέξει το ελληνικό σύστημα, για πολύ. Αυτές οι περιουσίες, δεν βγήκαν με τον κόπο της δουλειάς  – όπως λέμε… Βγήκαν με κάποιες υπεραξίες, με κάποιες υπερτιμήσεις, με κάποιες τέτοιες πρακτικές, που οδήγησαν πάρα πολύ κόσμο στην υπερχρέωση και άλλους να έχουν τεράστια περιουσία!

Κρ.Π.: Σαν αυτό που λέγεται ότι έχει πει ο Ωνάσης, ότι: «Τα λεφτά θέλουνε κόπο, τα πολλά λεφτά θέλουνε… κόλπο!»

Ν.Μ.: Εύστοχο… και το πολιτικό σύστημα, η εκάστοτε κυβέρνηση, είχε τον πολίτη ως πελάτη, και όχι ως πολίτη με υποχρεώσεις και δικαιώματα, που το κράτος όφειλε να του διαθέτει και κοινωνικές υπηρεσίες.  Γι’ αυτό το λόγο, συντηρήθηκε ένα κράτος με πελατειακό σύστημα, που δεν γνώριζε πόσους υπαλλήλους και πόσους συνταξιούχους έχει, και δεν συμμαζεύεται.…

Προσθέτουμε, βέβαια, και το πολιτικό σύστημα το οποίο δεν νοιάστηκε γι’ αυτό το θέμα, αντίθετα εκμεταλλευόταν τους πολίτες ασύστολα… Και τελικά, ήρθε η περίοδος που αυτό το κράτος δεν μπορούσε να λειτουργήσει! Και όταν λέω κράτος, εννοώ όλους μας. Πολίτες, δημόσιες υπηρεσίες, πολιτικό σύστημα…

Πώς να ξέρω, τώρα, πώς μπορεί να διασωθεί μια τέτοια κατάσταση; Ομολογώ ότι είναι πια κυρίως θέμα των οικονομολόγων, αλλά και μιας συζήτησης, που πρέπει επιτέλους να ανοίξει, για το τί είδους κράτος θέλουμε να δημιουργήσουμε, σχεδόν απ’την αρχή.

Διότι έχουμε πήξει από οικονομολόγους τα τρία τελευταία χρόνια, που δεν προλαβαίνεις να διαβάζεις τη γνώμη τους. Ο τάδε καθηγητής που είναι στο τάδε Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ή ο δείνα που είναι στο Παρίσι, και δεν ξέρω ποιος άλλος…

Όλοι οι οικονομολόγοι, λένε ο καθένας την γνώμη του, αλλά η κατάσταση πάει όλο και χειρότερα. Όλο και χειρότερα! Κανείς δεν μπορεί να βρει τη λύση που θα κάνει την Ελλάδα να ξεπεράσει τα προβλήματά της…

Όμως, κρατάω την βάσιμη υποψία πως ο προηγούμενος τρόπος ζωής, τής αλόγιστης κατανάλωσης και του διεφθαρμένου κράτους, δεν μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση του θέματος. Η λύση, δεν μπορεί να έρθει αν δεν τα αλλάξουμε όλα. Δεν γίνεται.

Κρ.Π.: Λέτε δηλαδή, ότι ο ίδιος τρόπος που μας έφερε στην κατάσταση που βρισκόμαστε, δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Βλέπουμε, όμως, ότι οι κυβερνήσεις είναι οι ίδιες με αυτές που δημιούργησαν αυτόν τον τρόπο ζωής…

ΝΜ. Είναι ένα τεράστιο πλέγμα. Η ευθύνη είναι πρωτίστως πολιτική. Σε κατάλληλες «ευκαιρίες», βλέπε 1981, με τόση λαϊκή υποστήριξη, το ΠΑΣΟΚ δεν στάθηκε  στο ύψος των περιστάσεων. Δεν ανέλαβε ευθύνες ιστορικές, να ανατρέψει τα τόσα κακώς κείμενα της δεξιάς και χουντικής διακυβέρνησης που προηγήθηκαν. Η Αλλαγή έμεινε ένα σύνθημα, ενώ το βαθύ κράτος παρέμεινε για να ροκανίζει το σύστημα…

Όποτε δινόντουσαν ευκαιρίες, οι όποιες κυβερνήσεις δεν ενδιαφέρθηκαν για τις δομές και τους θεσμούς που θα «θεράπευαν» τις αρρώστιες του συστήματος. Παρέμεινε ένα πολιτικό σύστημα με τρύπες, όπου, η διαπλοκή και η εξυπηρέτηση των μεγάλων συμφερόντων, ήταν το κυρίαρχο μέλημα. Βλέπε παλαιά και νέα τζάκια…

Η καθημερινότητα των πολιτών βάδιζε πάνω σε μια κλωστή! Θαρρείς και κάποιος μας είχε δώσει …ουσίες και ακολουθούσαμε μια πορεία σχετικής ευδαιμονίας, δίχως τις κοινωνικές βάσεις ώστε να ανταπεξέλθουμε μπροστά στα σύγχρονα προβλήματα των καιρών. Εκπαίδευση, Παιδεία, Πολιτισμός, τρεις έννοιες που εγκαταλείφτηκαν και βάλανε τη χώρα σε τροχιά οπισθοχώρησης.

Τώρα, ο τρόπος ζωής μας, αλλάζει άρδην, ούτως ή άλλως, γιατί τα εισοδήματα του καθενός έχουν μειωθεί πάρα πολύ, γιατί οι φορολογίες έρχονται και μας χτυπάνε καθημερινά, σαν ένα τούβλο στο κεφάλι, οι συντάξεις είναι το εύκολο χρήμα του κράτους που το καταληστεύει κι έτσι, τα εισπραττόμενα που έχουμε δεν αρκούν για να πληρώνουμε τις φορολογίες, κλπ..

Εκτός, εάν αναζητήσουμε μαύρο χρήμα! Η πολιτεία, λοιπόν, μας οδηγεί σ’ αυτό: Να εμπλακεί και ο τελευταίος πολίτης με το μαύρο χρήμα, για να μπορέσει να πληρώσει τα χρέη του. Όμως δεν μπορεί να επαναληφθεί μία τέτοια ζωή.

Δεν μπορεί να επαναληφθεί, το να βγάζει κάποιος, ας πούμε εγώ, επί τρεις φορές ένα μηνιάτικο ενός υπαλλήλου. Δεν γίνεται. Πέρα από τον παραλογισμό, μας οδηγεί και πάλι στον τρόπο ζωής που κάναμε και πριν την κρίση.

Κρ.Π.: Η πλειοψηφία, δεν μπορεί να κάνει αυτό που έκανε πριν, ούτε να εισπράξει αυτά τα χρήματα. Εκ των πραγμάτων, δεν γίνεται, ακόμα και με μαύρο χρήμα, να λειτουργήσει το σύστημα, τουλάχιστον, στα ποσά που λειτουργούσε.

Ν.Μ.: Ναι, τώρα βρισκόμαστε προς το παρόν, σε μία πεθαμένη αγορά. Κι όσοι έχουν κάποια περιουσία, θέλουν να πουλήσουν και δεν βρίσκουν αγοραστές, γιατί δεν έχει ο κόσμος χρήματα… Είμαστε εγκλωβισμένοι από παντού!

Κρ.Π.: Δεν υπάρχουν αγοραστές με δυνατότητες να αγοράσουν ακίνητα, ή κάποιοι …περιμένουν να πέσουν κι άλλο οι τιμές(με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό);

Ν.Μ.: Και τα δυο! Η αγορά είναι παγωμένη και νεκρή. «Δεν έχω να πληρώσω, δεν έχω να αγοράσω». Αυτό το δόγμα είναι των πολλών. Από την άλλη, υπάρχει ο κόσμος που επωφελείται από αυτή τη στασιμότητα και την έλλειψη χρήματος, αφού μπορεί και κάνει μπίζνες με ρευστό, αγοράζοντας φτηνό «εμπόρευμα» (σπίτια, γη, κλπ). Είναι σύνηθες φαινόμενο των κρίσεων τα κοράκια πάνω από το πτώμα…

Αλλά, θα παίξει πολύ σπουδαίο ρόλο η δική μας επανατοποθέτηση στη ζωή. Θαρρείς και η χώρα προχωράει προς κάποιες άλλες εποχές, για να επαναλάβει ένα μοντέλο ζωής όπως παλιότερα… που δεν είχαμε χωθεί μέσα σε έναν τέτοιο καταναλωτισμό, και σε τέτοιες συνήθειες καθημερινότητας.

Κρ.Π.: Μιλάμε, δηλαδή, για τις δεκαετίες πριν το 1980; Και οικονομικά, και σαν τρόπο ζωής;

Ν.Μ.: Α, βέβαια! Εγώ, θά ‘λεγα, και τη δεκαετία του ’60...

Αυτό, όμως που αντιλαμβάνομαι, είναι ότι μια χώρα χωρίς την ανάπτυξη, δεν μπορεί να προχωρήσει. Βλέπω τις προσπάθειες που γίνονται, τουλάχιστον αυτό το διάστημα, για να έρθουν επιχειρηματίες μέσα στη χώρα, η οποία χώρα, όμως, πρέπει να αλλάξει κάποιες δομές, για να πολεμήσει τα κακώς κείμενα, όπως την γραφειοκρατία.

Πρόσφατα η κόρη μου ήθελε να ανοίξει ένα μεζεδοπωλείο, και ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα για να βγάλει την άδεια.  Ταλαιπωρήθηκε από υπηρεσίες, από θεσμούς, από πολυνομίες, από πολλά πράγματα. Κι όλα αυτά, για μία απλή άδεια, ενός μεζεδοπωλείου…

Αντιλαμβάνεστε μέχρι που φθάνει η γραφειοκρατία, που είναι γνωστό ότι κατασπαράζει ολόκληρο τον οικονομικό και εμπορικό κόσμο.

Η ανάπτυξη, όμως, δεν μπορεί να γίνει, μόνο με το να ανοίξουν νέες επιχειρήσεις.

Μέσα στη λογική της ανάπτυξης, πρέπει να υπάρχει και ο πνευματικός προσανατολισμός της χώρας. Ανάπτυξη χωρίς να αναπτυχθεί η Παιδεία, χωρίς να ανανεωθεί και να αναπτυχθεί το σύστημα σπουδών, χωρίς να υπάρχουν βοηθήματα στους σπουδαστές των Πανεπιστημίων –εγώ θα έλεγα και των Ωδείων, και των Δραματικών Σχολών, κλπ., δεν μπορεί να υπάρξει. Υπάρχει ένα σύστημα, όμως, που δεν δίνει σημασία σε τέτοια πράγματα…

Όταν λένε ανάπτυξη, έχουν στο μυαλό τους, μόνο στην ανάπτυξη της οικονομίας. Δεν είναι μόνο έτσι το πράγμα. Φοβάμαι ότι ξεγελιόμαστε πάλι μπροστά σε μία τόσο δύσκολη στιγμή που περνάμε, και το νου μας τον έχουμε σε αυτό που παράγει περισσότερο χρήμα.

Βεβαίως, είναι περισσότερο κερδοφόρο το να φτιάξεις επιχειρήσεις, αλλά, θα αφήσεις όλο το υπόλοιπο οικοδόμημα χωρίς ανάπτυξη; Δεν πρέπει να αναπτυχθεί, και το πνευματικό στοιχείο ενός συστήματος;

Κρ.Π.: Κερδίζει περισσότερο το κράτος από τις επιχειρήσεις, όταν πουλάει – καταστρέφοντας τον φυσικό πλούτο τις Ελλάδας, σε ξένες επιχειρήσεις που με την λειτουργία τους, λέγεται ότι θα κάνουν κακό και στην υγεία των κατοίκων, όπως αυτό που γίνεται στο δάσος των Σκουριών, με το εργοστάσιο χρυσού; Δεν πρέπει να σκεφτούν το κέρδος συνολικά της χώρας και του πολιτισμού μας σε βάθος χρόνου;

ΝΜ. Μα, αυτό προσπαθώ να περιγράψω. Η απουσία σκέψης σχετικά με «το βάθος χρόνου» είναι το σήμα κατατεθέν της χώρας. Τίποτα δεν αποδεικνύει πως υπάρχουν σκέψεις και οράματα για «το βάθος χρόνου». Τίποτα που να δείχνει πως προετοιμάζουμε το μέλλον και επενδύουμε σ’ αυτό. Ότι σκεφτόμαστε τις επόμενες γενιές, την αυριανή μέρα. Όλα για το τώρα, μπαλώνοντας πρόχειρα το χθες. Έτσι όμως δεν μπορεί να στηθεί κανένα οικοδόμημα.

Κρ.Π.: Λέτε, ότι κάπου πρέπει να στηριχθεί το… οικοδόμημα αυτή τη φορά, για να μην… πέσει πάλι;

Ν.Μ.: Ακριβώς. Κι αυτό που πρέπει να στηριχθεί, πρέπει να είναι το πνευματικό κεφάλαιο της χώρας. Δεν μπορεί οι νέοι επιστήμονες να φεύγουν στο εξωτερικό και να χάνουμε τόσα… μυαλά. Δεν μπορεί να λειτουργήσει  έτσι το πράγμα. Πάλι!

Έχω την εντύπωση, ότι πάει πάλι να γίνει ένα λάθος, το οποίο θα το πληρώσουμε με κάποια άλλη μορφή τιμωρίας.

Είναι γεγονός ότι οι άνθρωποι φεύγουν από τη χώρα και για να πάνε να σπουδάσουνε, λες και εδώ δεν υπάρχουν Πανεπιστήμια και Πολυτεχνεία και Ωδειακή Παιδεία –για να μην ξεχνάω τη μουσική.

Αλλά, εν πάση περιπτώσει έξω όλα είναι πιο οργανωμένα –το καταλαβαίνω!- είναι πιο πολιτισμένα τα πράγματα, κλπ. Ενώ, εδώ, πας στα Πανεπιστήμια, και βλέπεις την ερημιά, ακόμα και τη βρομιά που υπάρχει μέσα στους Πανεπιστημιακούς χώρους –το βλέπεις και απ’ έξω, στα κτίρια… Ή οι διευθύνσεις των σχολών, δεν έχουν να πληρώσουν τα πετρέλαια… για να ζεσταθεί ο φοιτητόκοσμος.

Κι άμα πάμε στην Υγεία, και στα Νοσοκομεία; Διαβάζουμε ότι υπάρχουν κάποια που δεν έχουν να πληρώσουν ούτε τις γάζες!  Δηλαδή, βλέπεις τέτοια πράγματα, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι: Θα βγούμε κάποτε από το τούνελ, ή δεν θα βγούμε ποτέ; Δεν ξέρω… Η κότα έκανε το αυγό; Ή το αυγό την κότα;

Η οικονομική ανάπτυξη θα λύσει αυτά τα προβλήματα; Και όταν υπήρχε ανάπτυξη, γιατί -και τότε- υπήρχαν τα ίδια προβλήματα; Και στην Παιδεία, και στην Υγεία, πάντα υπήρχαν ανάλογα προβλήματα, και γίνονταν συνεχώς διαμαρτυρίες και απεργίες…

Κρ.Π.:  Εφόσον λέμε ότι θέλουμε ένα κράτος που να μην είναι πελατειακό, δεν χρειάζεται οι πολίτες να συμπεριφέρονται και σαν πολίτες… όπου θα συμμετέχουν στα κοινά, και θα ελέγχουν όπως και θα πιέζουν την εξουσία; Και σήμερα, μιλάμε και για πολίτες, που σε πολύ μεγάλο ποσοστό πεινάνε…

Ν.Μ.: Δεν μπορώ να υποστηρίξω ότι δεν υπάρχει πίεση. Όλα αυτά τα τρία χρόνια, είδαμε συνεχείς αντιδράσεις, και μάλιστα, πολλές σε άσχημη μορφή, που δεν χρειάζεται… Δεν χρειάζεται να πας να καις και να σπας την Αθήνα….

Κρ.Π.: Αυτά είναι σχετικά μεμονωμένα περιστατικά…

Ν.Μ.: Δεν λέγονται μεμονωμένα περιστατικά όταν γίνονται συχνά. Να σταματάνε, ας πούμε, τα καράβια και να μην υπάρχει δυνατότητα να υπάρχουν πελάτες από τη θάλασσα…

Κρ.Π.: Αν ο ναυτεργάτης όμως, είναι απλήρωτος 6 μήνες από έναν εφοπλιστή, που δεν πληρώνει καλά καλά ούτε έναν φόρο στο ελληνικό κράτος; Τί πρέπει να κάνει;

Ν.Μ.: Εγώ, δεν λέω να μην αντιδρά ο κόσμος, αλλά υποστηρίζω ότι συχνά γίνεται με λάθος τρόπο. Λάθος γίνεται. Υπάρχει αντίδραση. Δεν είναι ότι ο κόσμος κάθεται με σταυρωμένα χέρια…

Κρ.Π.: Τί αντίδραση υπάρχει, όταν π.χ. οι τιμές εδώ και πέντε χρόνια είναι ακούνητες… ή βαδίζουν και προς τα πάνω; Και δεν έχει γίνει ούτε μία φορά ένα μποϊκοτάζ σε ένα προϊόν για μια βδομάδα; Στην Αγγλία για παράδειγμα, έκαναν να ψωνίσουν μια βδομάδα κρέας, όταν ανέβηκε η τιμή του, με αποτέλεσμα να πέσουν οι τιμές, πιο κάτω από ότι ήταν πριν!

Ν.Μ.: Οι πολίτες, αυτή τη στιγμή, βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση και ψωνίζουν τα απολύτως απαραίτητα. Δεν έχουν χρήμα για να κάνουν κατανάλωση. Εγώ πηγαίνω στο Χαλάνδρι που έχει πολύ μεγάλη αγορά, και βλέπω τόσα χρόνια άδεια μαγαζιά! Δεν μπορεί να αγοράσει πλέον ο κόσμος…

Κρ.Π.: Δεν υπάρχει, όμως, μία αντίδραση συνολική και συντονισμένη και σε διάρκεια. Υπάρχουν κυρίως μεμονωμένες ή μιας μέρας.

Ν.Μ.: Είναι γεγονός, ότι ο κόσμος εδώ, ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε όπως στην Αγγλία, που αποφασίζουν ένα μποϊκοτάζ κρέατος, και αναγκάζονται οι παραγωγοί και μειώνουν τις τιμές. Εδώ, δεν υπάρχει αυτή η συνείδηση.

Κρ.Π.: Δεν υπάρχει και συνεργασία των πολιτών με τους διάφορους φορείς...

Ν.Μ.: Δεν διαφωνώ. Να δείτε και στον κλάδο τον δικό μου, των μουσικών, τί αδράνεια υπάρχει, ενώ γίνονται διάφορες συμφωνίες μεταξύ εκδοτών εφημερίδων και δισκογραφικών εταιρειών για να εκδίδουν δίσκους, οι οποίες συμφωνίες είναι απαράδεκτες!  Έχουν υποβαθμίσει κάθε πνευματικό δημιουργό, και φτιάχνουν ένα οικονομικό περιβάλλον, όπως τους βολεύει και δεν ρωτάνε κανέναν.

Κάνουν του κεφαλιού τους και μεις οι δημιουργοί, δεν έχουμε καμία δύναμη, ούτε καν συνδικαλιστική, ώστε να φέρουμε αντίρρηση!

Και είναι έτσι, όπως το είπατε και σεις. Δεν μπορεί η μεμονωμένη απεργία να λύσει ένα πρόβλημα.

Αλλά, εν πάση περιπτώσει, με τις επισημάνσεις που κάνουμε, συμβάλλουμε ενδεχομένως, στο να συνειδητοποιήσουμε κάποια στιγμή, ότι χωρίς τη δική μας οργάνωση και αγώνα, δεν μπορεί να γίνει κάτι. Προς το παρόν, όμως, δεν φαίνεται ότι μπορούμε να το κάνουμε.

Κρ.Π.: Μα, το είπατε, ότι σχεδόν δεν υπάρχει συνδικαλισμός… Πώς αλλιώς θα υπάρξει μία κοινή απόφαση, στο τί πρέπει να κάνουμε; Κατ’ αρχάς, δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε και να συνεννοηθούμε;

Ν.Μ.: Δεν θα μπορούσα να διαφωνήσω. Αλλά, δεν ξέρω τί άλλο πρέπει να  γίνει. Είπα διάφορα πράγματα, προφανώς θα έχω ξεχάσει κι άλλα, αλλά είναι κάτι που μας απασχολεί όλους και μας βασανίζει όλους, το τι πρέπει να γίνει για να διορθωθεί το κακό… Ίσως θα πρέπει να επινοήσουμε καινούργια πράγματα. Καινούργιες μορφές κινητοποίησης και συνεργασίας.

Ευτυχώς δεν είμαι πολιτικός. Γιατί τότε θα είχα την υποχρέωση να βρίσκω λύσεις…

Κρ.Π.: Είμαστε πολίτες, όμως. Δεν θά ‘πρεπε να ξέρουμε τί θέλουμε και να το απαιτούμε;

Ν.Μ.: Εννοώ, λύσεις εφικτές που να μπορούν να γίνουν. Γιατί παρατηρώ κάποια κόμματα, που λένε ότι π.χ. θα επαναφέρουμε τις συντάξεις, και τους μισθούς, κλπ. Εύκολο να το λες… Δεν ξέρω. Μπορεί να γίνει; Εδώ, δεν έχουν να αγοράσουν, όπως είπαμε, γάζες στα νοσοκομεία, και μπορούν να επαναφέρουν τους μισθούς;

Κρ.Π.: Δεν μπορούμε, πια, να βρούμε λύση, λέτε, ούτε… θεωρητικά, πόσο μάλλον πρακτικά;

Ν.Μ.: Έτσι είναι…

Κρ.Π.: Και πού καταλήγουμε;

Ν.Μ.: Κοντολογίς, πέρα από την ανάπτυξη των οικονομικών θεμάτων, πρέπει να υπάρχει μία στόχευση και στην πνευματική ανάπτυξη, η οποία έχει να κάνει με την Παιδεία, με τα σχολεία μας, με τα Πανεπιστήμια, με τις Δραματικές και τις Ωδειακές σχολές… όλα αυτά.

Πραγματικά δεν ξέρω τι άλλο…

Κρ.Π.: Πιστεύετε ότι είναι σα να έχουμε σηκώσει τα χέρια; Ότι η κατάσταση είναι… εκτός ελέγχου;

Ν.Μ.: Δεν το ξέρω. Αλλά, έτσι δείχνει αυτή τη στιγμή. Τώρα, αν μπορεί να υπάρξουν όντως επιτυχίες του πρωθυπουργού στα ταξίδια που κάνει, για να προσελκύσει επενδυτές… Ε, τα διαβάζω όλα αυτά…

Να δούμε, αν θα γίνουν, και πώς θα γίνουν, και τι αποτέλεσμα θά ‘χουν, κι αν, θα βοηθήσουν τον απλό κόσμο να βρει κάποιες λύσεις, και να ζήσει λίγο καλύτερα. Αυτό θα είχε ουσία. Αλλά προς το παρόν, αυτό που βλέπουμε, είναι σχέδια και υποθέσεις. Μακάρι να γίνουνε, να πραγματοποιηθούν…-

Πηγή: tvxs.gr

Παύλος Σιδηρόπουλος


Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1948 στην Αθήνα ( 12 ).

Γιος του Κωνσταντίνου Σιδηρόπουλου και της Ιωάννας (Τζένης) Σιδηροπούλου τογένος Αλεξίου (12).

Οι Σιδηρόπουλοι ήταν Πόντιοι εκ Ρωσίας, αστοί, που ζούσαν από την καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 1918 στο Σοχούμ της Ρωσίας. Από τη Ρωσία οι Σιδηρόπουλοι έφυγαν μετά την επανάσταση του 1917 και το 1923 ήρθαν στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς όπου ασχολήθηκαν με το εμπόριο καπνού.

To 1936 ο παππούς του Παύλου μαζί με τα 6 παιδιά του έφυγαν από το Κιλκίς κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι Αλεξίου ήταν μια μεγάλη οικογένεια διανοουμένων από το Ηράκλειο της Κρήτης. Η μητέρα του Παύλου, Ιωάννα (Τζένη), γεννήθηκε το 1924 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πατέρας της ήταν ο Ραδάμανθυς Αλεξίου και μητέρα της η Αναστασία Αλεξίου το γένος Ζορμπά. Ο Ραδάμανθυς ήταν αδελφός της γνωστής παιδαγωγού και πεζογράφου Έλλης Αλεξίου (12), της Γαλάτειας Αλεξίου-Καζαντζάκη (πρώτη σύζυγος τουΝίκου Καζαντζάκη) και του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Λευτέρη Αλεξίου.

Η Αναστασία, γεννημένη στην Ορμύλια της Χαλκιδικής, ήταν κόρη του Γεωργίου Ζορμπά του γνωστού ως Αλέξη Ζορμπά όπως τον παρουσιάζει στο ομώνυμο έργο του ο Καζαντζάκης. Ο Ζορμπάς γεννήθηκε στο Ελευθεροχώρι στα 1857 και πέθανε στα Σκόπια στις 16 Σεπτεμβρίου 1941. [Γουδέλης Γιάννης, Ο Καζαντζάκης ξανασταυρώνεται, εκδ. Δίφρος, 1987, Αθήνα]
O Παύλος αμέσως μετά τη γέννησή του στην Αθήνα, επέστρεψε μαζί με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Έμειναν εκεί μέχρι και τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής του (12345). Ζούσαν μαζί με όλη την οικογένεια του παππού του Παύλου στο ιδιόκτητο διώροφο αρχοντόσπιτο του παππού του. Ως παιδί ήταν πολύ ζωηρός, πειραχτήρι και ριψοκίνδυνος στα παιχνίδια του. Ήταν πρόσχαρος, πάντα ευαίσθητος, καλόκαρδος και ως πολύ κοινωνικός έκανε εύκολα φίλους. (1234).

Από τα έξι χρόνια του και μετά, αφού έχει γεννηθεί και η αδελφή του Σεμέλη (Μελίνα), η τετραμελής πλέον οικογένεια, παίρνοντας μαζί και την ξαδέρφη του πατέρα του Παύλου,Παρασκευή Παραστατίδου-Λαζαρίδου, φεύγει από τη Θεσσαλονίκη κι όλοι μαζί εγκαθίστανται στην Αθήνα. Το πρώτο σπίτι της οικογένειας στην Αθήνα ήταν στην οδό Βλαβιανού 13 στα Πατήσια. Από το 1970 και μέχρι το 1984, περίοδος που ο Παύλος γίνεται γνωστός στα μουσικά πράγματα της χώρας, η οικογένεια μένει στο σπίτι της οδού Ιωάννου Δροσοπούλου 50 στην Κυψέλη. Από το 1984 και μέχρι το θάνατό του η οικογένεια μένει στην οδό Φωσκόλου 3 στο Γαλάτσι.

Ο πατέρας του, που είχε κάνει σπουδές στο χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας, μαζί με τον αδελφό του και τον γαμπρό του δημιούργησαν μια μικρή βιομηχανία, την ΕΛΦΩΤ (απασχολούσε 12-15 εργαζόμενους), τη μοναδική ελληνική βιομηχανία η οποία παρήγαγε φωτογραφικό χαρτί.

Ο Παύλος ως μαθητής φοίτησε σε δημόσιο σχολείο, τελείωσε το 22ο Δημοτικό σχολείο Αθηνών στην οδό Νικοπόλεως στα Πατήσια και συνέχισε στο 8ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, από το οποίο και αποφοίτησε το 1966. Ήταν έξυπνος και καλός μαθητής χωρίς να χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα επιμελής. Στο βιβλίο Η΄Γυμνάσιο-Λύκειο – Εκπαιδευτήρια Μ.Κ.ΝΟΜΙΚΟΣ 1911-2000 Ιστορικό οδοιπορικό [Αθήνα, 2003], γράφουν για τον Παύλο: «Σαν μαθητής, χάρη στην άμεση αντίληψή του, είχε καλές επιδόσεις» (123456). Παρ’ όλα αυτά δεν έδωσε αμέσως εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Το 1967, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια και μάλλον αδιάφορα,«πέρασε εύκολα στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

Τις σπουδές του στο Μαθηματικό δεν τις ολοκλήρωσε, έφτασε μέχρι το 3ο έτος σπουδών και διέκοψε μιας και οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες, και το ταλέντο του στη μουσική τον είχαν οριστικά κατακτήσει. Ως παιδί, δεν σπούδασε μουσική, έστω κι αν το ταλέντο του είχε φανεί από πολύ νωρίς. Δεν το είχε θελήσει ο πατέρας του.«Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη. Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του», διηγιόταν η μητέρα του. Από τα εφηβικά του χρόνια, άκουγε πολύ μουσική και του άρεσε να χορεύει. Το ροκ εν ρολ, που είχε αρχίσει τότε να ακούγεται, έγινε η μουσική που τον αντιπροσώπευε. Μουσικές σπουδές έκανε πολύ αργότερα, αφού είχε ξεκινήσει τη μουσική του σταδιοδρομία και είχε ήδη γίνει γνωστός με το ντουέτο Δάμων και ΦιντίαςΠριν το 1975 και για μικρό σχετικά διάστημα, όσο ο ίδιος έκρινε ότι του χρειαζόταν, σπούδασε ένα χρόνο σολφέζ, αρμονία και αντίστιξη με το μουσικό και δάσκαλο Αλέξανδρο Αινειάν (1907-1983). Για περιορισμένο επίσης διάστημα, πήρε μαθήματα και από τον μουσικό Ιωάννη Ιωαννίδη (1930), ενώ με ενθουσιασμό μιλούσε για τον συνθέτη Στέφανο Βασιλειάδη (1933-2004), στενό συνεργάτη του Γιάννη Χρήστου, τον οποίο θεωρούσε δάσκαλό του επειδή τον μύησε κάποια στιγμή στην ηλεκτροακουστική μουσική. Τη στρατιωτική του θητεία δεν την έκανε. Ο ίδιος λέει γι’ αυτό: «Την άνοιξη του 1976 με ενάμησι μήνα Τρίπολη, είκοσι μέρες 401 και τέσσερα ηλεκτροσόκ παίρνω τρελλόχαρτο».

Το οικογενειακό περιβάλλον

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος μεγάλωσε μέσα σε ένα άνετο οικονομικά περιβάλλον, με σεβασμό στις ανθρωπιστικές αξίες, με προοδευτικές πολιτικές πεποιθήσεις και πνευματική καλλιέργεια. Στην παιδική του ηλικία δέχτηκε ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα. Στο σπίτι εκτός από τους γονείς του και την αδελφή του ζούσε και η θεία Παρασκευή, η οποία ήταν πολύ σημαντικό στήριγμα για τον μικρό Παυλάκη αλλά και για όλη την οικογένεια. Τις Κυριακές στο πατρικό του σπίτι, συνήθιζαν να τρώνε μαζί με τη θεία,Έλλη Αλεξίου και το δεύτερο σύζυγο της Γαλάτειας, ποιητή, πεζογράφο, θεατρικό συγγραφέα και κριτικό λογοτεχνίας, Μάρκο Αυγέρη (1, 2). Εκεί άναβαν οι συζητήσεις περί τέχνης και πολιτισμού ή πέρι των πολιτικών εξελίξεων της εποχής, πάντα όμως με χιούμορ και κριτική διάθεση κάτι που διασκέδαζε κι επηρέαζε το, συνεχώς ανήσυχο πνεύμα του Παύλου.

Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος, ήταν άνθρωπος καλός, απλός, έντιμος, ήπιων τόνων, με ευγένεια και ανθρωπιά αλλά και με αυστηρές ηθικές αρχές, με τις οποίες διαπαιδαγώγησε τον Παύλο. Αγαπούσε πολύ τα μαθηματικά, η λύση ασκήσεων ήταν το χόμπι του κι αυτό ήταν κάτι που προσπάθησε να εμφυσήσει στον Παύλο. Είχε ταλέντο στη μουσική και πολύ ωραία φωνή, του άρεσε να τραγουδάει, κυρίως όπερα και να παίζει πιάνο χωρίς όμως να έχουν προηγηθεί μουσικές σπουδές.

Παρά την αστική του προέλευση, ο Κωνσταντίνος, ήταν από νεαρή ηλικία προοδευτικός και του άρεσε να συναναστρέφεται με τους απλούς ανθρώπους της δουλειάς. Για τις προοδευτικές του πεποιθήσεις τον απέβαλαν από όλα τα γυμνάσια της Θεσσαλονίκης.

Ο θαυμασμός του πατέρα του, Κωνσταντίνου για την προοδευτική διανόηση τον οδήγησε στη γνωριμία του με την Έλλη Αλεξίου. Στο σπίτι της Έλλης Αλεξίου γνώρισε κι ερωτεύτηκε τη μητέρα του Παύλου, Τζένη Αλεξίου, η οποία είχε έρθει από το Ηράκλειο στην Αθήνα για να τελειώσει τις σπουδές της στο πιάνο. Η Τζένη Αλεξίου ήταν μία όμορφη γυναίκα, χωρίς κακίες, με πνεύμα σπιρτόζο όλο ζωντάνια και χιούμορ. Ήταν πολύ ευχάριστος άνθρωπος, και είχε πάντα να σου διηγηθεί μια ιστορία που θα σου προκαλούσε γέλιο και θα σου έφτιαχνε το κέφι. Είχε αδυναμία στον Παύλο, τον καταλάβαινε, θαύμαζε την εξυπνάδα του και τον στήριξε στην καλλιτεχνική του πορεία. Από πολύ νέα αρρώστησε από μια σπάνιας μορφής ρευματοειδή αρθρίτιδα που κατέληξε να την καθηλώσει. Ήταν πολύ φιλόξενη, με αποτέλεσμα το σπίτι να είναι πάντα γεμάτο κόσμο, από συγγενείς και φίλους μικρούς και μεγάλους. Ο Παύλος ήταν πολύ δεμένος μαζί της, τόσο ώστε να πιστεύουν αρκετοί απ’ αυτούς που τον γνώριζαν, πως αν δεν έφευγε εκείνη πρώτη, πιθανώς να μην έφευγε και αυτός. Δεν έκανε δική του οικογένεια, παρόλο που ερωτευόταν με πάθος και δινόταν ολοκληρωτικά. Χαρακτηριστικά, για τη γυναίκα και την ερωτική σχέση των δύο φύλων, ο Παύλος είχε πει:   «Η γυναίκα είναι ο καθρέφτης μας. Είναι το πλάσμα που μπορούμε να πούμε ότι αγαπάμε στο έπακρο και το μισούμε στο έπακρο ταυτόχρονα, όπως με το ίδιο σκεπτικό λέμε ότι εμπεριέχουμε το σατανά και το Θεό» [συνέντευξη στο Νίκο Μποζινάκη για το περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 88]

Μουσική σταδιοδρομία

Στη Θεσσαλονίκη, ο Σιδηρόπουλος, νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του,ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Χαρακτηριστική για το ξεκίνημά του είναι η μαρτυρία του τότε συγκάτοικού του, τραγουδοποιού Βαγγέλη Γερμανού.

Δάμων και Φιντίας

[φωτογραφία από το βιβλίο του Άκη Λαδικού, 'Που να Γυρίζεις']
Την περίοδο εκείνη ο μουσικός Παντελής Δεληγιαννίδης έπαιζε κιθάρα με τους Olympians. Ο Παύλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε: «Ξεχώριζε ο άνθρωπος, δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη και τους υπόλοιπους» έλεγε σε συνέντευξή του [Οκτώβρης 1982, περιοδικό Μουσική]. Τα κοινά ακούσματά τους πολλά –bluesEric ClaptonCreamJohn Mayallκ.ά.- και έχοντας κι ο Παύλος ήδη κάποιες πρώτες συνθέσεις, του πρότεινε να συνεργαστούν.Δημιούργησαν το ντουέτο Δάμων και Φιντίας (12), κατέβηκαν στην Αθήνα και άμεσα -μέσα στη διετία 1970-1971- ηχογράφησαν για τη Lyra (μέσω του label τηςZodiac) τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια «Ξέσπασμα» και «Ο κόσμος τους». Συμμετείχαν επίσης -ανάμεσα σε μουσικούς και σχήματα όπως η Δέσποινα ΓλέζουΕξαδάκτυλοςSocrates– στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους «Απογοήτευση» και «Ο Γέρο-Μαθιός». Το πρώτο περιλαμβανόταν στον κυρίως δίσκο, ενώ το δεύτερο αποτελούσε τη μία όψη ενός μικρού δίσκου 45 στροφών που συνόδευε τις πρώτες παρτίδες της έκδοσης (στην άλλη όψη  του δίσκου αυτού υπήρχε η εξελληνισμένη από τον Τάσο Φαληρέα εκδοχή του ‘The Road Ladies’ του Frank Zappa, με το Δημήτρη Πουλικάκο και τους Εξαδάκτυλος).

Μπουρμπούλια

Το 1972 οι Δάμων και Φιντίας συνεργάστηκαν με το Νίκο Τσιλογιάννη (τύμπανα) και τοΒασίλη Ντάλλα (μπάσο, κιθάρα) από τα Μπουρμπούλια, διατηρώντας το ίδιο όνομα στη νέα ροκ μπάντα που δημιούργησαν (1234, 5). Από την ετικέτα Zodiac της Lyra, κυκλοφόρησαν ένα μικρό δίσκο με τα τραγούδια «Ο Ντάμης ο ληστής» (εξαιτίας του φόβου της λογοκρισίας μετονομάστηκε ως «Ο Ντάμης ο Σκληρός») και «Απογοήτευση», σε μουσική τουΔεληγιαννίδη και -στο ένα- στίχους του Σιδηρόπουλου. Στις εμφανίσεις τους έπαιζαν πέντε κομμάτια τα οποία θα κυκλοφορούσαν σε δίσκο, κάτι που όμως δεν έγινε ποτέ. Γι’αυτό το υλικό, είχε μιλήσει ο Παύλος, το Φλεβάρη του 1973: «Όλα τα κομμάτια στηρίζονται στη δημοτική μουσική και το κλασικό ροκ και ένα από αυτά έχει προκλασικά στοιχεία. Είναι «Το ξέρεις θα ’μαι μακριά» βασισμένο στη μακεδονίτικη μουσική, «Ο Καμπούρης», που αποτελείται από δύο μέρη, το ένα από τα οποία είναι βασισμένο σε στοιχεία της προοδευτικής τζαζ και «Ο θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου», πάνω σε στοιχεία δημοτικά και προκλασικά». [συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου, περιοδικό Φαντάζιο]. Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες του Παύλου, υπήρχαν και τα κομμάτια «Η ερημική χώρα» και το δημοτικό αφιέρωμα «Στην Ελευθερία». Το τελευταίο, μαζί με το τραγούδι «Ο Καμπούρης», είχαν κινηματογραφηθεί για τη μοναδική μουσική τηλεοπτική εκπομπή της εποχής, Δισκοθήκη για νεολαία του Νίκου Μαστοράκη, αλλά δεν προβλήθηκαν ποτέ εξ αιτίας της λογοκρισίας του χουντικού καθεστώτος.

Γενικότερα ως ήχος, τα Μπουρμπούλια, στη μετασαββοπουλική συγκεκριμένη φάση τους, εξέφραζαν μια τάση παντρέματος της ροκ με την παραδοσιακή μουσική και τον ελληνικό στίχο. Διαλύονται στις αρχές του 1974, αφού από τις τάξεις τους πέρασαν και πολλοί άλλοι μουσικοί (Άρης ΤασούληςΝίκος ΠολίτηςΓιάννης ΣπυρόπουλοςΓιώργος Κουβαράς).

Συνεργασία με το Γιάννη Μαρκόπουλο

Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος το Σεπτέμβριο του ’90 -στην τελευταία συνέντευξή του, στοΔημήτρη Δημητράκα και τον Rock FM. Προκειμένου να κάνει ο,τιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο. Ο Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με το Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τροπο της ζωής». Συμμετείχε σε τρεις δίσκουςτου Γιάννη Μαρκόπουλου:

– «Θεσσαλικός Κύκλος» (1974, ΕΜΙ), με τα τραγούδια «Εισαγωγή – Τελάλης»«Το τηλέφωνο» (μαζί με τη Λιζέττα Νικολάου), «Η Βασίλω» και «Το Γράμμα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά).

– «Ανεξάρτητα» (1975, ΕΜΙ)με το σκωπτικό τραγούδι «Τούμπου Τούμπου Ζα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά) και

– «Οροπέδιο» (1976, ΕΜΙ), όπου ερμήνευσε το «Δεν Ήρθα σαν Ξένος» σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού(με τη συμβολή του κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα τωνSocrates).

Στις 4 & 6 Οκτωβρίου του 1976, ο Παύλος συμμετείχε στις συναυλίες του Μαρκόπουλου στοΗρώδειο, οι οποίες ηχογραφούνται -αλλά θα μείνουν στο ράφι για δύο δεκατίες και πλέον, μέχρι το 1990 που κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ «Η Συναυλία στο Ηρώδειο». Με τις συναυλίες αυτές ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος συνεργασίας του Σιδηρόπουλου με το Μαρκόπουλο. Στα τέλη του 1986, ο Παύλος συνεργάζεται ξανά με το συνθέτη για το δίσκο«Τολμηρή Επικοινωνία», όπου ερμηνεύει τα τραγούδια «Μάθε το Ζήτω»«Ώρα Μηδέν»(μαζί με τη Μαρία Φωτίου), «Παπαντόπ Ντοπ Ντοπ» (μαζί με το συνθέτη), «Ηλεκτρικός Θησέας» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), ενώ απαγγέλει και τα ποιήματα «Γραμμή ανοιχτή»του Δημήτρη Βάρου και «Σκηνή της αφίξεως στη Γένοβα» του Γιώργου Χρονά.

Για την περίοδο εκείνη και τη συνεργασία αυτή, ο Παύλος εξηγούσε –το Μάιο του 1979: «Δεν ήμουν δημιουργός. Ήταν μια εμπειρία ως εκτελεστής. (…) στην αρχή μπήκα ασυνείδητα στο χώρο του Μαρκόπουλου, αλλά στην πορεία επάνω μπήκα συνειδητά. Ήταν μια εμπειρία αυτό που λένε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, που δεν μου πρόσφερε καμία συγκίνηση ή πολύ ελάχιστες» [συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, τεύχος 18]. Η συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στις προσωπικές και καλλιτεχνικές του ανησυχίες και ενώ είχε πρόταση να συνεχίσει, μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού, ο Παύλος αρνήθηκε, επιστρέφοντας οριστικά και αμετάκλητα στον αυθεντικό ροκ ήχο και ουσιαστικά στον ίδιο του τον εαυτό. Η χρονική περίοδος αυτή ταυτίζεται με το δημιουργικό διάστημα κατά το οποίο ο Σιδηρόπουλος έγραψε τους στίχους και τη μουσική του πρώτου μεγάλου δίσκου του, «Φλου».

Σπυριδούλα


Στα τέλη του 1977, ο Σιδηρόπουλος, έχοντας ήδη έτοιμο το υλικό για το δίσκο«Φλου»γνωρίζεται με τους Σπυριδούλα(1  3), οι οποίοι τότε ήταν ένα νέο ροκ συγκρότημα -είχαν δημιουργηθεί το Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς από τους αδερφούς ΣπυρόπουλουςΒασίλη καιΝίκο, αλλά μέσω των συχνών ζωντανών εμφανίσεων είχαν ήδη γίνει γνωστοί στη ροκ σκηνή. Άρεσαν και στον Παύλο «γιατί δεν είχαν μεγάλη τεχνική κατάρτιση, το παίξιμό τους είχε αίσθημα, γουστάρανε που παίζανε, δηλαδή κινιότανε το πράγμα πάνω στο πάλκο»[σε συνέντευξή του στο Λάκη Παπαδόπουλο, περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 6].

Μέσα στο 1978, Σιδηρόπουλος και Σπυριδούλα δίνουν μαζί συναυλίες, με τον Παύλο αρχικά να συμμετέχει σε διασκευές τραγουδιών (κυρίως των Rolling Stones). Την άνοιξη του ίδιου χρόνου, ύστερα από ανακατατάξεις στο ανθρώπινο δυναμικό, το συγκρότημα καταλήγει στη σύνθεση με την οποία ξεκίνησε τα sessions του «Φλου» (ΕΜΙΑΛ, 1979): ο Παύλος στη φωνή και τα κρουστά, Βασίλης και Νίκος Σπυρόπουλος στις ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες (με το Νίκο να παίζει επίσης πλήκτρα και φλάουτο), ο Τόλης Μαστρόκαλος στο μπάσο και οΑνδρέας Μουζακίτης πίσω από τα τύμπανα (ο οποίος κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, θα δώσει τη θέση του στον Τάσο Φωτοδήμο). Το γκρούπ υπογράφει στην ΕΜΙΑΛ (EMI Columbia) και αρχίζει ηχογραφήσεις με παραγωγό τον Θόδωρο Σαραντή, ενώ ο Μάνος Ξυδούς αναλαμβάνει το συντονισμό. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται μέσα στο 1978, αλλά ο δίσκος θα κυκλοφορήσει το Μάιο του ’79. Στο δίσκο συμμετέχουν φίλοι μουσικοί (Δημήτρης ΠολύτιμοςΝίκος ΠολίτηςΓιώργος Μαγκλάρας κ.α.), ενώ στην ψυχεδελική «Ώρα του Stuff» κάνει φωνητικά η Δήμητρα Γαλάνη. Αξίζει να σημειωθεί πως το «Φλου» ψηφίστηκε από τους συντάκτες του περιοδικού Ποπ+Ροκ -σε σχετικό αφιέρωμα τον Οκτώβριο του 1992– ως το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής.

Μετά από λίγους μήνες -και αρκετές συναυλίες για την προώθηση του δίσκου- η συνεργασία του Παύλου με το συγκρότημα τελειώνει. Έναν από τους λόγους που έπαιξαν ρόλο σ’αυτό, εξηγεί διακριτικά ο Σιδηρόπουλος: «Τα παιδιά στη Σπυριδούλα ήθελαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Τα παιδιά θέλανε ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δε συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε» [συνέντευξη στον Ανδρέα Γιαννακουλόπουλο, περιοδικό Μουσική, Οκτώβριος 1982].

Εταιρεία Καλλιτεχνών


Το καλοκαίρι του 1979, ο Σιδηρόπουλος έχει μείνει χωρίς συγκρότημα, αλλά δεν χάνει τον ενθουσιασμό του. Παίζει μαζί με τον Τόλη Μαστρόκαλο και τονΘόδωρο (Τέρρυ) Παπαντίνα (θρυλικός κιθαρίστας της ροκ σκηνής της Θεσσαλονίκης ήδη από τα ’70s), τζαμάροντας στο σπίτι του τελευταίου, οπότε και αποφασίζουν να δημιουργήσουν σχήμα. Στη σύνθεση προστίθενται ο  επίσης Σαλονικιός Στίλπων Νέστορας(ρυθμική κιθάρα) και ο Τζίμης Τζιμόπουλος (τύμπανα). Ο τελευταίος προτείνει να ονομαστεί το γκρουπ Art Associations και ο Σιδηρόπουλος συμφωνεί, αλλά με το όνομα να αναγράφεται στα ελληνικά και …εγένετο Εταιρεία Καλλιτεχνών. Έπαιζαν ροκ εν ρολ της δεκαετίας 1955-1965, αλλά και δικά τους κομμάτια, τα οποία αν και σχεδίαζαν να δισκογραφήσουν, αυτό δεν έγινε ποτέ. Οι κριτικές του μουσικού Τύπου για τις εμφανίσεις τους ήταν εντυπωσιακές -ενδεικτικά: «η Εταιρεία Καλλιτεχνών έχει μια αρμονία που διαχέει μυστηριακή συγκίνηση», «ένα καταπληκτικό σύνολο με βαθιά αίσθηση του ροκ εν ρολ, που κινητοποιεί τον κόσμο και απελευθερώνει τελείως την ένταση».  Ένα χρόνο μετά, ο Παύλος θα πει για το γκρουπ: «Μπορεί όλοι να ‘μαστε από διαφορετικά μουσικά ρεύματα επηρεασμένοι, αλλά τα μουσικά αυτά ρεύματα είναι του ροκ εν ρολ και όλοι μας γουστάρουμε να παίζουμε ροκ εν ρολ». Όμως, αυτά τα διαφορετικά μουσικά ρεύματα φάνηκαν τελικά ισχυρότερα και η Εταιρεία Καλλιτεχνών διαλύθηκε μετά από μια βραχύβια παρουσία, αφήνοντας πίσω της όλες κι όλες τέσσερις ηχογραφήσεις, διασκευές γνωστών ροκ κομματιών, οι οποίες παρέμεναν ανέκδοτες μέχρι πρότινος, στο αρχείο του Παπαντίνα. Πρόκειται για τα τραγούδια‘You really got me’ των Kinks‘So you want to be a rock’n’roll star’ των Byrds,‘We gotta get out of this place’ των Barry Mann & Cynthia Weil (γνωστό από τους Animals) και το ‘As I went out one morning’ του Bob Dylan, ηχογραφημένα όλα ζωντανά στο αθηναϊκό club Skylab τον Οκτώβρη του ’79.

Ο Σιδηρόπουλος συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε ροκ συναυλίες συνοδευόμενος για λίγο καιρό από τους ανερχόμενους Sharp Ties. Κάπου εκεί -και πριν τη δημιουργία των Απροσάρμοστων- τοποθετείται χρονικά η δημιουργία ενός βραχύβιου σχήματος που ονομαζόταν Μουρμούρα και το οποίο αποτελούσαν παλιοί γνώριμοι (ΣιδηρόπουλοςΝτάλλαςΤζιμόπουλος), ο Πιερ Χωρέμης και ο Νίκος Γιαννάτος. Θυμάται σχετικά ο Γιαννάτος: «Η Μουρμούρα έπαιξε ένα καλοκαίρι στον Φλοίσβο στο Φάληρο κι έκανε μερικές σποραδικές εμφανίσεις εδώ κι εκεί. Απ’ ότι έλεγαν ο Παπαντίνας και ο Μαστρόκαλος που μας είχαν ακούσει, παίζαμε καλά. Μετά ήρθε πάλι η πρέζα, το γκρούπ διαλύθηκε και ο Παύλος έβγαλε το δίσκο Εν Λευκώ» [συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη, περιοδικό Οδός Πανός, Μάιος 2011]

Απροσάρμοστοι

Αρχές του 1980, ο Παύλος Σιδηρόπουλος βρίσκεται και πάλι στη διαδικασία αναζήτησης μουσικών. Όλα δείχνουν ότι πλέον αναζητά μια μόνιμη μπάντα που να μπορεί να ανταποκρίνεται στο όραμά του και να αφοσιωθεί σ’αυτό το σκοπό. «Ξέρω πολλούς κιθαρίστες που παίζουν ροκ εν ρολ, αλλά ποιοι είναι ροκεντρολίστες; Η γενιά του ’70 όσον αφορά το ροκ εν ρολ είναι τελειωμένη» έλεγε σε συνέντευξή του στον Τάσο Ψαλτάκη [περιοδικό Μουσικό Εξπρές, τεύχος 26, Δεκέμβριος 1980]. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει  νέα παιδιά για το συγκρότημα που φτιάχνει, «γιατί υπάρχει όρεξη… και ύστερα είναι όλοι σε καλή φυσική κατάσταση. Πολλοί από τους παλιούς μουσικούς δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η φυσική κατάσταση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Για να χεις όρεξη να κάνεις κάτι, δηλαδή, κι όχι να ψάχνεις να βρεις χαμένες… παιδικές ευτυχίες…».

Ο Παύλος δοκιμάζει αρκετούς μουσικούς και σιγά-σιγά διαμορφώνεται η τελική σύνθεση της ομάδας που θα ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο. Λέει ο ίδιος, την άνοιξη του ’82, πως «έχοντας αλλάξει και γω δεν ξέρω πόσους μπασίστες και ντράμερ, φτιάχνω το σημερινό μου γκρουπ, τους Απροσάρμοστους. Τώρα πια το γκρουπ είναι έτοιμο και, όπως ξέρεις, σύντομα θα κυκλοφορήσουμε ένα δίσκο, που θα λέγεται «Εν Λευκώ» και που η μουσική και οι στίχοι του είναι δικοί μου. Όπως βλέπεις δεν πολυκαθόμουνα αυτό τον καιρό, αλλά το μυαλό μου στο βάθος βάθος του ήταν πάντα εκεί» [συνέντευξη στον Άκη Λαδικό, περιοδικό Phenomenon, τεύχος 4].

Το συγκρότημα Απροσάρμοστοι αποτελούσαν οι: Οδυσσέας Γαλανάκης (ηλεκτρική κιθάρα), Βασίλης Πετρίδης (ηλεκτρική κιθάρα),  Αλέκος Αράπης (μπάσο) και Κυριάκος Δαρίβας (τύμπανα) -αν και στο «Εν Λευκώ» τύμπανα έπαιξε ο Άκης Σημηριώτης, μιας και ο Δαρίβας υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του. Το Μάρτιο του ’82, ο Σιδηρόπουλος έρχεται σε νέα συμφωνία με την ΕΜΙ και ξεκινούν οι ηχογραφήσεις του δίσκου, στο στούντιο του Σταμάτη Σπανουδάκη. Το «Εν Λευκώ» (ΕΜΙ, 1985) κυκλοφορεί τον ίδιο χρόνο, προκαλώντας αντιδράσεις -ακόμα και την παρέμβαση της λογοκρισίας.

Οι Απροσάρμοστοι χωρίζουν πρόσκαιρα με τον Παύλο στα τέλη του ’82 και ο Παύλος τραγουδάει τα blues που τόσο του άρεσαν, με τους BUM (Blue United Musicians), στοΡοντέο. Ο ίδιος παραδεχόταν πως ως νέος δεν είχε καμία σχέση με το βαρύ blues του Muddy Waters ή του Howlin’ Wolf «γιατί δεν είχα τραβήξει τίποτα ακόμα. Ήμουνα πιτσιρικάς. Δεν με αντιπροσώπευε καθημερινά στη ζωή μου αυτό το πράγμα, αλλά ταυτόχρονα κάτι μου ‘λεγε ότι“στα λέω γιατί μπορεί να ‘ρθουνε κι αυτά έξω από την πόρτα σου κάποτε”… […] Και με ξένιζε αυτό το μαύρο, το μουντό, το βαρύ πράγμα, αλλά ταυτόχρονα με γοήτευε αφάνταστα. Γιατί εγώ δεν είμαι ροκενρολίστας από γεννησιμιού μου. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το διάλεξα σαν τρόπο ζωής και ό,τι τράβηξα μετά, το τράβηξα επειδή το ‘θελα, όχι επειδή οδηγήθηκα προς τα’κει.» [συνέντευξη στο Νίκο Πολίτη, περιοδικό Ήχος, Μάιος 1981]

Ο Σιδηρόπουλος ψάχνει παράλληλα για συγκρότημα, μιας και οι Απροσάρμοστοι «αφού μάθανε όσα θέλανε και δέθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους φίρμες. Έτσι, κάποια στιγμή, με είπαν αυταρχικό, απόλυτο κλπ. Μετά απ’ αυτά, για τελείως προσωπικούς λόγους δηλαδή, διέκοψα τις επαφές μου μαζί τους. Μόνο ο Βασίλης Πετρίδης, ένας σπουδαίος κιθαρίστας και πραγματικός γνώστης της κιθάρας ήρθε μαζί μου». Τελικά όμως, οι Απροσάρμοστοι τα ξαναβρίσκουν με τον Παύλο και θα παραμείνουν μαζί του μέχρι το τέλος. Αργότερα, στο συγκρότημα συμμετείχαν περιστασιακά ο κιθαρίστας Σπύρος Σούκης και  μόνιμα ο Λουκάς Γκέκας στα πλήκτρα.

Το οπισθόφυλλο από το δίσκο του Zorba the Freak

Τον Απρίλιο του 1984, ξεκινούν οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ «Zorba the Freak» (ΕΜΙ, 1985). Πλέον, Παύλος Σιδηρόπουλος + Απροσάρμοστοι = (αλλάξανε) Zorba the Freak. Ο Δημήτρης Πουλικάκος αναλαμβάνει την παραγωγή της ηχογράφησης, ενώ πολλοί φίλοι μουσικοί, συνδράμουν σε ένα παρεϊστικο κλίμα -μουσικοί όπως ο κιθαρίστας Δήμης Παπαχρήστου (1953 – 2008), ο πιανίστας–οργανίστας Δημήτρης Πολύτιμος, ο σαξοφωνίστας David Lynch, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, οΠέτρος Σκούταρης των Sharp Ties κ.α. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα μέσα του 1985 και περιέχει ορισμένα από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια που έγραψε και ερμήνευσε ο Παύλος, όπως τα «R’Ν’R στο κρεβάτι»«Άντε και καλή τύχη μάγκες»«Μίκη Μάου(ς)», καθώς και αναθεωρημένες εκτελέσεις σε παλιότερα κομμάτια του («Απογοήτευση»«Το ΄69»), ενώ για πρώτη φορά γράφει και τραγουδάει στα αγγλικά -στο blues κομμάτι «Clown».

Με τους Απροσάρμοστους, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί όλα αυτά τα χρόνια πολλές συναυλίες -σε ιστορικά κλαμπ (ΑνΡοντέοCinemaΜετρό, Κύτταρο κ.α.), κινηματογράφους, φεστιβάλ, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ακόμα και στη Μπιενάλε της Βαρκελώνης. Μια από αυτές τις συναυλίες -το Φλεβάρη του 1989 στη μουσική σκηνήΜετρό– αποτυπώνεται στη δισκογραφική κυκλοφορία «Χωρίς Μακιγιάζ» (ΜΒΙ, 1989), η οποία αποτέλεσε το τελευταίο εν ζωή άλμπουμ για το Σιδηρόπουλο και το μοναδικό ζωντανά ηχογραφημένο. Ο δίσκος περιείχε κυρίως κομμάτια που παρ’ότι παίζονταν συχνά στις συναυλίες, δεν είχαν δισκογραφηθεί ποτέ πριν. Παραγωγός ήταν ο στενός φίλος του Παύλου,Πάνος Ηλιόπουλος, ο οποίος μέσω της δισκογραφικής ετικέτας Η Πόρτα Που Ανοίγει, ήταν και ο μόνος που επιμελήθηκε και μετά το θάνατο του Παύλου την κυκλοφορία άλλων ηχογραφήσεων από ζωντανές εμφανίσεις του.

Ευρύτερη Καλλιτεχνική Δραστηριότητα

Ως Ηθοποιός

Στην τελευταία συνέντευξή του -στο Δημήτρη Δημητράκα, στο Rock FM– οΣιδηρόπουλος με σαρκασμό ομολογεί ότι κάποια περίοδο θέλησε να ασχοληθεί με την ηθοποιία. Η συμμετοχή του στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο ασυμβίβαστος», τον είχε δελεάσει.

Οι πρώτες του εμφανίσεις ως ηθοποιός έγιναν την εποχή τουΜαρκόπουλου, όπου τραγουδώντας στο πάλκο, ζωντάνευε θεατρικά, ευρηματικά και με χιούμορ το περιεχόμενο των τραγουδιών. Ο Μαρκόπουλος εκείνη την εποχή είχε γράψει και τη μουσική στο παιδικό έργο «Ντενεκεδούπολη» της Ευγενίας Φακίνου, ένα πρωτότυπο κουκλοθέατρο από ντενεκεδάκια. Η Φακίνου, το 1977, όταν ανέβασε στο θέατρο Κάβα το έργο της Στο Κουρδιστάν σε μουσική Χρήστου Λεοντή, χρειάστηκε έναν ηθοποιό. Ο Μαρκόπουλος της πρότεινε τον Παύλο και τους έφερε σε επαφή. Συνεργάστηκαν στις παραστάσεις του συγκεκριμένου έργου με τον Παύλο να υποδύεται τον «Μπουλντόζα». Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής, αλλά και για την άτυπη αντιπαλότητα μεταξύ πολιτικού τραγουδιού και ροκ είναι η ακόλουθη μαρτυρία του συνθέτη Χρήστου Λεοντή: «Ήμουν τόσο απορροφημένος με την κατασκευή του ήχου της παράστασης, εφόσον οι τεχνικές συνθήκες ήταν άθλιες, που δυστυχώς δεν είχα το χρόνο να δουλέψω περισσότερο με τους ηθοποιούς-τραγουδιστές του έργου. Θυμάμαι ότι με ένα κασετόφωνο της κακιάς ώρας και με έναν μετρονόμο προσπαθούσα να αναδείξω τον ήχο των ρολογιών-ξυπνητηριών, που ήταν πολύ βασικός για τη δραματουργική εξέλιξη. Βέβαια, θυμάμαι και τον Σιδηρόπουλο σαν μία ευγενική φυσιογνωμία που τραγούδησε το κομμάτι που είχα γράψει για τον «Μπουλντόζα», τον κακό χαρακτήρα της παράστασης. Δεν μας δόθηκε η ευκαιρία περαιτέρω συνεργασίας, ούτε καν προσωπικής γνωριμίας. Εγώ άλλωστε ήμουν απόλυτα ταγμένος τότε στο πολιτικό τραγούδι, ενώ εκείνος στο αμερικανόφερτο είδος, το λεγόμενο ροκ. Και ροκ με πολιτικό τραγούδι δεν τα έβρισκαν ιδιαίτερα». Από τις παραστάσεις εκείνες δεν υπάρχει καμία ηχογράφηση, ούτε φωτογραφία. Ωστόσο, οι τελευταίες φράσεις του Χρήστου Λεοντή δεν θα έβρισκαν απόλυτα σύμφωνο τον Παύλο. Ο ίδιος υπήρξε ένα ευρέως πολιτικοποιημένο άτομο που μέσα από το ροκ εξέφραζε την επαναστατικότητα του. Γι’ αυτές του τις ιδέες, ερχόταν σε ρήξη με πολλούς στρατευμένους συνθέτες της εποχής, θεωρώντας πως η κραυγαλέα επαναστατικότητα των στίχων που χρησιμοποιούσαν, κατέληγε να μην είναι γνήσια επαναστατική. Κάτι σχετικό είχε δηλώσει στον συγγραφέα-δημοσιογράφο Μισέλ Φάις, τον Σεπτέμβριο του 1990, για το περιοδικό ΗΧΟΣ&HI-FI: «Το ροκ στην Ελλάδα ακόμα είναι επαναστατικό είδος. Δεν έχει χάσει τον κοινωνικό του ρόλο. Ανεβαίνεις στο πάλκο και βλέπεις ότι ο άλλος έρχεται ανοιχτός να σε ακούσει για τα καθημερινά του προβλήματα».
Το 1977 ο Αντρέας Θωμόπουλος, γνωστός ήδη στους αντεργκράουντ μουσικούς και κινηματογραφικούς κύκλους της εποχής από το φιλμ «Αλδεβαράν» του 1976, γράφει το σενάριο της επόμενης ταινίας του με τελικό τίτλο Ο Ασυμβίβαστος. Η μουσική της ταινίας είναι του Γιώργου Θεοδωράκη. Στην ταινία περιέχονται και τα τραγούδια «Να μ’ αγαπάς», «Μη μου μιλάς για τίποτα» «Στον Ύπνο μου», «Τι να σου πω» σε στίχους και μουσική του Αντρέα Θωμόπουλου καθώς και το τραγούδι «Κάποτε θά ‘ρθουν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν το 1977 με πρωταγωνιστή τον Σιδηρόπουλο, ο οποίος και ερμηνεύει τα τραγούδια της ταινίας (το Τι να σου πω ηχογραφήθηκε και με τη φωνή του Γιώργου Θεοδωράκη). Ο Σιδηρόπουλος στην τελευταία του συνέντευξη στον Δημήτρη Δημητράκα για τον ROCK FM θα πει σχετικά: «Με πήρε μια μέρα ο Αντρέας τηλέφωνο και μου λέει: Έχω γράψει ένα έργο για πάρτη σου, μοιάζει πολύ με τη ζωή σου. Το βρήκα λίγο μελό είναι η αλήθεια, αλλά ο Αντρέας μου είπε ότι στο δρόμο θα αλλάξει θα το κάνουμε πιο πειστικό και πιο ανθρώπινο, αλλά δεν έγινε. Το έκανα με μαύρη καρδιά είναι η αλήθεια». Είναι σχεδόν σίγουρο πως με την παραπάνω μαρτυρία του, ο Παύλος αναφερόταν στην αναπροσαρμογή του σεναρίου της ταινίας πάνω στον χαρακτήρα του και την ιδιοσυγκρασία του από τον σκηνοθέτη. (από δω και κάτω μπαίνει στο κομμάτι «Μαρτυρίες» ή «Είπαν για τον Παύλο») Ο ίδιος ο Ανδρέας Θωμόπουλος σε συνέντευξη του στον Αντώνη Μποσκοΐτη για περιοδικό «Δίφωνο» (Δεκέμβριος 2008) θυμάται την πρώτη γνωριμία του με τον Σιδηρόπουλο, αλλά και τη «μοίρα» της ταινίας του, όταν βγήκε στις αίθουσες: « Το 1977 έκανα διαφημιστικές ταινίες. Ένας συνεργάτης μου, ο Τόλης Μαστρόκαλος, εκτός από καλός βοηθός σκηνοθέτη και μπασίστας (έπαιζε με τη Σπυριδούλα), ήταν και καλός φίλος του Παύλου. Ένα ζεστό βράδυ με επισκέφτηκε με τον Παύλο για καφέ και μείναμε για ώρες, στο μπαλκόνι στο Παγκράτι, με δύο κιθάρες, μία φυσαρμόνικα και κάμποσο τσίπουρο. Με τον Παύλο, ανάμεσα στα τραγούδια που του ‘παιξα και του ‘παιξα, ανταλλάξαμε μυθολογίες. Εντυπωσιάστηκα απ’ τη συγκροτημένη σκέψη, την ακρίβεια στο λόγο του, τη φωτογένεια και την ευκολία του να ακούει ένα άγνωστο τραγούδι και να το παίζει αμέσως. Όταν χωρίσαμε εκείνο το βράδυ, ήμουν σίγουρος πως με τον χαρισματικό αυτόν άνθρωπο, θα φτιάχναμε κάτι μαζί. Είχα ήδη αρχίσει να γράφω το σενάριο της επόμενης ταινίας, που είχε προσωρινό τίτλο το διφορούμενο Εύκολος δρόμος. Στη συνέχεια έγινε Ασυμβίβαστος. Οι κριτικές δεν ήταν καλές. Ως προς τον κόσμο, σε κάποιους άρεσε, ενώ κάποιοι άλλοι μίλησαν για ταινία αδιάφορη. Άρεσε όμως στη Γερμανία και παίχτηκε σε εφτά κανάλια εκεί και σε ένα φεστιβάλ στο Κάρλοβυ Βάρι της τότε Τσεχοσλοβακίας βρήκε οπαδούς και τρυφερούς συγγενείς. Μετά το θάνατο του Παύλου, πολλοί πια μιλούν γι’ αυτή την ταινία που απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Τέλος, το Να μ’ αγαπάς, το τραγούδι-ορόσημο της ταινίας, προϋπήρχε. Γράφτηκε ένα χρόνο πριν από την ταινία, για την Ηρώ, τη γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου».
Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1978 και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος με τη μουσική και τα τραγούδια της ταινίας. Σε ότι αφορά το Κάποτε θα ‘ρθουν, από την, μόλις πέντε λεπτών, συνάντηση του με τον Μίκη Θεοδωράκη, με αφορμή το τραγούδι αυτό, ο Παύλος θα εμπνευστεί για το κείμενο-καταπέλτη που ηχογράφησε στο σπίτι του και κυκλοφόρησε το 1994 στο μεταθανάτιο άλμπουμ του, Εν αρχή ην ο λόγος.
Ο Παύλος εμφανίστηκε και στην τηλεόραση ως ηθοποιός, το 1982, στο σήριαλΟικογένεια Ζαρντή που σκηνοθέτησε για την ΕΡΤ-1 ο Κώστας Φέρρης. Ο ίδιος ο Φέρρης για τη συμμετοχή του Παύλου στο σήριαλ θα γράψει. «Σ’ έναν πολύ ωραίο ρόλο…ενός οπιομανούς γαλλοθρεμμένου αστού στις αρχές του αιώνα. Σε μία σκηνή του σήριαλ έπαιζε κιθάρα για να τραγουδήσει η Σωτηρία Λεονάρδου το Summertime που της δίδαξε ο Πουλικάκος! Ακόμα, τη μουσική της σειράς έγραψε ο Σταύρος Λογαρίδης. Αυτά κυρίως για να καταφανεί ο σύνδεσμος που κρατούσε αυτή τη γενιά σε διαρκή επαφή σαν μια οικογένεια με τα καλά και τα κακά».
Παρόλο που ο Παύλος δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, η τέχνη της υποκριτικής τον είχε κερδίσει τόσο, ώστε, στην προσπάθειά του να την κατανοήσει, έφτασε ν’ αναλύσει σε βάθος ακόμα και τον τρόπο διδασκαλίας της.

Ως συγγραφέας

Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργακαθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία. Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Έχει σημασία να αναφέρουμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsebearg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός, τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του, «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα.
Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη στον Μισέλ Φάις για το περιοδικό ΗΧΟΣ&Hi-Fi: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του.

Το τέλος

Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης (χαρακτηριστική είναι και η μαρτυρία του Πάνου Ηλιόπουλου στο περιοδικό ΝΤΕΦΙ), τελικά δεν θα τα καταφέρει. Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του(η διάγνωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών της 18ης Αυγούστου του 1990 ήταν «πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος») και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες.
Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον  Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη.
Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.

Μελίνα Σιδηροπούλου, Ιούνιος 2011
(δημοσιογραφική επιμέλεια, Αντώνης Μποσκοΐτης)

 

Μαρτυρίες

Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο ήμασταν φίλοι και συγκάτοικοι το 1970 στην Θεσσαλονίκη, φοιτητές στο Μαθηματικό τμήμα. Ηταν ένας γλυκός “κακομαθημένος” έφηβος. Το όνειρό του ήταν να γίνει συγγραφέας. Είχε διαλέξει και ψευδώνυμο: Παύλος Αστέρης. Εκείνη την εποχή του άρεσαν τα drums και κάναμε ντουέτο στο σπίτι. Εγώ κιθάρα και αυτός τύμπανα σε μία πάνινη πολυθρόνα με κουτάλια και μπαγκέτες. Παίζαμε χαρούμενα και κάναμε ατέλειωτη πλάκα και αταξίες. Θυμάμαι μία βόλτα με τις κοπέλες μας, που είχαν έλθει από την Αθήνα και τη Ρένα να λέει στη δικιά μου: “Ρούλα μου, αυτός ο Παύλος με τσιμπάει στο δρόμο σα μάγκας”. Ακριβώς αυτό που τραγούδησε στον “Μπάμπη το Φλου”. “Τσιμπολογούσε τις ξανθές”. Αργότερα στην Αθήνα τον έβλεπα στη χάση και στη φέξη.

Τον θυμάμαι στη συναυλία του James Brown στό Παλλάς να πάλλεται στην ένταση και το ρυθμό της μπάντας. Αλλη μία φορά στα καμαρίνια του Μετρό να μου λέει πως όπου να ‘ναι “καθαρίζει”…

Ο Παύλος ήταν ένας βιωματικός τύπος όπως πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης μόνο που η χημεία που διάλεξε να παλέψει μαζί της, δεν σηκώνει αστεία και έτσι έφυγε νωρίς… αφήνοντας τα τραγούδια του πίσω για παρηγοριά.

Τον θυμάμαι πάντα με αγάπη.
Βαγγέλης Γερμανός


Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ

Λένε πως δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο από το να’ σαι νέος, υγιής, ξέγνοιαστος και να’ ναι καλοκαίρι.

Τον Αύγουστο του ΄77,. η ξαδέρφη μου κι εγώ παραθερίζαμε στα Νέα Στείρα οικογενειακώς. Η παραλία της Κεφάλας ήτανε ένα μικρό ψαροχώρι τριγυρισμένο από περιβόλια, μπαξέδες και κήπους, ηλιοτρόπια, καλαμποκιές αμπελοφάσουλα αχλαδιές κι άλλα οπωροφόρα, τριγυρίζανε μια μεγάλη αμμουδιά που είχε πίσω της τα σπίτια που φιλοξενούσαν τους παραθεριστές. Όπως ήταν φυσικό, όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας κι έτσι εμείς τα μικρότερα παιδιά απολαμβάναμε τα προνόμια μιας ασφαλούς και ειρηνικής ελευθερίας. Παιχνίδια, μπάνιο, μουσικές, εξερευνήσεις και καθημερινές περιπέτειες. Η εφηβεία πλησίαζε, αλλά δεν είχε φτάσει ακόμα….

Εκείνο το απόγευμα, μετά το πολύωρο μπάνιο στη θάλασσα, πετύχαμε στο περιβόλι του τοπικού μανάβη μια συκιά φορτωμένη ώριμα σύκα. Σκαρφαλώσαμε κι οι δύο προσεκτικά στο δέντρο κι αφού απλώσαμε τις πετσέτες μας καταγής αρχίσαμε να μαζεύουμε τα «βασιλικά» γρήγορα-γρήγορα μη μας πάρει κανένα μάτι. Ξαφνικά, κι ενώ τρώγαμε τα «κλεμμένα λάφυρά μας», ακούστηκε μια άγνωστη αντρική φωνή με ύφος άγριο και περιπαικτικό να φωνάζει: «τις κλέπτει οπώρας;».

Το ότι δεν τσακιστήκαμε από το φόβο μας είναι στ’ αλήθεια θαύμα. Πάντως δεν ήταν ο μανάβης αλλά ο Παύλος μ’ ένα φίλο του (Φίλιππος Φέξης), που’ χανε σκάσει στα γέλια απ’ το καψόνι που μας έκαναν και μας χαζεύανε ενώ προσπαθούσαμε κατακόκκινες από ντροπή να κατέβουμε από το δέντρο. Τη στιγμή όμως που μαζεύαμε τις πετσέτες μας γεμάτες σύκα ακούμε τις πραγματικές αγριοφωνάρες του Μασταλούδη του μανάβη που είχε φτάσει καβάλα στο ζαλισμένο γάιδαρό του, με τη μαγκούρα τα καλάθια και τη ζυγαριά του να κρέμονται στα καπούλια του ζώου σ’ ένα άκρως απειλητικό σχήμα. «Ρε παλιόπαιδα, τι κάνετε εκεί; Τίνος κερατά είσαστε; Κλέφτρες ντροπή σας!!!». Πετιέται τότε ο Παύλος: «δικιές μου είναι» του λέει και βάζει το χέρι του στην τσέπη, βγάζει κάτι ψιλά, του τα βάζει στο χέρι και του λέει και δυό κουβέντες της ειρήνης και κλείνοντάς μας το μάτι περιπαικτικά, αγριωπός μας λέει: «δρόμο τώρα εσείς……δρόμο……».

Είχαμε ξεκινήσει την ώρα που ο μανάβης είχε φύγει μουρμουρίζοντας, όταν τον ξανακούσαμε να λέει: «ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΑ ΣΥΚΑ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑΤΕ ΚΑΤΑΣΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΟΡΙΑ!!». Η Έρη γυρίζει και μου λέει: «Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ, ΔΗΛΑΔΗ ΠΑΝΕ ΤΑ ΣΥΚΑ ΜΟΥ». Ναι βρε Έρη, όμως εκείνος πλήρωσε κιόλας, της λέω και της δείχνω τα δικά μου.

Δεν ξέρω αν, όπως έλεγε η κυρία Τζένη (η μητέρα του), τα Στείρα ήταν ο παράδεισος, ξέρω ότι είχε πολύ φως, ήμασταν νέοι, υγιείς, ξέγνοιαστοι και νιώθαμε πρίγκιπες με πέντε σύκα και λίγα ψιλά.

Μαρία Αριστοπούλου

 

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ Η ΚΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ

Μία αληθινή ιστορία που δίνει την εικόνα του σπιτιού μας.

Ένα μεσημέρι, γύρω στη μία η ώρα, χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι και πήγε να ανοίξει η θεία η Παρασκευή. Ρωτάω ποιος είναι και μου απαντάει, «δεν ξέρω, είναι ένας νεαρός». Πηγαίνω κι εγώ στην εξώπορτα για να συνεννοηθώ και μόλις με βλέπει ο νεαρός με ρωτάει: «συγγνώμη εδώ είναι το σπίτι του Παύλου;» Του απαντάω ναι και συνεχίζει: «δε με γνωρίζετε, πεινάω και μου είπαν στη Φωκίωνος Νέγρη που βρισκόμουν, να πάω στο σπίτι του Παύλου να τον βρω κι εκεί θα μου δώσουν να φάω». Η μητέρα μας καθηλωμένη όπως ήταν σε μια πολυθρόνα, φωνάζει από το σαλόνι που πάντα καθόταν: «Παρασκευούλα βάλε του παιδιού να φάει».

Στο σπίτι εκείνη την ώρα βρισκόταν και η ξαδέρφη μας η Νουνού που είχε έρθει να μας επισκεφτεί, άκουσε την όλη ιστορία κι επειδή ήξερε και πολλές άλλες παρόμοιες λέει στη μάνα μας γελώντας: «βρε Τζένη γιατί δεν κρεμάς έξω από την πόρτα του σπιτιού μια ταμπέλα που να γράφει «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ Η ΚΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ»; Έτσι για να ξέρουμε που βρισκόμαστε!

Μελίνα Σιδηροπούλου

 

Όταν γνώρισα πολλούς άλλους συνθέτες, συνειδητοποίησα ότι κανείς δεν αφήνει χώρο στον μουσικό, όχι να κάνει τα δικά του, αλλά για να προσφέρει. Κι όταν πάλι προσφέρει, αυτό ούτε καν αναγνωρίζεται. Ο Παύλος άφηνε όλο τον χώρο στους συνεργάτες του να κάνουν αυτό που θέλουν, τους πίστευε και τους αναδείκνυε. Δεν θα ξεχάσω ένα βράδυ στο Πεδίο του Άρεως που έπαιζε με τους Απροσάρμοστους και ξεκίνησε το τραγούδι «Απογοήτευση». Είχε παίξει μια πολύ ωραία εισαγωγή με την κιθάρα του ο μακαρίτης Βασίλης Πετρίδης, την ακούει ο Παύλος, κόβει το κομμάτι και λέει: «Προσέξτε αυτή την εισαγωγή του Βασιλάκη! Αξίζει να την ξανακούσετε!»

Νίκος Σπυρόπουλος, μουσικός, μέλος των Σπυριδούλα


Εκτός από τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις, (το “Αλδεβαράν” παίχτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κι έκανε εντύπωση), ο Παύλος εμφανίστηκε στην τηλεόραση, ως ηθοποιός, στο σήριαλ που σκηνοθέτησα γιά την ΕΡΤ 1, “Οικογένεια Ζαρντή”. Σ’έναν πολύ ωραίο ρόλο…ενός οπιομανούς γαλλοθρεμένου αστού στις αρχές του αιώνα (το μυθιστόρημα είναι του μεγάλου μας αλλά άγνωστου Κώστα Χατζηαργύρη). Σε μιά σκηνή μάλιστα του σήριαλ, έπαιζε κιθάρα γιά να τραγουδήσει η Σωτηρία Λεονάρδου το “Summertime”, που της δίδαξε ο Πουλικάκος! Ακόμα, τη μουσική της σειράς, έγραψε ο Σταύρος Λογαρίδης. Αυτά κυρίως γιά να καταφανεί ο σύνδεσμος που κρατούσε αυτή τη γενιά σε διαρκή επαφή, σαν μία οικογένεια, με τα καλά και τα κακά.
Την ίδια εποχή (1980-1983), την εποχή που ετοίμαζα το “Ρεμπέτικο”, το σπίτι της Λεονάρδου στο παλιό Φάληρο, είχε γίνει δημιουργικό στέκι, κι εκεί “ψήθηκε” το “Zorba the Freak”, ενώ παράλληλα ο Λογαρίδης με τον Πεντζίκη δοκίμαζαν τα δικά τους ethnic, ενώ ο Καρβέλας (ναι, ο Νίκος Καρβέλας!!!) που έμενε στον πάνω όροφο (πιό πάνω έμενε ο Αναστόπουλος του Ολυμπιακού…) μόλις είχε φτιάξει το δικό του γκρουπάκι (TAXI) κι ετοιμαζόταν γιά σόλο καριέρα. Ηταν τότε μάλιστα που ερωτεύθηκε την Βίσσυ, που τάχε με τον Κώστα Φασόλα, που ήταν ο Παραγωγός του “Ακρίτα” των Λογαρίδη-Τασούλη, και η ζωή συνεχίζεται κουβάρι. Ακόμα, ανάμεσα στους κολητούς εκείνης της εποχής, είναι η Θέμις Μπαζάκα, ο Θέμος Λεονάρδος (πρώην άντρας της Σωτηρίας και νυν συνθέτης της), Κατερίνα Γώγου, Νικόλας Ασιμος, Κωνσταντίνος Τζούμας, κι αν δε σταματήσω εδώ θα τινάξω τη μνήμη στον αέρα!!!

Κώστας Φέρρης
19/9/1997

 

Ο τελευταίος των Ζορμπάδων, ήταν ο Zorba “The Freak”. Και πριν από μισή δεκαετία, ανέβηκε στο αλογάκι του, φόρεσε το καπελάκι του, είπε στην κοινωνία: “Καμπόυ, ξεκαμπόυ και σου γαμώ το σόι”, και μετά γύρισε προς τα μας και είπε: “See you later alligators!!!, άντε και καλή τύχη μάγκες… εγώ πάω να βρω τη μανούλα μου”. Γι’ αυτόν ήμουν ο θείος. Ετσι όπως διάλεξε τους φίλους του, διάλεξε και τους “συγγενείς” του, διάλεξε την “οικογένειά ” του, τα κατάφερε. Και σίγουρα, ο ίδιος διάλεξε και το τελευταίο του ταξίδι. Ο ανηψιός, ήταν ένας ελεύθερος πρίγκιπας, ο τελευταίος και είμαι περήφανος γι’ αυτόν.
Παυλάκι μου, οι καιροί εξακολουθούν να είναι δύσκολοι για τους πρίγκιπες.

Σε φιλώ, ο θείος σου ο Μήτσος.
Και για την αντιγραφή
Δημήτρης Πουλικάκος

 

Για μένα αλλά και για τα άλλα παιδιά του γκρουπ, ο Παύλος ήταν ο Φίλος μου και ο Δάσκαλός μου. Στην ουσία αυτός μας έκανε μουσικούς. Είχε το εξαιρετικό χάρισμα να μαγνητίζει πάνω στη σκηνή το κοινό και να γίνεται ένα μ’ αυτό. Ηταν αγνός, αυθεντικός και το κενό του είναι τεράστιο αλλά και δυσαναπλήρωτο.

Οδυσσέας Γαλανάκης (Κιθαρίστας στους Απροσάρμοστους)

Με τον Παύλο ζήσαμε μοναδικές στιγμές και εμπειρίες. Οταν είδα πως κάποια στιγμή κολλούσε το πράγμα εδώ, αποφάσισα να φύγω στην Αγγλία αλλά ο Παύλος δεν θέλησε ν’ ακολουθήσει. Οταν τον ξανασυνάντησα στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ήταν λίγο απογοητευμένος και μου λεγε συχνά ότι “μ’ αφήσατε μόνο μου…”. Ηθελε να ξαναγράψουμε μαζί και μάλιστα κάναμε μια εμφάνιση μ’ ένα εφήμερο σχήμα που τ’ ονομάσαμε Εναλλακτική Λύση Νο. 3, αλλά για διάφορους λόγους δεν συνεχίσαμε. Για μένα ο Παύλος ήταν ο πιο γνήσιος και μοναδικός εκπρόσωπος του ελληνικού ροκ στον τρόπο της έκφρασης και της δημιουργίας του.

Παντελής Δεληγιαννίδης

 

Ο Παύλος ήταν σε όλα του αυθόρμητος. Αυτό που έκανε το ζούσε πάνω στη σκηνή. Ο δίσκος του “Φλου”, μαζί μ’ αυτόν του Πουλικάκου “Μεταφορές ο Μήτσος”, τους θεωρώ σαν τα καλύτερα δείγματα του ελληνικού ροκ.

Δημήτρης Πολύτιμος
(Μουσικός, ιδρυτής των MGC, συνεργάστηκε
σε διάφορα άλμπουμ του Σιδηρόπουλου)

 

Ο Παύλος είχε όλα τα χαρίσματα ενός αυθεντικού και δημιουργικού ρόκερ. Τον θυμάμαι πάντα σαν ένα πολύ καλό φίλο γεμάτο ζωή και κέφι για διασκέδαση και πλάκες. Και είναι πολύ κρίμα που έφυγε μ’ αυτόν τον τρόπο. Η περίοδος στην οποία δημιουργήσαμε μαζί την Εταιρεία Καλλιτεχνών θα μου μείνει αξέχαστη αφού θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που σμίξαμε μαζί σ’ αυτό το σχήμα. Υπήρχαν συνεχή “χάπενιγκ” τόσο πάνω στη σκηνή όσο και έξω απ’ αυτήν και θεωρώ τότε μεγάλη απώλεια για το χώρο τη διάλυση της μπάντας.

Θόδωρος Παπαντίνας
(Κιθαρίστας, μέλος της Εταιρείας Καλλιτεχνών)

 

Η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με την έννοια της απώλειας ενός κοντινού προσώπου ήταν στα δώδεκά μου χρόνια, όταν με πήρε τηλέφωνο μιά συνομήλική μου κοπέλα που είχα γνωρίσει σε κάποια παιδική κατασκήνωση το προηγούμενο καλοκαίρι, για να με πληροφορήσει ότι ένας κοινός μας φίλος, ο Κυριάκος είχε σκοτωθεί σε ατύχημα με μηχανάκι. Η αντίδρασή μου ήταν καθαρά υστερική: αρχικά θεώρησα ότι επρόκειτο για κακόγουστη φάρσα και στη συνέχεια, μπροστά στην επιμονή της, μουρμούρισα κάτι του στιλ: “καλά, θα το διασταυρώσω” κι έκλεισα το τηλέφωνο αφήνοντάς την εμβρόντητη.

Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, αντέδρασα με παρόμοιο τρόπο όταν η Εύη μου τηλεφώνησε για να μου ανακοινώσει το δυσάρεστο νέο: ο Παύλος πέθανε. Τελικά δυσκολεύομαι να συνηθίσω αυτήν την ιδέα. Οσο πιό συγκεκριμένη προσπαθεί να γίνει, τόσο πιο πολύ την απωθώ στο βάθος του μυαλού μου – κι ακόμη και σήμερα είμαι πρόθυμος να πιστέψω ότι κάπου στην Αθήνα ο Παύλος κάνει πρόβες, δοκιμάζει καινούργια στιχάκια, “δουλεύει” μια μελωδία και, απλώς, δεν τυχαίνει να συναντηθούμε. Ετσι όπως έχουμε χαθεί και με άλλους φίλους αλλά που και που μαθαίνουμε νέα τους. Δυστυχώς, μια τόσο εύθραυστη φαντασίωση δεν μπορεί να αντέξει στο σφυροκόπημα της “αντικειμενικής” πραγματικότητας. Ακόμη και οι “αγνών προθέσεων” αναφορές και αφιερώματα στη μνήμη του Παύλου και του έργου του επαναφέρουν βασανιστικά αυτό που υποσυνείδητα προτιμώ να ξεχνάω: ο Παύλος δεν υπάρχει πλέον και δεν πρόκειται να ξαναγράψει κάποιο τραγούδι. Δε θα επεκταθώ εδώ σε αναφορές γύρω από το χαρακτήρα και τις προσωπικές στιγμές του Παύλου, γιατί θεωρώ ότι μια τέτοια δημόσια έκθεση περιέχει κάποια ποσοστά αδιακρισίας, έστω και άν πρόκειται για επαίνους. Αυτό για το οποίο μπορώ να μιλήσω είναι πολύ πιο συγκεκριμένο και ουσιαστικό. Αφορά το ρόλο που έπαιξε ο Παύλος τόσο στη συνεργασία μας όσο και στα ευρύτερα μουσικά πράγματα. Σχετικά με το πρώτο σκέλος, το πράγμα είναι απλό. Η συνεργασία μας άλλαξε τη ζωή μου. Μέσα από την ηχογράφηση του “Φλου” έκανα το άλμα από την εφηβία στην μουσική ενηλικίωση. Ολα αυτά που βρίσκονταν μέσα μου σε ομιχλώδη κατάσταση πήραν συγκεκριμένη μορφή και κατεύθυνση και, βέβαια η επιρροή του Παύλου σε όλη αυτήν τη διαδικασία υπήρξε καταλυτική. Θα μπορούσα να πώ χιλιάδες πράγματα γύρω από αυτό, αλλά νομίζω ότι αρκεί να σημειώσω ότι απλά και μόνο να σχολιάζεις κιθαριστικά μια φωνή τέτοιων δυνατοτήτων είναι ολόκληρο σχολείο.

Οσον αφορά τώρα την επιρροή που είχε ο Παύλος πάνω σε αυτό που ονομάζουμε rock n’ roll σκηνή, τα πράγματα εδώ είναι προφανή. Δεν πρόκειται απλώς για κάποια “καλά τραγούδια” αλλά για το συμπυκνωμένο ορισμό του τι σημαίνει rock και πώς μπορεί να είναι ΚΑΙ ελληνικό. Αναζητώντας με σχεδόν μυστικιστική προσύλωση το δρόμο της προσωπικής του έκφρασης, άνοιξε γεναιόδωρα μια πόρτα σε κάτι που αφορούσε και όλους εμάς τους υπόλοιπους. Απέδειξε στην πράξη ότι όλες αυτές οι ετερόκλητες επιρροές που όλοι είχαμε μέσα μας μπορούσαν να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα με περιεχόμενο και αξία. Θα μείνει, λοιπόν, κάτι από τον Παύλο. Οχι μόνο στην σκέψη αυτών που τον γνώρισαν ή αυτών που συγκινήθηκαν από την μουσική του αλλά και σε κάθε νότα που παίζουμε, σε κάθε ηλεκτρική συγχορδία, σε κάθε βρυχηθμό του μπάσου. Και κάθε φορά που θα μαζεύονται οι πιτσιρικάδες στα υπόγεια της μεγαλούπολης και με τις πρώτες νότες θα γίνεται αντιληπτή στην ατμόσφαιρα αυτή η τόσο ασαφής αλλά και τόσο πραγματική περιρρέουσα αίσθηση που η ξενομανία της γενιάς μας ονόμαζε “Rock ‘n’ Roll Feeling” τότε θα είναι και αυτός εκεί.

Βασίλης Σπυρόπουλος
Εψιλον, 10/12/95

 

Ο Παύλος είναι ένας άγιος της ελληνικής ροκ σκηνής. Εφυγε πριν ακόμα δει τους σπόρους που είχε φυτέψει και οι οποίοι πιάσαν τελικά. Εφυγε κυνηγημένος, περιθωριοποιημένος αλλά πιστεύω ότι αν υπάρχει πουθενά θα χαίρεται γι’ αυτό που συμβαίνει. Γιατί ότι και να συμβαίνει ξεκίνησε από τον Παύλο και από τον Πουλικάκο. Το “Φλου” ήταν ένας οριακός δίσκος για όλους μας.

Γιάννης Αγγελακας


Δυστυχώς για όλους μας, ο Παύλος δεν θέλησε ποτέ να κρατήσει “απόσταση ασφαλείας” μεταξύ λόγου-μουσικής και προσωπικής ζωής. Ταυτίστηκε σε βαθμό απόλυτο με το “όνειρο” των ντραγκς και την ιδέα του ροκ εντ ρολ, με αποτέλεσμα η είδηση του θανάτου να μην είναι ένα σοκ αλλά ένα μούδιασμα.
Συχνά εύχομαι, τώρα που γνωρίζω την λύση, να τα ‘χε παρατήσει, να ‘χε κουραστεί και σπάσει, να ‘ταν τηλεπαρουσιαστής παιχνιδιών ή υπεύθυνος ροκ ρεπερτορίου σε μια πολυεθνική. Τουλάχιστον θα ‘ταν ακόμη μαζί μας. Ελπίζω να ‘ναι στον παράδεισο γιατί μου φαίνεται ότι έφαγε τη ζωή του στην κόλαση.

Θανάσης Αντωνίου
(Δημοσιογράφος του φάνζιν Σκιές Του Β-23)

 

Ένας ξανθός άγγελος με λαμπερά γαλάζια μάτια που σε κοίταζαν κατάματα: ο Παύλος.
Εγώ, η φιλόλογος θεία του, «έπρεπε» να τον βοηθήσω παραμονή εξετάσεων στα αρχαία Ελληνικά, τη μέρα που μόλις είχε αγοράσει το βιβλίο του! Θυμάμαι την παραμονή που θα έδιδε Κύρου Ανάβαση με το βιβλίο φυσικά ολοκαίνουριο. Εγώ σε πανικό, αυτός ήρεμος. Το κείμενο το έβλεπε για πρώτη φορά. Τον βάζω να διαβάσει ένα μεγάλο απόσπασμα και να μου πει τι κατάλαβε. Με παρακαλεί να του πω τη σημασία κάποιων λέξεων και βγάζει σχεδόν τέλεια τη μετάφραση, προς μεγάλη μου έκπληξη και θαυμασμό φυσικά.

Πάντα το πάθος του ήταν η μουσική, ταλέντο που σίγουρα είχε κληρονομήσει από τον ερασιτέχνη μουσικό παππού του Ραδάμανθυ. Ο Ραδάμανθυς Αλεξίου από τη μεγάλη κρητική οικογένεια διανοουμένων των Αλεξίου, ήταν τοπογράφος μηχανικός, σε δημόσια έργα, βιολιστής και συνθέτης κρητικών μοτίβων.

Όταν ρωτούσα τη μητέρα του Παύλου αν ο γιός της τραγουδάει ωραία, απαντούσε με το γνωστό χιούμορ της σε άπταιστη Κρητική προφορά: «σα ντο γάιδαρο»  μια ιδιόμορφη αντίληψη της Τζένης για τη ροκ μουσική; Όχι, μάλλον διάθεση για πλάκα!
Άρρωστη από πολύ νέα, καθηλωμένη σχεδόν σε κάποια καρέκλα, η μητέρα του, γεμάτη δυναμισμό και κέφι για τη ζωή, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή του Παύλου και έμμεσα στο έργο του.

Παύλο μου, είσαι από τα παιδιά που δεν μπορεί κανείς εύκολα να ξεχάσει. Σε βλέπω να με κοιτάζεις με τα φωτεινά γαλάζια σου μάτια και ακούω να μου τραγουδάς με τον αισθαντικό δικό σου τρόπο τα τόσο ξεχωριστά τραγούδια σου.

Νίκη Ζαχαρίου
(φιλόλογος καθηγήτρια στη σχολή Μωραΐτη)

Ο Παύλος δεν μας επέτρεψε ούτε μια φορά να πιστέψουμε ότι μας πουλάει “φύκια για μεταξωτές κορδέλες”, ούτε επέτρεψε στην τέχνη του να εξαργυρωθεί για τριάκοντα αργύρια παρ’ ότι η ανάγκη του τα χρειαζόταν συχνά. Κι όταν μπορεί να διαφυλάσσει την τέχνη του από τις ανάγκες του, από την καθημερινότητα, από τη φθορά του χρόνου, όταν μπορεί να ζει όπως περιγράφει στα επικίνδυνα τραγούδια του, τότε αξίζει την τιμή μας και την αγάπη μας για πάντα.

Μάκης Μηλάτος
(Δημοσιογράφος)

Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Φεγγάρι μάγια μου΄κανες

Μ’ Ένα Παράπονο

Ήθελα κάτι να σου πω
και στο τραπέζι σου θα ‘ρθω
μ’ ένα παράπονο
μ’ ένα παράπονο πικρό
να σε καλησπερίσω

Έχεις αφήσει μια ψυχή
στην παγωνιά και στη βροχή
μ’ ένα παράπονο
μ’ ένα παράπονο πικρό
θα σ’ το ξαναθυμίσω

Αν είσαι άντρας με καρδιά
φέρ’ την μαζί σου μια βραδυά
μ’ ένα χαμόγελο
μ’ ένα χαμόγελο ζεστό
θα σε καλωσορίσω

Wilko Johnson: Δεν τον βάζει κάτω ούτε ο καρκίνος. Νά’ ναι καλά!

 

Πηγή:  tovima.gr

Γουίλκο Τζόνσον: «Η αποκάλυψη ότι έχω καρκίνο με έκανε να νιώσω ζωντανός»

Η θαρραλέα εξομολόγηση του κιθαρίστα των θρυλικών Dr Feelgood
Γουίλκο Τζόνσον: «Η αποκάλυψη ότι έχω καρκίνο με έκανε να νιώσω ζωντανός»
Θλίψη έχει προκαλέσει στους θαυμαστές τόσο του θρυλικού βρετανικού συγκροτήματος της δεκαετίας του ’70 «Dr Feelgood» όσο και της σύγχρονης τηλεοπτικής σειράς «Game of Thrones» το γεγονός ότι ο κιθαρίστας και ηθοποιός Γουίλκο Τζόνσον έχει διαγνωστεί με ανίατο καρκίνο του παγκρέατος και οι γιατροί τού δίνουν το πολύ 10 μήνες ζωής.
Ομως ο ίδιος ο 66χρονος Τζόνσον – το πραγματικό όνομα του οποίου είναι Τζον Πίτερ Ουίλκινσον – δεν το έβαλε κάτω. Μίλησε με θάρρος και αισιοδοξία στο βρετανικό ραδιόφωνο για την δυσοίωνη προσωπική του περιπέτεια, τονίζοντας μάλιστα ότι «λειτούργησε αναζωογονητικά» πάνω του.
«Όταν ο γιατρός μου είπε «έχεις καρκίνο στο τελικό στάδιο» ήταν ξεκάθαρο πως δεν επιδεχόταν χειρουργικής επέμβασης και πως οι γιατροί δεν θα μπορουσαν να κάνουν κάτι. Οταν βγήκα από το νοσοκομείο, ένιωσα αυτομάτως ανεβασμένος. Σα να περπατάς, να κοιτάς τον ουρανό και τα δέντρα και να αναφωνείς «ουάου!» Η αποκάλυψη ότι έχω καρκίνο με έκανε να νιώσω ζωντανός».
Όπως είπε, το πρώτο «καμπανάκι» για την υγεία του χτύπησε τον περασμένο Νοέμβριο όταν λιποθύμησε επί σκηνής, αλλά η διάγνωση έγινε πριν από λίγες μέρες, με τον ίδιο πάντως να κανονίζει να ηχογραφήσει ένα τελευταίο άλμπουμ και να βγει σε μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία προκειμένου να αποχαιρετήσει τους θαυμαστές του.
 
«Πέρασα όλη μου τη ζωή μέσα στη δυστυχία, παλεύοντας με τη κατάθλιψη κι άλλα πράγματα, αλλά πλέον νιώθω αναγεννημένος», καταλήγει ο βρετανός που σε σχετικά μεγάλη ηλικία ξεκίνησε μια δεύτερη καριέρα ως ο μουγκός δήμιος «Ίλιν Πέιν» στη τηλεοπτική σειρά  «Game of Thrones». Όπως λεει ο ίδιος, οι παραγωγοί τον επέλεξαν για το ρόλο του Πέιν, καθώς «έψαχναν για κάποιον τρομαχτικό τύπο που να διαθέτει αγριεμένο βλέμμα, προκαλώντας τον πανικό τα θύματά του πριν τα σκοτώσει. Μου ήταν εύκολο, καθώς από μόνος μου είμαι τρομαχτικός τύπος και αγριοκοιτάζω τον κόσμο, έτσι κι αλλιώς».
Αμέσως μετά τα δυσάρεστα νέα, ο μάνατζέρ του, Ρόμπερτ Χόι εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία επιβεβαιώνει την είδηση και αναφέρει ότι ο Τζόνσον δεν σκοπεύει να υποβληθεί σε θεραπεία. «Επέλεξε να μην κάνει καμία χημειοθεραπεία που θα του έδινε μόλις δυο μήνες ζωής παραπάνω. Έχει καλή διάθεση, δεν υποφέρει από συμπτώματα της νόσου και αναμένεται να απολαύσει τουλάχιστον μερικούς μήνες σχετικά καλής υγείας ενώ σχεδιάζουμε να ολοκληρώσουμε το νέο CD του, να κάνουμε μια σύντομη περιοδεία στη Γαλλία, καθώς και μια σειρά από αποχαιρετιστήριες συναυλίες στη Βρετανία», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Χόι.
 
«Νιώθω πολύ περίεργα, καθώς από τη μια πλευρά νιώθω μια χαρά, αλλά από την άλλη πλευρά γνωρίζω πως η απειλή του θανάτου κρέμεται πλέον από πάνω μου», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τζόνσον.
Θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς κιθαρίστες στην ιστορία της ροκ, με τις συμμετοχές του σε συγκροτήματα όπως οι πρωτοπόροι της pub rock βρετανικής σκηνής Dr Feelgood ( έγραψε τα τραγούδια των τεσσάρων πρώτων δίσκων τους, την περίοδο 1975 – 1977 ) και οι πανκ Ian Dury and the Blockheads ενώ εν συνεχεία δημιούργησε το δικό του συγκρότημα, τους Wilko Johnson Band.
Παίζει ηλεκτρική κιθάρα χωρίς να χρησιμοποιεί πένα, μόνο με τα δάκτυλα ( fingerstyle ), μια τεχνική που του επιτρέπει να κρατάει ακόρντα κάνοντας σχεδόν ταυτόχρονα σόλο και στις συναυλίες «αλωνίζει» πάνω στη σκηνή κάνοντας συνέχεια κοφτές, «ρομποτικές» κινήσεις και μορφασμούς. ( Για ένα δείγμα της εκρηκτικής παρουσίας του στα live δείτε εδώ)
Εχει επίσης σπουδάσει φιλολογία και στις αρχές του 1970 εργάστηκε ως καθηγητής. Είναι μέλος μιας ομάδας Βρετανών με πάθος για τη λατινική γλώσσα. Η ομάδα αυτή κάνει συχνά συγκεντρώσεις – συνήθως σαββατοκύριακα – στις οποίες όλοι μιλάνε μεταξύ τους αποκλειστικά στα… λατινικά! Αλλα ενδιαφέροντά του είναι η αστρονομία, η ζωγραφική και η ποίηση.
Παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία την αγαπημένη του από το σχολείο Ιρέν Νάιτ και μαζί απέκτησαν έναν γιο. Η γυναίκα του πέθανε από καρκίνο το 2004 και έκτοτε ζει μόνος του.