New York Times: «Ο πανούργος κ. Σάλλας»

«Ένας πανούργος τραπεζίτης φτάνει στην κορυφή» τιτλοφορείται ρεπορτάζ των «New York Times» που αφορά τον πρόεδρο της Τράπεζας Πειραιώς, Μιχάλη Σάλλα. ( link )

Η μεγάλη αμερικανική εφημερίδα σκιαγραφεί το προφίλ του τραπεζίτη, εστιάζοντας σε σκοτεινές πτυχές της δραστηριότητάς της τράπεζάς του, η οποία σε λιγότερο από ένα χρόνο κατάφερε να διπλασιάσει το μέγεθός της και να γίνει ο μεγαλύτερος χρηματοπιστωτικός οργανισμός της χώρας. Ο δημοσιογράφος Λάντον Τόμας κάνει μνεία υποθέσεων στις οποίες έχει αναφερθεί επανειλημμένως και το HOT DOC, όπως η εξαγορά των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, τα δάνεια της οικογένειας Σάλλα, καθώς και η σχέση Πειραιώς – MIG του Ανδρέα Βγενόπουλου, αλλά και με το διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιώργο Προβόπουλο.

Διαβάστε χαρακτηριστικά αποσπάσματα του ρεπορτάζ

«Η αγορά των ελληνικών υποκαταστημάτων της Λαϊκής από την Πειραιώς έθεσε τον κ. Σάλλα επικεφαλής της τράπεζας η οποία ένα μήνα νωρίτερα είχε χαρακτηρίσει επισφαλή δάνεια που είχαν πάρει οι οφσόρ της οικογένειάς του.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο Μιχάλης Σάλλας, ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, είχε ένα όνειρο, να κάνει την τράπεζά του πολύ μεγάλη για να αποτύχει. Τώρα, όμως, που κατάφερε να μετατρέψει την τράπεζά του στη μεγαλύτερη της Ελλάδας, διασφαλίζοντας πως η Πειραιώς θα μπορέσει να διασωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κ. Σάλλας ρισκάρει κάποιες από τις κινήσεις που έκανε στην πορεία του να τον στοιχειώσουν. Ανάμεσά τους κι ο δανεισμός περισσότερων από 100 εκατομμύρια ευρώ από φίλο τραπεζίτη (σημ. το ρεπορτάζ εννοεί τη Λαϊκή Τράπεζα του ομίλου MIG εκείνη την εποχή), προκειμένου να ανεβούν οι μετοχές της τράπεζάς του, καθώς και τα επισφαλή δάνεια σε ανθρώπους κι οντότητες με δεσμούς με την Πειραιώς.

Οι εντεταλμένοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ελλάδα ενδεχομένως να αντιληφθούν πως ακόμα και υπό διεθνή εποπτεία θα είναι δύσκολο να αλλάξει την ασύδοτη επιχειρηματική κουλτούρα η του ελληνικού οικονομικού συστήματος. Η ταχύτατη άνοδος του κ. Σάλλα είναι ένα καλό παράδειγμα. Ένας σκληρός, χαρισματικός τραπεζίτης, ο οποίος απόκτησε τον έλεγχο της Πειραιώς το 1991 και τη μεγέθυνε μέσα από περισσότερες από 15 συγχωνεύσεις κι εξαγορές of more than 15 mergers and acquisitions, έφτασε στην κορυφή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος το Μάρτιο όταν κεφαλαιοποίησε την καταστροφή του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, αγοράζοντας τα ελληνικά υποκαταστήματα της Τράπεζας Κύπρου, της Λαϊκής Τράπεζας και της Ελληνικής Τράπεζας. Οι υποστηρικτές του ισχυρίζονται πως πρέπει να απονεμηθούν έπαινοι στον κ. Σάλλα για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και τη μεγάλη του όρεξη να αναλαμβάνει ρίσκα. Διακρίνοντας μια ευκαιρία να «επανεφεύρει» την τράπεζά του, πήρε κεφάλι σε σχέση με τους πιο αρτηριοσκληρωτικούς ανταγωνιστές του. «Είναι ο άνθρωπος που μπορεί να λειτουργήσει ως καπετάνιος για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα» υποστηρίζει ο Τζον Ρήγας, ελληνοαμερικανός διαχειριστής fund και πελάτης τράπεζας η οποία είναι ιδιοκτήτης επενδυτικής εταιρίας με έδρα στην Αθήνα, στην οποία η Πειραιώς είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος.

Ωστόσο, άλλοι υποστηρίζουν πως ο κ. Σάλλας έχει ξεπεράσει τα όρια και πως θα πρέπει να ελεγχθούν καλύτερα οι κινήσεις του στο λασπώδη κόσμο της ελληνικής οικονομίας, όπου τα συμφέροντα των τραπεζιτών, των μέσων ενημέρωσης και των πολιτικών διαπλέκονται. «Η Πειραιώς έχει χρησιμοποιήσει εδώ και πολύ καιρό προβληματικές πρακτικές οι οποίες πρέπει να διερευνηθούν», είπε ο Κώστας Λαπαβίτσας, καθηγητής στο UCL του Λονδίνου. «Αυτό που με απασχολεί είναι πως η Πειραιώς έγινε η κορυφαία τράπεζα στην Ελλάδα όχι γιατί βελτίωσε τις πρακτικές της, αλλά γιατί το παλιό καθεστώς απλώς προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες, κι αυτό είναι σημάδι νοσηρότητας κι όχι υγείας». Ο Άνθιμος Θωμόπουλος, αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Πειραιώς, είπε πως όλες οι πτυχές των δραστηριοτήτων της τράπεζας έχουν διερευνηθεί εξονυχιστικώς από ανεξάρτητους ελεγκτές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, χωρίς να έχει βρεθεί κάτι μεμπτό.

Με πτυχίο στα οικονομικά, ο 62χρονος κ. Σάλλας έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα απασχολούμενος για τον Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του ’80. Από τότε που ανάλαβε την Πειραιώς η επιρροή του συνέχισε να επεκτείνεται. Έχει στενές σχέσεις με το διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιώργο Προβόπουλο, ο οποίος ήταν μέχρι το 2008 αντιπρόεδρος της Πειραιώς, η οποία είναι από τους μεγαλύτερους διαφημιζόμενους στα ελληνικά μίντια.

Η Ευρώπη έκανε «φύλλο και φτερό» τις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες, εστιάζοντας στη χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων, σε δάνεια σε οντότητες με τις οποίες οι τράπεζες μπορεί να έχουν οικονομικά συμφέροντα, και τις έβγαλε καθαρές. Ωστόσο, όσον αφορά την Πειραιώς αυτό το συμπέρασμα συγκρούεται με το αντίστοιχο στο οποίο κατάληξαν οι ελεγκτές στη Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου, οι οποίοι ανακάλυψαν δάνεια 113.000.000 ευρώ 113 million σε τρεις οφσόρ εταιρίες, οι οποίες ελέγχονταν από τον κ. Σάλλα και τα παιδιά του Γιώργο και Μυρτώ. Σύμφωνα με τον έλεγχο που πραγματοποίησε η νέα διοίκηση της Λαϊκής, αντίγραφά του οποίου έγιναν προσβάσιμα στους «New York Times», αυτά τα δάνεια αξιοποιήθηκαν στην αγορά μετοχών της Πειραιώς στην ανοιχτή αγορά και να συμμετάσχουν στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου το 2011. Παρόλα τα αιτήματα της Λαϊκής, σύμφωνα με τους ελεγκτές, ο κ. Σάλλας δεν ζήτησε περισσότερες εγγυήσεις μολονότι οι μετοχές έχαναν συνεχώς την αξία τους. Στο τέλος το χρέος, όπως υπολογίζεται από το κενό που προκύπτει από το ύψος του δανείου και το κεφάλαιο της Πειραιώς που το κάλυπτε, έφτασε τα 107.000.000 ευρώ, σύμφωνα με τον έλεγχο. Σε αναφορά της PricewaterhouseCoopers, η Λαϊκή συμβουλεύτηκε να βάλει στην άκρη 93.000.000 ευρώ προκειμένου να είναι εξασφαλισμένη απέναντι στα δάνεια της οικογένειας Σάλλα.

Τον προηγούμενο μήνα, σε επιστολή της προς την κυπριακή Βουλή, η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υποστήριξε πως είχε προειδοποιήσει από το 2011 πως τα συγκεκριμένα δάνεια χρειάζονταν καλύτερες εγγυήσεις. Στα μέσα Φεβρουαρίου, μόλις ένα μήνα πριν αγοραστεί η τράπεζα από την Πειραιώς, τα δάνεια μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Επισφαλειών της Λαϊκής. Οι ελεγκτές, μάλιστα, διαπίστωσαν μια ευρύτερη συνεργασία μεταξύ του πρώην προέδρου της Λαϊκής, Ανδρέα Βγενόπουλο και τον κ. Σάλλα. Οι ελεγκτές εξέτασαν και τα μετατρέψιμα ομόλογα που είχε εκδώσει η MIG το Μάρτιο του 2010, όπου διαπίστωσαν ότι από τα 252.000.000 ευρώ που συγκέντρωσε, μόνο τα 25.000.000 ευρώ προέκυψαν από εξωτερικούς επενδυτές. Τα υπόλοιπα προήλθαν είτε από επιχειρηματικές οντότητες που συνδέονταν με τον κ. Βγενόπουλο είτε με την Πειραιώς.

Πηγή: koutipandoras.gr, nytimes.com

Η τριγωνική σχέση κλεπτοκρατίας πολιτικών, τραπεζών και ΜΜΕ

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που δημοσιεύονται στο περιοδικό Hot Doc σε σχέση με τη διαπλοκή των μεγάλων εκδοτικών συμφερόντων με την πολιτική και το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σύμφωνα με το δημοσίευμα η δημοσιογραφία αποτέλεσε πεδίο επιχειρηματική δράσης με στόχο την άσκηση πιέσεων προς πολιτικούς ώστε να ευνοηθούν οι υπόλοιπες επιχειρηματικές δραστηριότητές τους.  Στην υπόθεση αυτή έντονη παρουσία απέκτησαν μετά το 90 και οι τράπεζες χρηματοδοτώντας με αμύθητα ποσά το σύστημα της διαπλοκής.

Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το άρθρο του Κώστα Βαξεβάνη για το πώς διανεμόταν η διαφημιστική δαπάνη στα MME.

«Πάρε και εσύ μια διαφήμιση ,  μπορείς.

Στη φετινή έκθεση για την ελευθερία του Τύπου σε όλο τον κόσμο, η Ελλάδα κατέχει τη 71η θέση.  Κάτω ακόμη από την Μπουρκίνα Φάσο, την Τόνγκα, την Αφρικάνικη Δημοκρατία και τη Μαυριτανία. Μια Ευρωπαϊκή χώρα κατατάσσεται ανάμεσα σε χώρες που δεν έχουν καν δημοκρατικά πολιτεύματα.

Ελευθερία Τύπου δεν είναι η δυνατότητα του δημοσιογράφου κάποια στιγμή να διατυπώσει με ελευθερία μια άποψη, αλλά το κλίμα  ελευθερίας μέσα στο οποίο μπορεί να λειτουργεί η δημοσιογραφία συνολικά. Η ελληνική δημοσιογραφία τα τρία τελευταία χρόνια αγνοεί συστηματικά όσα καταλογίζονται ως σκάνδαλα στις τράπεζες, προτιμώντας να απορροφά απλώς τραπεζική διαφήμιση.

Η τράπεζα Πειραιώς σε μία χρονιά έδωσε για διαφήμιση 25 εκατομμύρια ευρώ (χωρίς να συνυπολογίζονται τα ποσά που πάνε σε διαφήμιση εκτός διαφημιστικών γραφείων), την ώρα που έδωσε για την αγορά της ΑΤΕ 95 εκατομμύρια ευρώ. Μπορεί κάποιος να να αντιληφτεί το μέγεθος αυτής  της διαφημιστικής δαπάνης και να υποθέσει τους λόγους που γίνεται.

Ανάμεσα στα site που έχουν διαφήμιση της τράπεζας Πειραιώς μπορείτε να εντοπίσετε από το Πρώτο Θέμα, που ωστόσο η αναγνωσιμότητά του θα δικαιολογούσε διαφήμιση, μέχρι και το παγκοσμίως άγνωστο toxrima.gr . Πρόκειται για ιστότοπο που συνδέεται επιχειρηματικά με τον δημοσιογράφο Χρήστο Κώνστα, και η κατάταξη στο σύστημα μετρήσεων Alexa είναι 1423. Η κατάταξη αυτή δεν δικαιολογεί θεωρητικά επιλογή να διαφημιστεί κάποιος. Στο δημοσίευμα ο πρόεδρος της τράπεζας Πειραιώς εμφανίζεται ως αντιστασιακός επό χούντας και συνετός επιχειρηματίας.

Προκλητικά ανελεύθερη ήταν η στάση των ελληνικών ΜΜΕ απέναντι σε όσα έχουν δημοσιευτεί στο εξωτερικό για τις ελληνικές τράπεζες και για την Πειραιώς. Η μεγάλη έρευνα του Reuters για σκάνδαλα στην Πειραιώς, τα οποία ενέπλεκαν μάλιστα την οικογένεια Σάλλα, όχι μόνο αποσιωπήθηκε, αλλά τα ελληνικά Μέσα δημοσίευσαν τη διάψευση της τράπεζας για κάτι που ουδέποτε είχαν μεταδώσει.

Η μέθοδος «στρουμφάκια»

Με τρεις τρόπους οι έλληνες τραπεζίτες διαπλέκονται με τα Μέσα Ενημέρωσης. Ο πρώτος είναι ιδιοκτησιακός. Χαρακτηριστικότερο είναι το παράδειγμα του Λαυρεντιάδη, και ουσιαστικά πρόκειται για κρυφή αγορά μετοχών των ΜΜΕ μέσω παρένθετων προσώπων. Και άλλοι τραπεζίτες εκτός του Λαυτεντιάδη έχουν κοινές επιχειρήσεις με εκδότες, μέσω offshore εταιριών. Τα ονόματα των εταιριών αυτών είναι στη διάθεσή μας, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να γίνει η ταυτοποίησή τους.

Ο δεύτερος τρόπος είναι η διαφήμιση, ή μάλλον η εξαγορά της σιωπής ή των αγιογραφιών μέσω του Μέσου με τη διαφήμιση. Ο τρίτος είναι τα δάνεια. Αυτή τη στιγμή τα μεγαλύτερα συγκροτήματα Τύπου, όπως ο ΔΟΛ (Νέα, Βήμα) , ο ΠΗΓΑΣΟΣ (Έθνος) ή ο ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ (Mega) έχουν δανειακές υποχρεώσεις που είναι  εμφανώς αδύνατο να ικανοποιηθούν. Την ίδια ώρα, βέβαια, παραγωγικές και πρωτοπόρες επιχειρήσεις που αναζητούν δανειοδότηση για να ξεπεράσουν τις επιπτώσεις της κρίσης δεν έχουν καμία πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Η δανειοδότηση των Μέσων Ενημέρωσης γίνεται με τη μέθοδο «στρουμφάκια»,  όπως έχει επικρατήσει πλέον να λέγεται ο τρόπος με τον οποίο οι Κώστας Γιαννίκος και Γιώργος Κουρής εξασφάλισαν τη δανειοδότηση του ALTER με πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ. Ένα κανάλι με χρηματιστηριακή αξία μερικών μόλις εκατομμυρίων κατάφερε να  δανειστεί από όλες τις τράπεζες και στο τέλος να μην επιστρέψει τα δάνεια, τα οποία αποτέλεσαν τμήμα της μαύρης τρύπας που καλύφθηκε με την ανακεφαλαιοποίηση από τα χρήματα των φορολογουμένων.

Η σύναψη τέτοιων δανειακών συμβάσεων, πέρα από κάθε απλή ή τραπεζική λογική, χρειάστηκε προφανώς τη συνενοχή της τράπεζας  και την κάλυψη από την τράπεζα από την τράπεζα της Ελλάδας . Η νομιμοποίηση του δανεισμού  χωρίς εγγυήσεις ήταν απλή, Το κανάλι αποτιμούσε  τις άυλες αξίες του, όπως τα σίριαλ, τις εκπομπές και το πρόγραμμα γενικά, με φουσκωμένες τιμές. Στη συνέχεια αυτή η άυλη περιουσία έμπαινε ως εγγύηση για να ληφθεί το δάνειο. Το ALTER και οι Κουρής – Γιαννίκος κατάφεραν έτσι να πάρουν δάνεια που δεν θα ξεπληρώσουν ποτέ, αφήνοντα ταυτόχρονα 666 εργαζόμενους στο δρόμο.

Σύμφωνα λοιπόν με την αποτίμηση αυτών των άυλων περιουσιακών στοιχείων που δέχτηκαν οι τράπεζες ως εγγύηση, το τρέιλερ για τη σειρά «τα στρουμφάκια» άξιζε 1,1 εκατομμύριο ευρώ. Τα 4 τρέιλερ της επίσης παιδικής σειράς « τα Ζουζούνια» τιμολογήθηκαν 2 εκατομμύρια. Ένα ντοκυμαντέρ για τη ζωή του Χριστόδουλου κοστολογήθηκε 400.000 ευρώ και ένα άλλο για το ζεύγος Σαρκοζί – Μπρούνι 250.000. Το πραγματικό κόστος των παραγωγών αυτών δεν ξεπερνά τις 20.000. Η εκπομπή του Κώστα Χαρδαβέλα εμφανίζεται να κοστίζει 60.000 ευρώ το επεισόδιο.

Οι τράπεζες αποδέχονται όλα αυτά με το πρόσχημα ότι αυτή είναι η εκτίμηση των ορκωτών λογιστών, αν και θα μπορούσαν να μην το κάνουν. Οι ορκωτοί λογιστές είναι επίσης ένα θέμα, αφού η δράση και οι εκτιμήσεις του δεν ελέγχονται από κανέναν μηχανισμό. Η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχου, η ΕΛΤΕ, ελεγκτικός μηχανισμός του υπουργείου Οικονομικών για τους ορκωτούς λογιστές, δεν έλεγξε ποτέ κανέναν.»

Παρακάτω στο δημοσίευμα  αναφέρεται και το όνομα του Γ. Τράγκα αλλά και η σχέση με τα τραπεζικά ιδρύματα.

Ο Τράγκας ξέρει

Ο Γιώργος Τράγκας είναι αναμφίβολα ένα μοναδικό φαινόμενο. Η μοναδικότητά του δεν αφορά μόνο το ύφος και την πληθωρικότητα του, αλλά και την ικανότητα στη χρηματοδότηση. Παρότι εμφανίζεται ως αντιμνημονιακός και αντιμερκελικός, έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα να συλλέγει χρήμα από διαφημίσεις αλλά και από πώληση Μέσων Ενημέρωσης που στην πιάτσα χαρακτηρίζονται «σαπάκια». Ο Γιώργος Τράγκας αγόρασε Μέσα, τα οποία πούλησε στη συνέχεια σε μεγάλους επιχειρηματίες, τα οποία όμως δεν έκαναν τίποτα. Παράδειγμα είναι το Κανάλι 1, που πήγε στον Λαυρεντιάδη.

Την εποχή της παντοδυναμίας του Θόδωρου Ρουσόπουλου στη ΝΔ, ο Γιώργος Τράγκας κατάφερνε να παίρνει κρατική διαφήμιση που δεν κατάφερναν μεγάλοι εκδότες. Για την εφημερίδα του Η Χώρα, η οποία δεν πουλούσε πάνω από 600 φύλλα την ημέρα, ο Τράγκας , συγκέντρωνε διαφήμιση 1,5 εκατομμυρίου το χρόνο. Δηλαδή ποσό μεγαλύτερο από αυτό που κατάφερναν να εισπράξουν οι εφημερίδες Πρώτο Θέμα και Βήμα, με κυκλοφορία 200.000 φύλων η κάθεμία. Με την ίδια ευκολία ο Γιώργος Τράγκας παίρνει σήμερα διαφήμιση τραπεζών, αλλά κα δάνεια.  Στην ευρηματική καθημερινή κριτική του στο ραδιόφωνο οι τράπεζες, δεν συμπεριλαμβάνονται.

Το ξέσπασμα της κρίσης στην Κύπρο έφερε στοιχεία για την δανειοδότηση του Γιώργου Τράγκα από την τράπεζα του Βγενόπουλου. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ο Τράγκας έχει πάρει από τη Λαϊκή δύο δάνεια συνολικού ποσού 2.392.000 ευρώ. Για τα δάνεια αυτά, όπως προκύπτει από τα έγγραφα, δεν δόθηκε καμία εγγύηση.  Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της τράπεζας , το 2012, η πρόβλεψη είναι πως από το δάνειο αυτό η τράπεζα θα χάσει το σύνολο του ποσού. Τα 2,4 εκατομμύρια χάνονται στη μαύρη τρύπα των τραπεζών, η οποία καλύπτεται από τα χρήματα της ανακεφαλαιοποίησης που πληρώνουν οι έλληνες πολίτες.»

Πηγή: alfavita.gr

Clandestine loans were used to fortify Greek bank

(Reuters) – The chairman of one of Greece’s largestbanks and his family took out loans totaling more than 100 million euros to finance an undisclosed stake in the bank, according to audit documents seen by Reuters.

A woman walks out of a Piraeus bank branch in central Athens in this May 30, 2012 file photo. REUTERS-John Kolesidis-Files

By Stephen Grey and Nikolas Leontopoulos

Offshore companies owned by Michael Sallas and his two children paid for shares in the Piraeus Bank, the country’s fourth-biggest, by borrowing money from a rival bank.

Together the shares make the Sallas family the largest shareholder in Piraeus, with a combined stake of over 6 percent. The purchase of these shares has not been declared to the Athens stock exchange by Piraeus.

The loans to Sallas, who was executive chairman of Piraeus Bank until last month and remains its non-executive chairman, raise new questions about the stability and supervision of the Greek financial system at a time when European taxpayers and the International Monetary Fund are bailing out its banks with more than 30 billion euros.

The IMF had no comment on the issue, and a spokesman for the Bank of Greece declined to comment on Sallas’s holdings in Piraeus, citing banking confidentiality guidelines. “Our supervision department cannot comment on specific prudential data available or actions taken with regard to any specific bank as such information is confidential,” he said.

According to audit reports seen by Reuters, most of the money borrowed by companies linked to Sallas was used to buy shares in a Piraeus Bank rights issue in January 2011. The issue was designed to strengthen Piraeus’s capital base.

The disclosure highlights concerns that Greek banks have been borrowing money from each other and using it to meet recapitalization requirements, but not making that clear.

“This (the Greek financial system) is a closed circuit, operating as a system of power with no transparency and effective supervision,” said Louka Katseli, professor of economics at the University of Athens and former Greek minister of economy. “Through triangle deals between banks, businessmen and other banks, capitalization requirements were fulfilled without new money injected.”

Piraeus Bank and Sallas declined to answer specific questions for this story, but offered an interview later this month. On Sunday Sallas issued a statement to the Greek media attacking Reuters and accusing the news agency of “slandering” and “undermining” the bank.

“It is not the first time that I or Piraeus Bank have been the target of attacks,” the statement said. “What should be of concern to all of us in the present situation is the safety and the further strengthening of our banking system.”

Reuters Global Editor for Ethics and Standards Alix M. Freedman said: “Our coverage of Piraeus and of the Greek banking system has been accurate and fair to every person and institution involved.”

In April, a Reuters investigation found that Piraeus had failed to tell shareholders it had rented expensive properties from a network of private companies run by the Sallas family. The bank has sued Reuters for defamation over the story, claiming 50 million euros in damages.

Reuters has also reported allegations of mismanagement at the Proton Bank and at a Cyprus-based bank formerly known as the Marfin Popular Bank that operates in Greece. Proton’s former president and major shareholder, Lavrentis Lavrentiadis, has vigorously denied allegations that he used the bank to loan himself and associates hundreds of millions of euros.

Andreas Vgenopoulos, former chairman of Marfin Popular Bank, now renamed Cyprus Popular Bank, has denied conflicts of interest alleged by a Greek parliamentary inquiry and Cypriot lawmakers.

It was Marfin’s largest then Greek subsidiary, the Marfin-Egnatia Bank (MEB), that issued the loans to the Sallas family. According to two audit reports on Marfin, the loans were ranked among its riskiest exposures, judged both by their shortfall in collateral, which is mainly Piraeus shares, and risk of future losses to the bank.

The two audit reports, from January and May this year, were shown to Reuters by separate and unconnected sources. They were authenticated in interviews with banking sources and officials in Greece and Cyprus.

Internal Marfin auditors said executives at MEB had “failed to act in the best interests of the bank” by granting successive loans to Sallas to buy his own bank shares. By 2011 his investment in those shares, the auditors found, had “dire prospects” and had been made through special purpose vehicles and with no personal guarantees.

The auditors wrote: “Worth noting is that loan approval took place at a time when it was all but clear that the outlook for the Greek banking sector and by extension for Piraeus stock was deeply negative.” The loans were issued “when our Bank was already in a precarious liquidity situation”.

SHARE PURCHASES

According to the records, Sallas first obtained a loan agreement from MEB in May 2009. A facility for up to 150 million euros was signed off by the Marfin group’s Vgenopoulos, then executive vice-chairman. A spokesman for Vgenopoulos and Efthymios Bouloutas, the bank’s chief executive at the time, declined to comment on the loans due to “banking secrecy legal obligations.”

By January last year, according to the first audit report, MEB loans to Sallas companies amounted to 48 million euros. But that month, “another 65 million was used” to purchase shares in Piraeus’s 800-million-euro rights issue.

The Sallas family bought their shares via three separate Cyprus-based companies, according to both audit reports. The purchase brought the family’s total loans to 113 million euros, secured on collateral estimated to be worth less than 30 million euros, based on Piraeus’s recent share price.

The three Cyprus-based companies are Shent Enterprises, which is owned by Sallas and which has 45 million euros in outstanding loans to MEB; Benidver Enterprises, which has 22 million in loans; and KAEO Enterprises, which has 46 million in loans.

Records at Cyprus’ corporate registry show that both Benidver and KAEO were owned by Michael Sallas personally until a month before Piraeus’s rights issue.

Ownership was switched to two Greek companies linked to the family and in turn owned by a single Cyprus company called Avecmac, whose shareholders are anonymous. But MEB audit documents from 2012 seen by Reuters record Benidver as owned by Sallas’ daughter Myrto and KAEO as owned by Sallas’ son George.

Avecmac, contacted through its representative in Cyprus, did not respond to requests for comment. Myrto Sallas declined to comment; George Sallas could not be reached.

FAMILY HOLDINGS

Exactly how many shares Sallas and his family bought in Piraeus last January, and in whose name they were registered, is not clear.

Some indication comes from the number of Piraeus shares pledged by the Sallas companies as collateral for the loans. Those rose by 62 million after the rights issue, bringing the total number of Piraeus shares pledged as collateral to more than 66 million, or around 6 percent of ordinary stock in the bank.

In filings to the stock exchange and in other declarations, Sallas has said he owns around 16 million shares in his name, as well as a total of around 16 million purchased through Shent Enterprises. He has declared no share purchases by his children.

Under Greek and European law, any holding in a public company of more than 5 per cent should be announced publicly. Greek law also requires all company executives “and persons closely associated with them” to make all share transactions public.

Marfin’s auditors, according to their report, regard loans to Sallas and his family as “connected.”

But Kostas Botopoulos, chairman of Greece’s Capital Market Commission, which regulates the country’s public companies, said the decision of who to define as a “person closely associated” was “considered on an ad hoc basis.” There is no specific ruling on whether a spouse or children would fall in that category, he said.

Piraeus Bank released a statement saying the bank would not answer the detailed questions sent to Sallas and the bank due to “civil and criminal cases” between Piraeus and Reuters, and between the bank and a former Piraeus employee “charged with serious crimes.” Piraeus has previously said the former employee had defamed the bank.

“The Bank will refute the allegations in court,” the statement said. “To do otherwise would clearly be in contempt of the proceedings. In the interest of transparency, to defend its reputation and reassure its shareholders, the Bank has provided the Bank of Greece with all the relevant information.”

CAPITAL BASE

The loans to investors in the Piraeus rights issue highlight a bigger concern in the Greek banking sector. Piraeus issued more shares last year to strengthen its capital base, enabling it to score higher in European bank stress tests.

The successful issue, Sallas said at the time, showed “a sign of confidence in Piraeus Bank, the Greek banking system and of course the prospects of the Greek economy.”

But Sallas did not make public the loans he and other shareholders had taken out to help make the rights issue a success.

In all, according to loans disclosed so far, nearly one-fifth of the new capital in Piraeus was raised with financing from other Greek banks – including another 20 million euros or so loaned by MEB to investors, and 70 million euros loaned by the Proton Bank. The Proton loans went through offshore companies in tax havens such as the Cayman Islands.

Proton has since been nationalized after Greece’s money-laundering authority alleged fraud and embezzlement in cases unrelated to Piraeus or MEB.

According to several European banking and accounting experts, if banks loan money to finance major stakes in other banks, then the industry’s regulator, in this case the Bank of Greece, should deduct the same amount from the capital the lending bank claims to hold.

Dr Peter Hahn, a fellow at London’s Cass Business School and an adviser to the UK Financial Services Authority, said that a loan scheme whose only means of repayment was shares in another bank should, under international rules, be treated as if the lending bank was directly purchasing shares in the other bank. “The equity in the lending bank would otherwise be supporting risk of loss in both banks,” he said.

Hans-Peter Burghof, a professor of banking and finance at the University of Hohenheim, Germany, said that billions of euros had been given to the Greek banking system without adequate supervision of the sector. “It’s our money and it has been given without controls. It’s a disaster,” he said.

If banks lent to finance each other’s shares, he said, then “this way you can produce as much equity as you like and make banks as big as you like. It is not real equity.” He likened it to “a kind of Ponzi scheme.”

Burghof said that, whether deemed to be covered by regulations or not, if bank equity was raised in this way, the banks and companies involved should be treated as a consolidated whole. “If the regulator finds out (about loans from one bank to finance share purchases in another), he should discount this equity,” he said.

The European Banking Authority, which is meant to safeguard the stability of the financial system and transparency of markets, generally agreed with that analysis, though a spokeswoman said there may be exceptions in the case, say, of a “financial assistance operation”.

There is no indication in their financial statements that either Proton or Marfin made deductions in their capital levels after their loans for Piraeus shares.

In a statement the Bank of Greece said it does not ordinarily require capital deductions from banks that lend money for the purchase of shares in other unconnected banks.

“European Union law does not prohibit granting loans to an entity (person or organization) in order to participate in a share capital increase of another credit institution,” the bank said. Such a deduction from regulatory capital would only take place if a bank granted loans to buy its own shares, it said.

It added that the disclosure of major stakes (over 5%) in a public company was “indeed a requirement on the stakeholder”. But this was policed by the Capital Market Commission, not the Bank of Greece.

The CMC said that shareholders, in calculating whether they hold 5% or more, should aggregate holdings if they have an agreement to act together.

Source: reuters.com