Εγχώρια διαπλοκή και Αμερικάνοι θα βαράνε στο ψαχνό

Εκτός από την εγχώρια διαπλοκή που για τους δικούς της λόγους δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να βρει η χώρα και η οικονομία το δρόμο της, οι Αμερικάνοι συνεχίζοντας τις δικές τους μάχες στον παγκόσμιο νομισματικό πόλεμο, θα συνεχίσουν να προκαλούν τριγμούς σε κάθε προσπάθεια ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής ιδέας.

Ήδη τις τελευταίες μέρες τόσο η Wall Streek Journal όσο και οι New York Times δείχνουν τις διαθέσεις τους:

 

Wall Street Journal: Η Ελλάδα είναι στο γάντζο

Στην αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από το κυβερνητικό σχήμα αναφέρεται η Wall Street Journal, η οποία επισημαίνει πως είναι πολύ δύσκολο πλέον να εξαντλήσει Αντώνης Σαμαράς την τετραετία στη θέση του πρωθυπουργού, ενώ παράλληλα υποστηρίζει πως μετά και το «λουκέτο» της ΕΡΤ, το παραμικρό περιστατικό μπορεί να «ρίξει» την κυβέρνηση.

Σε άρθρο της με τίτλο «Η Ελλάδα είναι στο γάντζο», η Wall Street Journal αναφέρει πως η κυβέρνηση επέζησε -προς το παρών- από την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ και αναφέρει πως είναι «αδύνατο να εξαντλήσει την τετραετία, μια κυβέρνηση η οποία κινδυνεύει να καταρρεύσει κάθε φορά που επιχειρεί να ”κόψει το λίπος”, πόσο μάλλον να τηρήσει τις συμφωνίες για την λιτότητα που έχει κάνει με το ΔΝΤ και τις Βρυξέλλες».

Στη συνέχεια, το δημοσίευμα αναφέρεται στην κίνηση του πρωθυπουργού να βάλει «λουκέτο» στην ΕΡΤ, τονίζοντας ότι δεν ήταν «ακριβώς ένα πρότυπο αποτελεσματικής συρρίκνωσης του κράτους».

Κλείνοντας, το δημοσίευμα αναφέρει πως η «ηρεμία στους δρόμους της Αθήνας έφθασε στο τέλος της. Η ικανότητα της Ελλάδας να μετασχηματίζει και να επαναπρογραμματίζει την οικονομία της τελειώνει μπροστά στις πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες μιας χώρας που βρίσκεται στον έκτο χρόνο της ύφεσης. Ενας νέος γύρος απολύσεων στο δημόσιο, άλλη μια αύξηση των φόρων, μια ρατσιστική δολοφονία από την ακραία εθνικιστική Χρυσή Αυγή, ένας θάνατος πολίτης από την αστυνομία από ατύχημα: Σχεδόν οτιδήποτε θα μπορούσε να φέρει ταραχές στη χώρα».

Πηγή: Wall Street Journal και iefimerida.gr

Continue reading

Advertisements

Τρεις μεταρρυθμίσεις

Γράφει στο  Protagon.gr ο Γιάνης Βαρουφάκης    Γιάνης Βαρουφάκης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εναποθέσει όλες της τις ελπίδες στον συνδυασμό λιτότητας-μετά-μεταρρυθμίσεων. Η λιτότητα υποτίθεται ότι θα δαμάσει τα ελλείμματα – και, μακροπρόθεσμα, τα χρέη – ενώ οι μεταρρυθμίσεις θα φέρουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και, έτσι, την ανάκαμψη.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις, των τελευταίων τριών ετών, συναινούν σε αυτή την πολιτική, εφαρμόζουν τη λιτότητα και υπόσχονται τις μεταρρυθμίσεις οσονούπω. Οι υπόλοιποι «σφαζόμαστε» για το αν η μνημονιακή λιτότητα αποτυγχάνει επειδή οι μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν όσο σβέλτα έπρεπε (η «μνημονιακή» άποψη) ή αν η λιτότητα που επιβάλει το Μνημόνιο δημιουργεί συνθήκες κατάρρευσης στις οποίες οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν (η «αντι-μνημονιακή» πεποίθηση, που είναι και δική μου). Δυστυχώς, αυτό το δίπολο μας εγκλωβίζει σε έναν διχασμό που επιδεινώνει την Κρίση, μειώνοντας τις αντιστάσεις της κοινωνίας μας σε αυτές.

Το χειρότερο είναι ότι αυτός ο διχασμός δεν είναι καν αναγκαίος. Μπορούμε κάλλιστα να διατηρήσουμε ο καθένας τις απόψεις του για το Μνημόνιο (και κατά πόσον αποτελεί φάρμακο ή δηλητήριο) αλλά να βρούμε κοινό τόπο όσον αφορά τις βασικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη ο τόπος. Και που τις έχει ανάγκη έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι αν αρχίζει ο ουρανός να βρέχει επενδύσεις και δάνεια με αρνητικά επιτόκια.

Πράγματι, το στείρο δίπολο Μνημονιακών-Αντιμνημονιακών μπορεί να σπάσει ή, τουλάχιστον, να «γαληνεύσει», στο πλαίσιο μιας σοβαρής, άνευ φόβου και πάθους, συζήτησης περί αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Σίγουρα υπάρχουν μεταρρυθμίσεις στις οποίες θα συμφωνήσουμε όλοι, ανεξάρτητα του αν πρεσβεύουμε την εφαρμογή ή την ανατροπή της μνημονιακής λιτότητας. Το ερώτημα είναι: Ποιες είναι αυτές;

Ο κίνδυνος για μια τέτοια συζήτηση είναι ότι θα αποπροσανατολιστεί είτε προς την κατεύθυνση γενικόλογης συναίνεσης, που όμως στην πράξη δεν οδηγεί πουθενά (π.χ. «να χτυπηθεί η φοροδιαφυγή»), είτε προς την κατεύθυνση μιας τιτάνιας σύγκρουσης (π.χ. για το αν θα πρέπει να απολυθούν εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι). Με στόχο την αποφυγή τέτοιου αδιεξόδου, επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε τρεις μεταρρυθμίσεις που αξίζει να συζητήσουμε και οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν πεδίο συμφωνίας.

Μεταρρύθμιση 1: Ενιαίο καθεστώς εξαρτημένης-μισθωτής εργασίας

Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, το 2000, θυμάμαι το σοκ που ένιωσα όταν συνειδητοποίησα πόσοι εργαζόμενοι, ιδίως νέοι, εργάζονταν με «μπλοκάκι», με δελτίο παροχής υπηρεσιών, λες και ήταν υδραυλικοί. Ακόμα περισσότερο με είχε εξοργίσει το γεγονός ότι κανείς, στην Ελλάδα, δεν κατανοούσε την οργή μου με την πρακτική της συνειδητής διχοτόμησης της αγοράς εργασίας μεταξύ προστατευόμενης μισθωτής εργασίας και μισθωτής εργασίας με μπλοκάκι, όπου ο μισθός αντιμετωπίζεται όπως μια οποιαδήποτε τιμή (π.χ. των μαρουλιών ή της επισκευής μιας βρύσης από ελεύθερο επαγγελματία-υδραυλικό). Ότι ακόμα και τα συνδικάτα, πέραν κάποιων εθιμοτυπικών δηλώσεων, δεν έδειχναν καμία διάθεση να κινητοποιηθούν εναντίον αυτού του ιδιότυπου, σκανδαλώδους – καθαρά ελληνικού – θεσμού.

Αυτός ο διαχωρισμός πρέπει, ιδίως τώρα, εν μέσω Κρίσης, να μας εξοργίζει όλους. Αριστερούς, Μνημονιακούς, αντιπολιτευόμενους, κυβερνητικούς, νεοφιλελεύθερους και αντι-Μνημονιακούς. Όπως και να το δούμε το θέμα, η κατάσταση στην αγορά εργασίας είναι διαβολική. Έχουμε δημιουργήσει μια (όλο και διογκούμενη) κατηγορία εργαζόμενων οι οποίοι (α) παρέχουν εξαρτημένη μισθωτή εργασία αλλά αναγκάζονται να το κάνουν σαν η εργασία τους να ήταν ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα και (β) δεν έχουν καν το δικαίωμα να επιλέγουν πώς θα αυτο-ασφαλιστούν αλλά, αντίθετα, υποχρεώνονται να πληρώνουν ασφάλιστρα σε έναν συγκεκριμένο οργανισμό, το ΤΕΒΕ, ανεξάρτητα των εισοδημάτων τους, γνωρίζοντας ότι η πρόνοια και οι συντάξεις που θα λάβουν ως αντάλλαγμα (αν λάβουν), όταν τη χρειαστούν, δεν αξίζει τα χρήματα που καταβάλουν.

Αυτή η πραγματικότητα έπρεπε, φίλες και φίλοι, να εξαγριώνει Αριστερούς και Δεξιούς, θιασώτες της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και όσους πιστεύουν ότι μια πολιτισμένη κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίζει την εργασία ως κάτι που υπερβαίνει την έννοια του εμπορεύματος, του οποίου η τιμή και η ποσότητα καλώς προσδιορίζεται αποκλειστικά από την αγορά. Οι νεοφιλελεύθεροι γνωρίζουν ότι μια τέτοια διχοτομημένη αγορά εργασίας σημαίνει κάτι απλό: όπως το κακό, το κάλπικο, χρήμα διώχνει το καλό χρήμα (ο νόμος του Gresham), έτσι και οι κακές θέσεις εργασίας (εκείνες με το μπλοκάκι) διώχνουν τις καλές. Όσο για τους Αριστερούς, κι αυτοί γνωρίζουν (αν έχουν διαβάσει τον Μαρξ τους) ότι μια διχοτομημένη αγορά εργασίας όχι μόνο αυξάνει την εκμετάλλευση μεγάλης μάζας φοβισμένων και ανασφαλών εργαζόμενων αλλά, παράλληλα, μειώνει την ενεργό ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών, βαθαίνοντας την Κρίση.

Να, λοιπόν, μια ευκαιρία για να συμφωνήσουμε ότι αυτό το καθεστώς διχοτόμησης της αγοράς εργασίας πρέπει να λήξει άμεσα. Το δύσκολο θα είναι να συμφωνήσουμε ποια εξασφάλιση πρέπει να έχει ένας μισθωτός, τι αποζημίωση πρέπει να προβλέπεται σε περίπτωση απόλυσης, πόση πρέπει να είναι η συμμετοχή του εργοδότη στην κοινωνική ασφάλιση του εργαζόμενου κ.λπ. Όμως, από τη στιγμή που συμφωνήσουμε σε αυτά, θα πρέπει να ισχύουν για όλους τους εργαζόμενους. Χωρίς καμία εξαίρεση. Δια ροπάλου. (Και μη μου πείτε ότι αυτό είναι δύσκολο να επιβληθεί. Και η φορολόγηση είναι δύσκολο να επιβληθεί, αλλά δεν ακούω κανέναν να υποστηρίζει ότι πρέπει να καταργηθεί η υποχρεωτικότητα της καταβολής φόρων, επειδή η επιβολή της είναι δύσκολη!)

Πρόταση 1: Επανεξέταση των συμβάσεων εργασίας και νομική κατοχύρωση της υπαγωγής όλων των εργαζόμενων οι οποίοι τελούν υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας σε αυτές (π.χ. είναι υποχρεωμένοι να παρουσιάζονται συγκεκριμένες ώρες στον χώρο δουλειάς, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, για πάνω από δύο μήνες) με πλήρη κατάργηση της πρακτικής της πρόσληψης με δελτίο παροχής υπηρεσιών.

Μεταρρύθμιση 2: Κατάργηση της υποχρεωτικότητας του ΤΕΒΕ

Αυτό που συμβαίνει με το ΤΕΒΕ στη χώρα μας είναι εξωφρενικό. Σκεφτείτε το: Αποφασίζει ένας νέος άνθρωπος να ξεκινήσει, π.χ. με δύο-τρεις φίλους, μια δουλειά και, χωρίς να ξέρει πώς θα πάει, τον αναγκάζουμε να πληρώνει ένα σοβαρό ποσό, μηνιαίως, σε ασφαλιστικό ταμείο το οποίο ούτε διαλέγει, ούτε σοβαρές υγειονομικές υπηρεσίες του προσφέρει και ούτε θα του δώσει σύνταξη της προκοπής, αν θα του δώσει. Αν, μάλιστα, έπειτα από π.χ. δύο χρόνια, η δουλειά αυτή κλείσει, τα χρήματα που κατέβαλε στο ΤΕΒΕ χάθηκαν. Ανεπιστρεπτί. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το ποσόν που πληρώνει είναι ανεξάρτητο από τα καθαρά του εισοδήματα. Πληρώνει το ίδιο είτε η επιχείρηση «στήνεται» και δεν έχει ακόμα έσοδα είτε έχει μεγάλα κέρδη.

Αν το καλοσκεφτούμε, πρόκειται για έναν ξενδιάντροπο κεφαλικό φόρο που αποτελεί τεράστιο αντικίνητρο για να ξεκινήσει κάποιος μια δουλειά. Μάλιστα, υπό το σημερινό καθεστώς της μισθωτής εργασίας με μπλοκάκι, όπου για να αποκτήσει ο εργαζόμενος μπλοκάκι υποχρεώνεται να συμβληθεί με το ΤΕΒΕ, είναι σαν να φορολογούμε τον πιο αδύναμο εργαζόμενο οδηγώντας τον, ουσιαστικά, στην αγκαλιά του ΟΑΕΔ. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, σε ευρυνητικό πρόγραμμα που γνωρίζω καλά, προβλεπόταν αμοιβή για μεταπτυχιακούς φοιτητές, 10 χιλιάδων τον χρόνο. Επειδή, όμως, για πάνω από τις 5 χιλιάδες ετήσιο εισόδημα ο μισθωτός αναγκάζεται (βλ. πιο πάνω) να εργάζεται με μπλοκάκι, οι νέοι επιστήμονες θα εξαναγκάζονταν να πληρώσουν, πέραν των κανονικών φόρων, το ΤΕΒΕ και, ενίοτε, τον κεφαλικό φόρο για το μπλοκάκι – αφήστε τη γραφειοκρατία του να γραφτούν στο ΤΕΒΕ, να πάρουν δελτίο παροχής από την Εφορία, να πρέπει να κάνουν δήλωση ΦΠΑ κ.λπ. Δεν είναι περίεργο ότι προτίμησαν να μην αποδεχθούν την ερευνητική θέση που τους προσφέραμε.

Πρόταση 2: Κατάργηση της υποχρεωτικότητας του ΤΕΒΕ για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Στο πλαίσιο της άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος, ας επιλέξουν ελεύθερα τον τρόπο με τον οποίο θα ασφαλιστούν ή θα αποταμιεύσουν. Αν το ΤΕΒΕ μπορεί να τους παράσχει καλύτερες υπηρεσίες από την αυτο-ασφάλιση, τότε από μόνοι τους θα επιλέξουν να συμβληθούν σε αυτό. Δεδομένου μάλιστα ότι, με την Πρόταση 1 πιο πάνω, κανείς μισθωτός δεν θα έχει πλέον ανάγκη το ΤΕΒΕ (καθώς το εξάμβλωμα της εξαρτημένης-εργασίας-με-μπλοκάκι θα αποτελεί παρελθόν) πρόβλημα ουδέν.

Μεταρρύθμιση 3: Κατάργηση της προ-πληρωμής του ΦΠΑ

Είναι δυνατόν, ιδίως σε αυτή την εποχή της Κρίσης, επιχειρήσεις που βουλιάζουν επειδή οι πελάτες τους καθυστερούν μήνες και χρόνια να τις εξοφλήσουν (για αγαθά και υπηρεσίες που έλαβαν) να πρέπει να προκαταβάλουν τον ΦΠΑ; Από πού κι ως πού ο ΦΠΑ καταβάλεται προτού εισπραχθεί το τίμημα από την επιχείρηση; Με το ισχύον καθεστώς, οι επιχειρήσεις τελούν υπό καθεστώς ομηρείας κακοπληρωτών και κλείνουν, καθώς το κράτος εισπράττει το μερτικό του από συναλλαγές που δεν ολοκληρώθηκαν και που μπορεί ποτέ να μην ολοκληρωθούν.

Πρόταση 3: Πολύ απλά, ο ΦΠΑ να καταβάλεται την ημέρα της είσπραξης και όχι με την έκδοση του τιμολογίου. Ούτε πριν, ούτε και μετά. Στην εποχή του web-banking δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη σταματήσει αυτός ο παραλογισμός που οδηγεί επιχειρήσεις στο λουκέτο και καταστρέφει ζωές.

Επίλογος

Μια λέξη κυριαρχεί κάθε φορά που ένα καθεστώς τελεί υπό κατάρρευση. Η λέξη «μεταρρυθμίσεις». Να θυμίσω στους νεότερους ότι η δική μας γενιά (των πενηντάρηδων) πρωτογνώρισε την έννοια των «μεταρρυθμίσεων» από τις ατέρμονες συζητήσεις που γινόντουσαν στη Σοβιετική Ένωση (και στο πλαίσιο των οποίων οι δυτικοί Κρεμλινολόγοι κατέτασσαν τους διάφορους σοβιετικούς ηγέτες στις κατηγορίες «μεταρρυθμιστές» και «σκληροπυρηνικοί».

Σήμερα που η Ελλάδα τελεί υπό κατάρρευση έχουμε υποχρέωση, από τη μία, να συζητάμε έντονα το αν η μνημονιακή πολιτική θα επισπεύσει ή θα αποτρέψει την ολοκληρωτική κατάρρευση αλλά, από την άλλη, να συνεννοηθούμε για κάποιες βασικές μεταρρυθμίσεις, αλλαγές, εξορθολογισμό – πείτε το όπως θέλετε. Γιατί ό,τι και να γίνει με το Μνημόνιο, την ΕΚΤ, την Ευρωζώνη και τα λοιπά «μεγάλα» ζητήματα, πρέπει να κοιτάξουμε τα «μικρά» που όμως, όσο μικρά και να ‘ναι, αποτελούν καρκινώματα που καταστρέφουν το δυναμικό της κοινωνικής μαςοικονομίας. Ας βρούμε πού υπάρχει κοινός τόπος και ας δράσουμε, τουλάχιστον, σε αυτόν.

Πηγή: Protagon.gr

Γράφει στο Protagon

Γ. Βαρουφάκης: Πού το πάει το ΔΝΤ;

Ακολουθεί αναδημοσίευση από το Protagon.gr άρθρου του Γ. Βαρουφάκη    Γιάνης Βαρουφάκης

Σήμερα θα σας απευθυνθώ περισσότερο ως ‘ρεπόρτερ’ και λιγότερο ως σχολιαστής. Ελπίζω ότι, στο πλαίσιο της συζήτησης που έχει φουντώσει σε σχέση με τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές και την «λανθασμένη» εκτίμησή τους από το ΔΝΤ (μια συζήτηση που εδώ στο protagon την ξεκινήσαμε πολύ πριν, π.χ. εδώ), αυτά που έχω να σας μεταφέρω θα φανούν χρήσιμα τόσο σε εκείνους που τείνουν να συμφωνούν με τις θέσεις μου ως προς το τι πρέπει να κάνουμε ως Ελλάδα όσο και στους πολλούς επικριτές των προτάσεών μου. Έτσι τουλάχιστον ελπίζω.

Στις 7 και 8 Φεβρουαρίου έτυχε να συμμετάσχω σε νομικό συνέδριο που διοργάνωσε το περιοδικό Texas International Law Journal στο Austin, απ’ όπου σας γράφω. Το κεντρικό θέμα του συνεδρίου ήταν «Το Κράτος και οι Τράπεζες» και μέρος του αφιερώθηκε στην Κρίση της Ευρωζώνης με έμφαση στην τραπεζική κρίση και στα νομικά ζητήματα που θα προκύψουν στην πορεία μιας διαδικασίας ενοποίησης των τραπεζικών συστημάτων της Ευρωζώνης (Banking Union) – μιας διαδικασίας την οποία, υποτίθεται, ότι έχουν βάλει μπροστά οι ευρωπαίοι ηγέτες μας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι διοργανωτές με προσκάλεσαν να μιλήσω στους συνέδρους (καθηγητές και διδακτορικούς φοιτητές νομικών σχολών) με θέμα, τί άλλο, την Τραπεζική Ενοποίηση της Ευρωζώνης (μια ενοποίηση που, με τον συνεργάτη μου Stuart Holland, πρεσβεύουμε ως αναγκαία για την επίλυση της Κρίσης από το 2010/1 – πχ. δείτε εδώ).

Πριν με κατηγορήσετε ότι τα λέω όλα αυτά για να σας πω πόσο «όμορφα» τα είπα και πόσο «σπουδαίος» είμαι, επιτρέψτε μου να σας καταθέσω τον λόγο που θεωρώ ότι σας ενδιαφέρει αυτή η ιστορία – και ο οποίος ελάχιστη σχέση έχει με το τι είπα σε εκείνη την ομιλία. Αυτό που έχει σημασία είναι πως αντέδρασε ένα μέλος του ακροατηρίου, και τι είπε απαντώντας στα δικά μου λεγόμενα. Το όνομά του δεν θα σας το πω (καθώς έχω δεσμευτεί ότι δεν θα το κάνω). Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι πρόκειται για υψηλά ιστάμενο στέλεχος του ΔΝΤ.

Για να έχει νόημα η παρουσίαση της στάσης του εν λόγω κυρίου, πρέπει να με ανεχθείτε για λίγο, να ανεχθείτε μια περίληψη της τοποθέτησής μου – καθώς η δική του τοποθέτηση βγάζει νόημα μόνο στο πλαίσιο αυτό. Επί της ουσίας, αφού κατέθεσα την ερμηνεία μου για το πώς προέκυψε η Κρίση του Ευρώ, προχώρησα σε τρεις προβλέψεις:

  1. Καμία πρόοδος προς μία πραγματική τραπεζική ενοποίηση, που να βοηθά στην καταπολέμιση της Κρίσης, δεν πρόκειται να επιτευχθεί.
  2. Το πρόγραμμα ΟΜΤ που ανακοίνωσε ο Πρόεδρος της ΕΚΤ κ. Draghi τον Σεπτέμβρη, και το οποίο βοήθησε να πέσουν τα spreads σε όλη την Ευρωζώνη, κάτω από την «επιφάνεια» των φαινομένων επιφέρει χειροτέρευση της Κρίσης και, το χειρότερο, ενισχύει την αποφασιστικότητα με την οποία η Γερμανία «δολοφονεί» την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του περασμένου Ιουνίου σύμφωνα με την οποία η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα έφευγε από τα χέρια των κρατών-μελών και τα απαραίτητα κονδύλια δεν θα προσμετρώνταν στο δημόσιο χρέος των κρατών.
  3. Εάν το Ευρώ καταρρεύσει, τότε θα καταρρεύσει μαζί του η ΕΕ. Εάν διασωθεί, τότε, και αφού θα έχει περάσει πραγματικά η σημερινή Κρίση, τότε μόνο θα δούμε να ενοποιούνται τα τραπεζικά συστήματα της Ευρωζώνης. Αν ποτέ φτάσουμε εκεί, χώρες που δεν ανήκουν στην Ευρωζώνη θα φύγουν από την ΕΕ καθώς θα είναι αδύνατον να ανήκουν στην ΕΕ χωρίς να είναι μέρος του κοινού νομίσματος – οπότε η Βρετανία, για παράδειγμα, θα έχει κάθε λόγο να αποχωρήσει από την ΕΕ.

Πέραν αυτών των γενικών προβλέψεων, έκλεισα την ομιλία με μια γενική εκτίμηση και κάποιες προτάσεις. Η εκτίμηση ήταν πως η Κρίση βαθαίνει παρά το γεγονός ότι η αγορά ομολόγων φαίνεται να ομαλοποιείται και, συνεπώς, αν συνεχίσουμε έτσι, η Ευρωζώνη δεν θα αντέξει. Όσο για τις προτάσεις, κατέθεσα τις εξής τρείς:

  1. Να προχωρήσει άμεσα η εκκαθάριση, ανακεφαλαιοποίηση και διαχείριση των προβληματικών τραπεζών της Ευρωζώνης (συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος και της σύμπτυξης όσων δεν μπορούν να αναστηθούν) από το EFSF-ESM χωρίς καμία ανάμειξη από τα κράτη-μέλη και χωρίς να έχει προηγηθεί η τραπεζική ενοποίηση.
  2. Το πρόγραμμα ΟΜΤ της ΕΚΤ να αντικατασταθεί από εναλλακτικό πρόγραμμα εξυπηρέτησης μέρους του χρέους όλων των μελών-κρατών με έκδοση ομολόγων τα οποία θα εγγυάται μόνον η ΕΚΤ – τα οποία θα μπορούν, επί πλέον, να λειτουργούν επικουρικά προς τα ομόλογα που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων με στόχο την ανάπτυξη
  3. Ευσπευσμένη ολοκλήρωση μιας συνθήκης ελεύθερου εμπορίου ΗΠΑ-ΕΕ έτσι ώστε χώρες όπως η Βρετανία να φύγουν από την ΕΕ χωρίς εκατέροθεν απώλειες.

Και τώρα ερχόμαστε στο «ψητό»: Στην συζήτηση που ακολούθησε ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ είπε επ’ ακριβώς τα εξής (και λέω «επ’ ακριβώς» επειδή στις επόμενες παραγράφους απομαγνητωφωνώ, και μεταφράζω όσο πιο επακριβώς δύναμαι, τα λεγόμενά του):

«Θα κάνω ένα σχόλιο και θα σας θέσω ένα ερώτημα, αν μου επιτρέπετε. Ξεκινώ με το σχόλιο: Κατ’ αρχάς να σας πω ότι συμφωνώ πως και μένα με στενοχωρεί το θέαμα των ευρωπαίων να θριαμβολογούν ότι η Κρίση υποχωρεί όταν όλοι βλέπουμε ότι χειροτερεύει ως προς την πραγματική οικονομία. Συμφωνώ ακόμα ότι πρέπει οπωσδήποτε και χωρίς καθυστέρηση η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών να γίνει άμεσα από τα ταμεία διάσωσης χωρίς να προσμετράται το ποσόν που αυτό απαιτεί στο δημόσιο χρέος κανενός. Παράλληλα πρέπει η ΕΕ κεντρικά, μέσα από το ESM και την ΕΚΤ, να προχωρήσει την εκκαθάριση και στο κλείσιμο πολλών από αυτές τις τράπεζες. Όμως, εκεί που διαφωνώ μαζί σας είναι ότι η Ευρώπη έχει την πολυτέλεια να καθυστερεί, όπως πράγματι καθυστερεί την πλήρη ενοποίηση των τραπεζικών της συστημάτων. Και δυστυχώς έχετε δίκιο όταν λέτε ότι αυτό ακριβώς κάνουν: κάνουν ό,τι μπορούν για να μην προχωρήσει καμία ουσιαστική τραπεζική ενοποίηση.»

Πριν προλάβω να χωνέψω αυτή του την, εντελώς απρόσμενη για μένα τοποθέτηση, προχώρησε στο ερώτημα:

«Αυτό που θα ήθελα να σας ρωτήσω αφορά την Ελλάδα. Είναι προφανές ότι η χώρα σας, και λόγω ενδογενών προβλημάτων και λόγω ενός ριζικά (radically) λάθος προγράμματος, για το οποίο εμείς στο ΔΝΤ έχουμε πει αρκετά mea culpa, δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από την κατιούσα πορεία. Τι νομίζετε ότι πρέπει να γίνει;»

Ο μόνος λόγος που θα σας κουράσω με την απάντησή μου (την οποία θα σας παρουσιάσω περιληπτικά) είναι ότι διαφορετικά θα χαθεί η ουσία της στοιχομυθίας που είχαμε κατόπιν, στο περιθώριο του συνεδρίου. Ως προς το πρώτο μέρος, το σχόλιό του περί τραπεζικής ενοποίησης, του απάντησα ότι προφανώς συμφωνούμε αλλά πως η δική μου πρόταση αφορά ζητήματα τακτικής. Έτσι όπως πορεύεται η Γερμανία, χρονοτριβεί ως προς την ενοποίηση μόνο και μόνο για να αποφύγει την μη καταγραφή των κυνδυλίων ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών στο δημόσιο χρέος (ιδίως της Ισπανίας). Αν αυτή η μη καταγραφή περάσει τώρα, άμεσα, όπως αποφασίστηκε στην Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου, κατόπιν οι γερμανικές αντιστάσεις προς την ενοποίηση των τραπεζικών συστημάτων θα καμφθούν.

Ας έρθω όμως στο ερώτημά του για την Ελλάδα. Του απάντησα ότι τον Μάιο του 2010 ήταν έγκλημα η μη παραδοχή από όλους (ΕΕ, ΔΝΤ και Αθηνών) της πτώχευσης του ελληνικού δημοσίου και η προσπάθεια συγκάλυψής της πίσω από ένα κολοσσιαίο δάνειο. Αυτό που είχαμε ιερή υποχρέωση να κάνουμε ήταν ένα κούρεμα της τάξης του 30% με 40% (που αν είχε γίνει το 2010 θα αρκούσε) πριν καν συζητήσουμε περί δανειακής σύμβασης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, όταν ήρθε το κούρεμα, ήδη ένα μεγάλο μέρος του χρέους μας είχε μεταφερθεί στους Ευρωπαίους φορολογούμενους, και η οικονομία είχε αποδυναμωθεί τόσο που ήταν too little too late. Πρόσθεσα ότι κάτι αντίστοιχο θα συμβεί και με το επόμενο κούρεμα: έρχεται πολύ μετά από τις νέες, τεράστιες δόσεις με αποτέλεσμα, όταν θα έρθει, να είναι δώρον-άδωρον. Είπα κι άλλα με τα οποία δεν θα σας κουράσω (έτσι κι αλλιώς όσοι με διαβάζετε μπορείτε να φανταστείτε τι είπα).

Το ενδιαφέρον, και πάλι, ήταν η απάντηση του κυρίου αυτού, την οποία μου έδωσε πλέον κατ’ ιδίαν μετά το τέλος του συνεδρίου. (Τα λόγια του αυτά δεν τα έχω μαγνητοφωνημένα καθώς έγιναν εκτός πρακτικών. Θα σας τα μεταφέρω όμως αρκετά πιστά.) Άλλη μια φορά μου είπε ότι συμφωνεί και ότι «στην Ελλάδα αυτό που έχει γίνει είναι ανυπόφορο (unbearable)». Επέμεινε όμως ότι «δεν φταίμε εμείς», εννοώντας το ΔΝΤ. «Από την αρχή» συνέχισε «λέγαμε στις Βρυξέλλες πως αυτό το πρόγραμμα (σημ. εννοεί το Μνημόνιο 1) δεν βγαίνει και πως ήταν απαραίτητο ένα μεγάλο κούρεμα πριν δοθούν δάνεια. Οι Ευρωπαίοι ούτε να το ακούσουν δεν ήθελαν. Κι ο δικός σας υπουργός οικονομικών το αρνιόταν. Τι να κάνουμε εμείς του ΔΝΤ; Οι γερμανοί μας είχαν ανάγκη. Είχαν ανάγκη της πείρας και προπάντων της φήμης μας ως σκληροί εφαρμογείς (implementers) προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής. Δυστυχώς μας εκμεταλλεύτηκαν και το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφεί το καλό μας όνομα (sic). Όσο για την Ελλάδα, η πολιτική που ακολουθείται τώρα, το 2013, μόνο μια φαντασίωση μπορεί να στηρίξει την άποψη ότι βαίνουμε καλώς.»

Πριν τερματιστεί η συνομιλία μας, του είπα: « Όλοι στην Ευρώπη, ή τουλάχιστον οι περί την εξουσία, χαίρονται ότι η Κρίση κοπάζει. Στα μάτια μου φαίνεται ότι η Κρίση χειροτερεύει. Η δική σας άποψη ποια είναι; Κοπάζει όντως;» Η απάντησή του: «Σοβαρολογείτε; Γίνεται πολύ,πολύ χειρότερη. Και δυστυχώς όσο ο Draghi κρατάει τις χρηματαγορές σε κατάσταση αναμονής, τόσο η Κρίση θα χειροτερεύει καθώς οι φίλοι μας οι γερμανοί αρνούνται κατηγορηματικά να συζητήσουν σοβαρά και λογικά μαζί μας στο ΔΝΤ την πραγματική εικόνα.»

Αυτά είχα να σας μεταφέρω από εδώ που βρίσκομαι. Ερμηνεύστε τα όπως θέλετε. Αν μου επιτρέπετε μια μικρή ερνηνευτική προσθήκη, σε σχέση με τον τίτλο-ερώτημα του παρόντος άρθρου, το ΔΝΤ προσανατολίζεται σε σύγκρουση με βασικές επιλογές του Βερολίνου. Για χάρη μας δεν πρόκειται αναλώσουν ό,τι πυρομαχικά έχουν. (Για αυτό βγαίνουν και, με δυσκολία αλλά σαφώς υποστηρίζουν ότι το Μνημόνιο πρέπει να εφαρμοστεί.) Θα χρησιμοποιήσουν όλα τα πυρομαχικά τους σε άλλη μάχη: προσπαθώντας να υπονομεύσουν την γερμανική προσπάθεια ματαίωσης (επί της ουσίας) της τραπεζικής ενοποίησης της Ευρωζώνης. Κι αυτό επειδή (όσο και να αναφέρονται οι αδαείς σε Κρίση Χρέους) η Κρίση της Ευρωζώνης ήταν πάντα, και παραμένει, Τραπεζική Κρίση. Και σε αυτό τον τομέα, στον τραπεζικό, θα κριθεί η «μάχη» από την οποία εξαρτάται η έκβαση του πολέμου εναντίον της Παγκόσμιας Κρίσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι πέντε μέρες μετά την πιο πάνω συνομιλία μας το ΔΝΤ εξέδωσε αυτό το πόρισμα για την τραπεζική ενοποίηση που, ούτε λίγο ούτε πολύ, καλεί την Ευρώπη να κάνει μια πραγματική επανάσταση όσον αφορά τόσο τις τράπεζες της Ευρωζώνης όσο και την λειτουργία της ΕΚΤ. Μια επανάσταση που, μόλις χτες, βγήκε το… σοσιαλδημοκρατικό SPD να στιγματίσει κάνοντας σημαία του την μη εφαρμογή αυτού του πορίσματος γενικά και, ειδικά, την μη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από το ESM. (Αμέσως το CDU σιγοντάρησε το SPD σε μια σύγκλιση απόψεων μεγάλης σημασίας.)

Ο αγώνας προβλέπεται σκληρός και οι ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου μάλλον θα απογοητεύσουν εκείνους που ελπίζουν σε μια γερμανική στροφή. Εδώ που φτάσαμε (και πρόκειται για ευρωπαϊκή κατάντια) μόνο το ΔΝΤ έχει κάτι ενδιαφέρον και χρήσιμο να πει. Οι κυβερνήσεις μας κοιμούνται ύπνο βαθύ ενώ εμείς οι ίδιοι αναλωνόμαστε σε καβγάδες υπέρ ή κατά ενός Μνημονιακού προγράμματος που ούτε εκείνοι που το εφαρμόζουν, ως τα σκληρά μέλη της τρόικας, δεν το πιστεύουν.