Το “σκοτεινό” σενάριο για το σκάνδαλο των υποκλοπών C4I του 2004 και ο ρόλος του ελληνοαμερικάνου κατάσκοπου της CIA Βασίλη (Μπιλ) Βασιλειάδη (γνωστού και ως William B.B)

Της Αργυρώς Μώρου

Αμερική, 1998: Η NSA (National Security Agency) βάζει στο στόχαστρό της έναν διακεκριμένο δικηγόρο, στα χέρια του οποίου φτάνουν -χωρίς να το γνωρίζει- αποδεικτικά στοιχεία για τη δολοφονία μέλους του Κογκρέσου.

Ο «Δημόσιος Κίνδυνος» (Enemy of the State), το πολιτικό θρίλερ του Τόνι Σκοτ, με πρωταγωνιστές τον Γουίλ Σμιθ και τον Τζιν Χάκμαν -που μαρτυρά πως κανείς δεν μπορεί να προστατευτεί από την παραβίαση της προσωπικής του ζωής- θα μπορούσε να τελειώνει με τη φράση: «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική». Όχι όμως στις περιπτώσεις που ακόμη και οι ταινίες ωχριούν μπροστά στην πραγματικότητα.

Οι συνεχείς αποκαλύψεις του νεαρού Αμερικανού συμβούλου της CIA, Εντουαρντ Σνόουντεν, δεν κατέρριψαν μόνο το τελευταίο ίχνος αυταπάτης για ιδιωτικότητα, αλλά επιβεβαίωσαν όσα είχαν ήδη διαφανεί από τον Σεπτέμβριο του 2011, όταν στελέχη της Vodafone έδωσαν στον εισαγγελέα άγνωστα μέχρι τότε στοιχεία που αφορούσαν το μεγαλύτερο σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών στη χώρα την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η υπόθεση θρίλερ-που συνοδεύτηκε από τον τραγικό θάνατο του Κ. Τσαλικίδη (ένα θάνατο που αποδόθηκε από τις αρχές σε αυτοκτονία)- αποκαλύφτηκε τον Μάρτιο του 2005, όταν ένας έλεγχος ρουτίνας αποκάλυψε την ύπαρξη υποσυστήματος το οποίο υπέκλεπτε συνδιαλέξεις περίπου 100 τηλεφωνικών αριθμών, ανάμεσα σε αυτούς και του πρώην πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή.

Η δικαστική έρευνα που ακολούθησε δεν είχε αποτελέσματα. Έτσι η υπόθεση μπήκε στο αρχείο το 2008 για να ξανανοίξει και πάλι το 2010 χάρη στον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Μ. Παπαϊωάννου που επέμενε να μη συγκαλυφθούν οι ένοχοι. Το 2011, περίπου έξι χρόνια μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, στελέχη της Vodafone έδωσαν στον εισαγγελέα πρώτη φορά καινούργια στοιχεία, τα οποία έβαζαν τους Αμερικανούς στο κάδρο των υποκλοπών.

gap

Αυτά αφορούσαν τέσσερις τηλεφωνικές συσκευές οι οποίες είχαν εντοπιστεί από τους μοναδικούς αριθμούς (ΙΜΕΙ). Σύμφωνα με τα στοιχεία, και οι τέσσερις είχαν αγοραστεί -κατά σύμπτωση;- την ίδια ημέρα (8 Ιουλίου του 2004) με τιμολόγιο.

Όπως διαπιστώθηκε από την εταιρεία, οι τρεις χρησιμοποιήθηκαν ως καρτοκινητά-σκιές των υποκλοπέων, λειτουργώντας δηλαδή ως παράλληλοι αποδέκτες των τηλεφωνημάτων «στόχων», όχι όμως και η τέταρτη. Σε αυτή κάποιος έβαλε μια κάρτα SIM που αντιστοιχούσε στην αμερικανική πρεσβεία και μέσω αυτής επικοινωνούσε με άλλα σταθερά και κινητά τηλέφωνα της πρεσβείας, από την ημέρα αγοράς έως και τον Δεκέμβριο του 2004.

karamanlis-wired-cia

Τα στοιχεία των στελεχών της Vodafone αποκωδικοποίησαν ουσιαστικά αυτό που είχαν ήδη «δείξει», πέντε χρόνια νωρίτερα, τρεις Έλληνες υπουργοί. Με την αποκάλυψη του ζητήματος, με κοινή συνέντευξη Τύπου, οι Γ. Βουλγαράκης, Αν. Παπαληγούρας και Θ. Ρουσόπουλος είχαν «φωτογραφίσει» το ύποπτο τρίγωνο των Αμπελοκήπων.

Την ίδια… γειτονιά, όπου βρίσκεται η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, είχαν «δείξει» και τα ίχνη του «μολυσμένου» λογισμικού. Κάπως έτσι άνθρωποι της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, που άρχισαν να ξετυλίγουν το κουβάρι της υπόθεσης, βρέθηκαν από κατάστημα κινητής τηλεφωνίας του Πειραιά στην έδρα της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (National Security Agency, NSA) στο Μέριλαντ των ΗΠΑ.

Μάλιστα, σύμφωνα με όσα προέκυψαν από πρόσφατη άρση τηλεφωνικού απορρήτου συγκεκριμένων προσώπων, οι τηλεφωνικές υποκλοπές δεν αποκλείεται να συνεχίστηκαν δυο χρόνια περισσότερο από το 2005, όπως ήταν μέχρι τώρα γνωστό. Απόρρητα έγγραφα της ΕΥΠ και μαρτυρικές καταθέσεις, που περιλαμβάνονται στη δικογραφία των υποκλοπών, επιβεβαιώνουν -όπως αναφέρουν πληροφορίες- την άποψη που θέλει την «κατασκοπία» να συνεχίζεται παρά την αποκάλυψη του σκανδάλου.

Πηγή : enet.gr

Ε.Υ.Π. – Siemens και υποκλοπές

Της Γεωργίας Ευσταθίου, (3.3,2010)

Νέες διαστάσεις λαμβάνει το σκάνδαλο του περιβόητου συστήματος ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, C4I, το οποίο παρέλαβε το Ελληνικό Δημόσιο αλλά ουσιαστικά δεν λειτούργησε ποτέ.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών (το οποίο, σημειωτέον, έχει μπει στο αρχείο) φαίνεται πως συνδέεται άμεσα με το C4I και τη μη λειτουργία του κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Ουσιαστικά, οι υποκλοπές ήταν η λύση που βρέθηκε προκειμένου να απλωθεί το ζητούμενο -από τις αμερικανικές υπηρεσίες- δίχτυ ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων, αφού το C4I δεν κατέστη δυνατό να λειτουργήσει.

Το C4I και η δοκιμαστική περίοδος

Το έργο του C4I ανατίθεται στην αμερικανική εταιρεία SAIC, η οποία χρησιμοποιεί ως υπεργολάβους τις εταιρείες Siemens, ΔΙΕΚΑΤ, ΠΑΝΟΥ, ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ, ΙΒΜ, ALTEC και AMS.

Φαινομενικά, η Intracom -και κατά συνέπεια η Vodafone- δεν σχετίζονται με το σύστημα του C4I. Ουσιαστικά, όμως, η Vodafone αποτελεί ισχυρό σύμμαχο της ΔΙΕΚΑΤ, στην οποία έχει δώσει πληθώρα έργων στην Ελλάδα και αργότερα θα αποκτήσει κομμάτι του μετοχικού της κεφαλαίου. Όπως είναι γνωστό, «σύμμαχο» της Vodafone αποτελεί και η εταιρεία Siemens AE, καθώς μέχρι τότε οι δύο εταιρείες μέσω κοινοπραξίας είχαν «χτυπήσει» πολλά μεγάλα έργα στην Ελλάδα.

Μέρος του συστήματος C4I – ίσως το πιο σημαντικό για τους Αμερικανούς – αφορούσε στην υπηρεσία της ΕΥΠ και τις παρακολουθήσεις προσώπων προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Η σχέση της ΕΥΠ με την εταιρεία της Vodafone θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «στενή», καθώς η πλειονότητα των γραμμών κινητής τηλεφωνίας που χρησιμοποιούνται από την ΕΥΠ είναι της Vodafone. Μάλιστα, πολλές γραμμές της ΕΥΠ παρακολουθούνται εν γνώσει των κατόχων τους, για λόγους ασφαλείας της Υπηρεσίας. Επομένως το λογισμικό παρακολουθήσεων στη Vodafone υπάρχει, αφού χρησιμοποιείται από την ΕΥΠ.

Η αρχική σύμβαση για το C4I υπογράφεται από το ΥΠ.ΕΘ.Α και τη SAIC στις 19-05-2003
, και ως ημερομηνία παράδοσης του συστήματος ασφαλείας ορίζεται η 28-05-2004. Η παράδοση του C4I καθυστερεί, και κατόπιν συνεννοήσεων του ελληνικού Δημοσίου και της αναδόχου εταιρείας συμφωνείται η προσωρινή παραλαβή του C4I, δοκιμαστικού όμως χαρακτήρα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ελληνικού Δημοσίου, η προσωρινή παραλαβή του C4I γίνεται στις 21-07-04, λίγες ημέρες δηλαδή πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, και η γενική δοκιμή του θα κρατούσε μέχρι την 1-10-04 – κάτι όμως που δεν συνέβη, καθώς μέχρι τότε δεν είχε ολοκληρωθεί η δοκιμή όλων των υποσυστημάτων του C4I. Η «γενική δοκιμή» λοιπόν του C4I επίσημα τελείωσε στις 11-04-05.

karamanlis-wired-cia

Οι υποκλοπές και οι σημειώσεις Τσαλικίδη
Παράλληλα με την προσωρινή παραλαβή του C4I αρχίζει να τρέχει και το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο Κώστας Τσαλικίδης, προϊστάμενος Ανάπτυξης Δικτύων της Vodafone, σημειώνει στο επίμαχο ημερολόγιο, που υπήρχε στο διαμέρισμα όπου βρέθηκε νεκρός, τις εξής ημερομηνίες:
28-06-2004 FUT START (Friendly Users Trials)
19-07-2004
Οκτώβριος 2004

Από τις σημειώσεις του Τσαλικίδη καθίσταται οφθαλμοφανές πως, στα τέλη Ιουνίου του 2004, στο δίκτυο της Vodafone άρχισε να τρέχει κάποιο «δοκιμαστικό» πρόγραμμα, για το οποίο ο ίδιος ήταν ενήμερος.

Το πόρισμα της ΑΔΑΕ

Η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, στο πόρισμα που εξέδωσε σχετικά με τις υποκλοπές (το οποίο κρατήθηκε στο συρτάρια των αρμοδίων Αρχών για μεγάλο χρονικό διάστημα) μεταξύ άλλων αναφέρει πως:

«Οι 2 πρώτες υποκλοπές από τα καρτοκινητά-σκιές σημειώθηκαν στις 29-06-2004, το λογισμικό των υποκλοπών εγκαταστάθηκε και άρχισε να λειτουργεί τον Ιούλιο του 2004 και απενεργοποιήθηκε μετά τους Παρολυμπιακούς Αγώνες στις 23-09-04. Κάποιος όμως το έθεσε εκ νέου σε λειτουργία τον Οκτώβριο του 2004.»
Οι υποκλοπές ως μέρος του συστήματος C4I
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν τα εξής:

Οι δύο πρώτες υποκλοπές από τα καρτοκινητά-σκιές πραγματοποιήθηκαν στις 29-06-04, δηλαδή καταρχήν μια ημέρα μετά την ημερομηνία έναρξης του «δοκιμαστικού» προγράμματος στο δίκτυο της Vodafone (28-06-04), το οποίο έχει σημειώσει ο Τσαλικίδης στο ημερολόγιο του και κατά δεύτερον κατά τη διάρκεια της περιόδου που παραλαμβάνεται «δοκιμαστικά» το C4I από το ελληνικό κράτος.
Σύμφωνα με το πόρισμα της ΑΔΑΕ, το λογισμικό των υποκλοπών εγκαταστάθηκε και άρχισε να λειτουργεί τον Ιούλιο του 2004. Όπως σημειώνεται παραπάνω, η «επίσημη» παραλαβή του δοκιμαστικού C4I έγινε στις 21 Ιουλίου του 2004. Η ημερομηνία 19 Ιουλίου του 2004 είναι σημειωμένη στο ημερολόγιο του Κώστα Τσαλικίδη.

Το λογισμικό των υποκλοπών, σύμφωνα με το πόρισμα της ΑΔΑΕ, απενεργοποιήθηκε στις 23-09-04, όταν ουσιαστικά ολοκληρώθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στη χώρα μας. Η γενική δοκιμή του C4I υποτίθεται πως θα ολοκληρωνόταν την 1η Οκτωβρίου του 2004. Ο μήνας Οκτώβριος για το 2004 είναι σημειωμένος στο ημερολόγιο του Τσαλικίδη.

Η «αυτοκτονία» Τσαλικίδη, η ενημέρωση του Πρωθυπουργού και λήξη δοκιμής του C4

Ο προϊστάμενος του δικτύου Ανάπτυξης της Vodafone, Κώστας Τσαλικίδης, βρίσκεται νεκρός στο διαμέρισμά του στον Κολωνό, στις 9 Μαρτίου του 2005.

karamanlis-wired-cia

Μια ημέρα μετά, στις 10 Μαρτίου του 2005, ο διευθύνων σύμβουλος της Vodafone, Γιώργος Κορωνιάς, μεταβαίνει στο γραφείο του Πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή τον οποίο ενημερώνει για τις υποκλοπές αλλά και για το «κλείσιμο» του λογισμικού των παράνομων παρακολουθήσεων στο οποίο πρόεβη. Την ίδια ημέρα εκδίδεται το Προεδρικό Διάταγμα 47, το οποίο επιτρέπει τις νόμιμες συνακροάσεις. Μέχρι τις 10 Μαρτίου, δηλαδή, ακόμη και το «δοκιμαστικό» τότε C4I λειτουργούσε παράνομα, καθώς οι συνακροάσεις ακόμη και για θέματα εθνικής ασφαλείας ήταν παράνομες.

Σύμφωνα με την κατάθεση του Γ. Κορωνιά, το «κλείσιμο» του παράνομου λογισμικού των υποκλοπών έγινε από τη Vodafone στις 8 Μαρτίου του 2005, δηλαδή μια ημέρα πριν βρεθεί νεκρός ο Τσαλικίδης. Σύμφωνα όμως με το πόρισμα της ΕΥΠ, το κλείσιμο του παράνομου λογισμικού δεν έγινε στις 8 Μαρτίου, αλλά στις 15 Μαρτίου του 2005, μια εβδομάδα μετά από την ημερομηνία που ισχυρίζεται ο Γ. Κορωνιάς.

Παράλληλα με το ξέσπασμα του σκανδάλου των υποκλοπών τον Μάρτιο του 2005, έχουμε και το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου του συστήματος ασφαλείας C4I. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η γενική δοκιμή του συστήματος ολοκληρώθηκε στις 11 Απριλίου του 2005, μέσα στη δίνη του σκανδάλου των υποκλοπών.

Το σκοτεινό σενάριο για τις υποκλοπές και τον θάνατο του Τσαλικίδη

Η ώρα των Ολυμπιακών Αγώνων πλησιάζει. Το σύστημα ασφαλείας C4I όχι μόνο δεν έχει παραδοθεί, αλλά όπως όλα δείχνουν ούτε καν λειτουργεί. Οι Αμερικανοί πιέζουν και απειλούν προκειμένου να κατοχυρωθεί η ασφάλεια τω αγώνων. Η σύμβαση για το C4I έχει υπογραφεί, το σύστημα πρέπει να παραδοθεί και στη συνέχεια να βρεθεί το πώς θα λειτουργήσει.

Ο χρόνος όμως πιέζει. Πρέπει να βρεθεί μια εναλλακτική λύση «C4I», την οποία θα μπορεί να χρησιμοποιήσει η ΕΥΠ για να παρέχει το δίχτυ ασφαλείας στους αγώνες. Το C4I, σύμφωνα με τα δεδομένα, αποκλείεται να λειτουργήσει. Το λογισμικό καταγραφής συνομιλιών στο κέντρο της Vodafone υπάρχει. Η ΕΥΠ συνεργάζεται με τη Vodafone, η οποία με τη σειρά της έχει στενές σχέσεις με τους υπεργολάβους του C4I, τις εταιρείες Siemens και ΔΙΕΚΑΤ. Το υποσύστημα του C4I, το οποίο αφορά στις συνακροάσεις συνομιλιών από την ΕΥΠ, μεταφέρεται στο κέντρο της Vodafone και βαφτίζεται από την εταιρεία FUT (Friendly Users Trials).

Ο Προϊστάμενος ανάπτυξης του δικτύου της Vodafone, Κώστας Τσαλικίδης είναι ενήμερος. Γι’ αυτό άλλωστε σημειώνει τις σημαδιακές ημερομηνίες στο ημερολόγιό του. Την ημερομηνία κατά την οποία το σύστημα θα ήταν έτοιμο για τις πρώτες καταγραφές, την περίοδο που ουσιαστικά εγκαθίσταται και αρχίζει να λειτουργεί το παράνομο λογισμικό συνακροάσεων, αλλά και τον μήνα Οκτώβριο, όταν θα «έκλεινε» το λογισμικό αυτό. Τότε δηλαδή που έπρεπε να έχει τελειώσει η δοκιμαστική περίοδος του C4I.

Το σύστημα «υποκλοπές-C4I» κλείνει, και ο Τσαλικίδης το γνωρίζει. Τον Οκτώβριο, όμως, ενεργοποιείται εκ νέου, χωρίς κανείς να γνωρίζει τον λόγο. Ο Τσαλικίδης βρίσκει αργότερα το παράνομο λογισμικό σε λειτουργία, ενώ αυτό έπρεπε να είναι κλειστό. Το C4I βρίσκεται ακόμη σε δοκιμαστική λειτουργία. Ο Κορωνιάς ισχυρίζεται ότι έκλεισε το παράνομο λογισμικό στις 8 Μαρτίου του 2005, ο Τσαλικίδης πεθαίνει στις 9 του ιδίου μηνός, ο Πρωθυπουργός ενημερώνεται στις 10 και η δοκιμαστική περίοδος του C4I ολοκληρώνεται λίγες ημέρες αργότερα…

Συν τοις άλλοις, ο ΟΤΕ, σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, τον Ιανουάριο του 2005 επί προεδρίας Π. Βουρλούμη εκδίωξε στελέχη του που δεν συμφωνούσαν με την υπογραφή της υπερκοστολογημένης σύμβασης με τη Siemens αξίας 18 εκατ. ευρώ. Αμέσως μετά, προχώρησε στη σύναψη συμφωνίας με τη Siemens για τη συντήρηση του συστήματος, το οποίο είχε προμηθεύσει στον ΟΤΕ. Στην συμφωνία προβλεπόταν και μια «κερκόπορτα» στο σύστημα του ΟΤΕ, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για «κακόβουλες πράξεις» από τρίτους.

Εκ νέου μήνυση από την οικογένεια Τσαλικίδη

Στηριζόμενη στο πόρισμα του Ι. Διώτη (το οποίο συντάχθηκε στις 20 Ιουνίου του 2006 και έκτοτε παρέμεινε κρυφό για τέσσερα χρόνια) και θεωρώντας πως ο θάνατος του Κ. Τσαλικίδη δεν ήταν αυτοκτονία αλλά «δολοφονική ενέργεια», η οικογένεια Τσαλικίδη στις 29 Ιανουαρίου του 2010 κατέθεσε μήνυση κατά της τότε διοίκησης της Vodafone, ενώ ζητάει την εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Μάλιστα, η μητέρα του Κώστα Τσαλικίδη απέστειλε σχετική επιστολή στον ίδιο τον πρωθυπουργό, Γ. Παπανδρέου.

gap

Πηγή: zougla.gr

Ο αξιότιμος «κύριος Βασιλειάδης» των υποκλοπών

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου (16.3.2014)

«Όλοι τον ξέραμε ως “Μπιλ” ή τον φωνάζαμε και… “κύριο Βασιλειάδη” λόγω του επωνύμου του. Είχε ελληνικές ρίζες, από την Κάρπαθο, μιλούσε άπταιστα ελληνικά και είχε έλθει στη χώρα μας το 1996. Με πολυετή θητεία στο Αφγανιστάν, του άρεσε να επιδεικνύει φωτογραφίες του με μακριά γενειάδα από μυστικές αποστολές της CIA στη Μέση Ανατολή. Επισκεπτόταν συχνά την ΕΥΠ αλλά και τα γραφεία της Αντιτρομοκρατικής. Στην Ελλάδα είχε ασχοληθεί με τη 17Ν, με θέματα δράσης της Αλ Κάιντα, με αφγανούς μουλάδες, με ρώσους πράκτορες, με την αποθήκευση εκρηκτικών στην πρεσβεία του Ιράκ. Είχε ασχοληθεί και με τη δράση του Αλεξ Ρόντου αλλά και με το δυστύχημα του πρωθυπουργικού αεροσκάφους Φάλκον το 1999. Μας ζητούσε να ψάξουμε αν επρόκειτο για τυχαίο συμβάν ή για σκόπιμη ενέργεια, για την οποία μάλιστα επέμενε.
«Τα τελευταία χρόνια είχαμε καταλάβει ότι αυτός είχε οργανώσει το δίκτυο υποκλοπών του 2004 με την παρακολούθηση όλης της κυβέρνησης, ανώτατων αξιωματούχων αλλά και υπόπτων για συμμετοχή σε δίκτυα διεθνούς τρομοκρατίας. Θυμηθήκαμε ότι εκείνο τον καιρό συμμετείχε σε συσκέψεις για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων και είχε αρνηθεί πεισματικά να μας βοηθήσει σε θέματα εποπτείας τηλεφωνικών συνομιλιών. Και αυτό διότι φαίνεται να είχε ο ίδιος ετοιμάσει το δικό του κόλπο. Υπέκλεπτε τα τηλέφωνα ακόμη και ελλήνων αξιωματούχων, με τους οποίους είχε φαινομενικά αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Ήθελε να μείνει για πάντα στην Ελλάδα και να δουλέψει μετά τη συνταξιοδότησή του σε αμερικανική εταιρεία συμβούλων στην Αθήνα. Οι προϊστάμενοί του όμως κατάλαβαν ότι θα αποκαλυπτόταν ο ρόλος του στις υποκλοπές, τον έστειλαν στη Θεσσαλονίκη και μετά πίσω στις ΗΠΑ…».
Οι έρευνες

Έτσι περιγράφει μιλώντας προς «Το Βήμα της Κυριακής» ανώτατος αξιωματούχος της λεωφόρου Κατεχάκη τον 65χρονο πράκτορα της CIA Γουίλιαμ Μπ., ο οποίος, όπως προέκυψε από πολύμηνη έρευνα του 3ου τακτικού ανακριτή κ. Δημήτρη Φούκα, ήταν αυτός που οργάνωσε την περίοδο 2004-2005 το δίκτυο των 14 τηλεφώνων-σκιών.

Με αυτό «υφάρπαξε» τις συνομιλίες 104 προσώπων, ανάμεσα στα οποία ο τότε πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής, υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. αλλά και ύποπτοι για συμμετοχή σε ένοπλες οργανώσεις, όπως ο ΕΛΑ, αλλά και μουσουλμάνοι που διέμεναν στην Αθήνα.

Ύστερα από αποτυχημένες έρευνες να βρεθεί η άκρη του νήματος, το 2011, έπειτα από εντολή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης κ. Μιλτιάδη Παπαϊωάννου, την υπόθεση ανέλαβε ο εισαγγελέας Εφετών κ. Δ. Δασούλας, ο οποίος μέσω ειδικών τεχνικών αναλύσεων και με στοχευμένη έρευνα σε ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας στην Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά εντόπισε ίχνη του οργανωτή των υποκλοπών που εμφανιζόταν με το ψευδώνυμο «Μάρκος Πέτρου». Από την έρευνα του κ. Δασούλα, την οποία συνέχισε μεθοδικά ο κ. Φούκας, εντοπίστηκε το σπίτι του μυστηριώδους «Μάρκου Πέτρου» στο Ψυχικό και αποκαλύφθηκαν τηλεφωνικές κλήσεις του προς συναδέλφους και φίλους του. Έτσι προσδιορίστηκε η ταυτότητά του, ενώ από το υπουργείο Εξωτερικών βρέθηκαν τρεις φωτογραφίες του από αντίστοιχες καταχωρίσεις που είχε κάνει η πρεσβεία των ΗΠΑ.
Οι διασυνδέσεις

«Το Βήμα» αποκαλύπτει πλέον όλα τα δεδομένα της δράσης του Ελληνοαμερικανού «κ. Βασιλειάδη» ο οποίος πρωταγωνίστησε στα σκάνδαλα των υποκλοπών.

Ο Γουίλιαμ Μπ. παρουσιαζόταν από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ως «επιχειρησιακός αναλυτής» του δεκαμελούς κλιμακίου της CIA στην Αθήνα. Τα περισσότερα χρόνια προϊστάμενός του ήταν ο Ερικ Π., με προϋπηρεσία και στο πρώην ανατολικό μπλοκ, ενώ στενός συνεργάτης του ήταν ο Νο 2 του κλιμακίου της CIA στην Αθήνα Ντέιβιντ Σπ., ο οποίος τον Αύγουστο του 1998 είχε γλιτώσει ως εκ θαύματος από την πολύνεκρη βομβιστική επίθεση στην αμερικανική πρεσβεία στο Ναϊρόμπι (213 νεκροί και 4.000 τραυματίες).

Ο «Μπιλ» ήταν πάντα ο 4ος ή ο 5ος στην ιεραρχία του κλιμακίου της CIA αλλά περιγραφόταν ως ο υπ’ αριθμόν 1 στα επιχειρησιακά ζητήματα, ενώ ήταν και ο μοναδικός που μιλούσε άριστα ελληνικά. Άλλαζε συχνά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του – κούρευε διαφορετικά τα μαλλιά του, άφηνε μούσι κτλ. – και από τους έλληνες αξιωματούχους εθεωρείτο ο «άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα» που διεκπεραίωνε τη «βρώμικη δουλειά» της πρεσβείας.

Οι έλληνες αξιωματούχοι μιλούν για έναν «ευγενή, ευθυτενή άνθρωπο, που απέφευγε να τραβήξει το ενδιαφέρον επάνω του». Συνέχεια διεκπεραίωνε ειδικές αποστολές με την παρακολούθηση αλλοδαπών υπόπτων για συμμετοχή στην Αλ Κάιντα, είχε συναντήσεις με εκπροσώπους μουσουλμάνων στην Αθήνα, ενώ εμφανιζόταν να είχε εμμονή και με θέματα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών επί υπουργίας Γιώργου Παπανδρέου. Τις επόμενες ημέρες θα υποβληθεί αίτημα – όπως είχε γράψει «Το Βήμα» την προηγούμενη Κυριακή – για την έκδοσή του στη χώρα μας, με αμφίβολα ωστόσο αποτελέσματα…

gap

Ελληνο-αμερικανός επιχειρηματίας στο στόχαστρο για «κατασκοπεία»

Ένας από τους πιο δραστήριους Ελληνοαμερικανούς, ο 69χρονος Άρης Καρατζάς, με συμμετοχή μεταξύ άλλων σε εταιρείες που σχετίζονται με την ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού και με επενδύσεις στην ελληνική πολεμική βιομηχανία, έχει μπει στο στόχαστρο των δικαστικών αρχών ως «ύποπτος κατασκοπείας» υπέρ κυρίως του Ισραήλ αλλά και των ΗΠΑ. Μάλιστα το μεσημέρι της Παρασκευής έγινε έλεγχος και κατάσχεση εγγράφων στην κατοικία του στην Πλάκα από τον 3ο τακτικό ανακριτή κ. Δ. Φούκα και αστυνομικούς.

Κατά πληροφορίες, ο κ. Φούκας έχει εστιάσει το ενδιαφέρον του σε υποκλαπείσες συνομιλίες που είχε ο κ. Καρατζάς με πρώην υπουργό της κυβέρνησης Ρίγκαν ο οποίος ασχολείται πλέον με την αμερικανική πολεμική βιομηχανία και εμφανίζεται για επενδύσεις στα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα μέσω εταιρειών ισραηλινών συμφερόντων. Φέρεται ακόμη να προχωρεί σε συνεννοήσεις για κατασκευή πυραυλακάτων, πάλι με τη βοήθεια Ισραηλινών, σε ελληνικά ναυπηγεία. Ερευνάται και η οικονομική δραστηριότητα δύο υπεράκτιων εταιρειών που εμφανίζεται να κατέχει.

gap2

Στην ίδια δικογραφία φέρεται να υπάρχει αναφορά στο όνομα του κ. Αλεξ Ρόντος, συμβούλου του κ. Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος συσχετίστηκε με την υπόθεση χρηματοδότησης των ΜΚΟ και εμφανίζεται να είχε επίσης υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον 69χρονο ομογενή. Ωστόσο ο κ. Καρατζάς, μέσω και του δικηγόρου του κ. Γιάννη Μαντζουράνη, αρνείται κάθε κατηγορία, μιλάει για «πολυετή πατριωτική δράση του και για λάθη των δικαστικών λειτουργών που ασχολούνται με την υπόθεσή του και τα οποία μπορεί να εκθέσουν τη χώρα».

Γεννημένος στην Αθήνα το 1945, ο κ. Καρατζάς μετακόμισε με την οικογένειά του στη Νέα Υόρκη σε ηλικία 11 ετών. Με πτυχίο στα φιλολογικά από το Κολούμπια, εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης εκδοτικού οίκου, σύμβουλος πολυεθνικών επιχειρήσεων, ενώ φέρεται να έχει δύο βρετανικές και δύο κυπριακές εταιρείες συμβούλων. Σπούδασε σε σχολείο με δεκάδες εβραίους συμμαθητές, οι οποίοι στη συνέχεια τον βοήθησαν να αποκτήσει ισχυρές διασυνδέσεις στο εβραϊκό λόμπι και με δεκάδες πολιτικούς και επιχειρηματίες.

Είχε επαφές με τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο, κατείχε σημαντική θέση στην ελληνική ομογένεια και είχε αναπτύξει επαφές με τις κυβερνήσεις Μητσοτάκη, Σαμαρά κ.ά. Την περίοδο 2002-2004 συνεργάστηκε με την πολυεθνική SAIC που εγκατέστησε το περιβόητο σύστημα ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων C-4Ι.
Πριν από μερικά χρόνια δημοσιοποιήθηκε e-mail με αναφορά στις πολιτικές διασυνδέσεις του. Ο κ. Καρατζάς εμφανιζόταν ως μέλος του «Δικτύου 21» στο οποίο συμμετείχαν σημερινοί συνεργάτες του κ. Αντ. Σαμαρά όπως οι κ.κ. Χρ. Λαζαρίδης, Φ. Κρανιδιώτης κ.ά.  Μετά την αιματηρή επίθεση στο τουρκικό πλοιάριο «Mavi Marmara» ανοιχτά της Γάζας τον Μάιο του 2010, ο κ. Καρατζάς φέρεται να έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία «γέφυρας» μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, ενώ ασχολείται και με τις ΑΟΖ.

Πηγή: tovima.gr  

Υπάρχει Καρπάθιος υπερκατάσκοπος;

Του Μανώλη Δημελλά (19.3.2014)

Και πάλι στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κυριαρχούν οι Καρπάθιοι για τα καλιμέντα τους! Από τους διπλούς ανεξιχνίαστους φόνους, και τα μαχαιρώματα απροσεξίας, προβιβαστήκαμε, σε λεπτές και περίτεχνες παρακολουθήσεις.

Αυτή τη φορά οι αποκαλύψεις φέρνουν στο προσκήνιο έναν παράξενο Καρπάθιο, που παρουσιάζεται σαν τον εγκέφαλο στις περίφημες τηλεφωνικές υποκλοπές των Αμερικάνων. Ήταν εκείνη η δεκαετία 1995-2005, που ένα κύκλωμα Αμερικανικών παρακολουθήσεων, έφτανε να ακούει ακόμη και τον Έλληνα πρωθυπουργό!

Οι μισοί Έλληνες είχαμε αμφιβολίες, για την αυθεντικότητα της πληροφορίας και οι υπόλοιποι δεν πιστέψαμε, πως οι υποκλοπές ήταν ένα φαινόμενο που είχε ή καλύτερα θα έχει ποτέ, κάποια ημερομηνία λήξεως!

Ενώ η υπόθεση βρίσκεται σε στάδιο διερεύνησης, και όπως φαίνεται το παζλ δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί, οι υποθέσεις και τα σενάρια θυμίζουν μια ακριβή χολιγουντιανή παραγωγή. Και ενώ ακόμη περιμένουμε να μιλήσει ο τότε πρωθυπουργός, κος Καραμανλής, από τις ανακρίσεις βγήκε στην επιφάνεια το όνομα του Βασίλη, του Μπίλ Βασιλειάδη, με καταγωγή από τη Κάρπαθο, σύμφωνα με το δημοσίευμα του Β. Λαμπρόπουλου, στο Βήμα της Κυριακής, πρόκειται για υψηλόβαθμο στέλεχος των Αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και πάντα σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο Μπίλ, ήταν το Νο1 της Αμερικάνικης επιχειρησιακής ομάδας!

Βούιξαν ακόμη μια φορά τα Καρπάθικα τηλέφωνα, άνοιξαν άλμπουμ με φωτογραφίες και οι μνήμες ξεχύθηκαν στο φως. Οι πληροφορίες από το νησί θέλουν τον άγνωστο Αμερικάνο να έχει καταγωγή από τη βόρεια Κάρπαθο και πιο συγκεκριμένα από την Όλυμπο.

Ο πατέρας του, ο Γιώργος, ήταν μετανάστης. Δεν ήταν κάποιος τυχαίος ο Βασιλειάδης. Το εστιατόριο του στη Βαλτιμόρη ήταν μια από τις σημαντικότερες Ελληνικές επιχειρήσεις. Το είχε βαφτίσει moonlight και με την μοναδική σπεσιαλιτέ, τα μεγάλα ζωντανά καβούρια, φαίνεται πως έκανε κυριολεκτικά χρυσές δουλειές. Καλός φίλος του άλλου σπουδαίου Καρπάθιου, Μενετιάτη δικηγόρου, Πήτερ Άγγελου, ο πατέρας του Μπιλ είχε φήμη που ξεπερνούσε πολύ τα όρια της Ελληνικής παροικίας.

Ο Γιώργος Βασιλειάδης διάλεξε και παντρεύτηκε μια όμορφη, κατάξανθη Αμερικανίδα. Μαζί έκαναν δύο παιδιά, όμως τελικά δεν έμειναν μαζί και τη κηδεμονία του μικρού Μπίλ και της αδελφής του Μαρίας, ανέλαβε ο πατέρας.

Σε ένα καλοκαιρινό ταξίδι στην Κάρπαθο, γνωρίζει και ξαναπαντρεύεται, όμως αυτή τη φορά με συντοπίτισσα, κανακαρά Καρπαθιά. Με καταγωγή από τα Πηγάδια και τις Πυλές. Το ζευγάρι επέστρεψε για λίγα χρόνια στην Αμερική και εκεί η Καρπαθιά σύζυγος, ανέλαβε την φροντίδα των δύο παιδιών.

Η οικογένεια στα μέσα της δεκαετίας του ’60, μετακόμισε μόνιμα στη Κάρπαθο. Από τους ουρανοξύστες και τις λεωφόρους της Βαλτιμόρης, “προσγειώθηκαν” στα Πηγάδια και το ευρύχωρο διώροφο σπίτι με κήπο, της μητέρας, ακριβώς απέναντι από τη σημερινή καφετέρια Πότ-Πουρί, δίπλα στη γωνία του Αντρέου.

karamanlis-wired-cia

Ο Μπίλυ δεν πήγε στο Ελληνικό σχολείο, σχεδόν αμέσως γράφτηκε στο Αμερικάνικο κολλέγιο Αθηνών, ενώ η αδελφή του συνέχισε στο γυμνάσιο Απερίου. Λίγα χρόνια μετά χάνει το πατέρα του, και σε ηλικία 18 ετών επιστρέφει στην Αμερική και συνεχίζει σπουδές με κατεύθυνση τα νομικά.

Ο Βασίλης Βασιλειάδης έχει ένα άλλο μεγάλο ταλέντο, εκείνα τα χρόνια είναι ένας από τους μοναδικούς ‘Έλληνες επαγγελματίες παίκτες του ράγκμπι. Και σύμφωνα πάντα με τα συγγενικά του πρόσωπα, μια τυχαία σύλληψη του και ένα κατηγορητήριο, έγινε η αιτία να υπηρετήσει πενταετή αναγκαστική στρατιωτική θητεία, στην Αλάσκα. Εκεί άνοιξαν όλοι οι δρόμοι και οι ορίζοντες του, παρακολούθησε πολλές και διαφορετικές σχολές, από εκείνα που ο ίδιος αποκάλυψε στους δικούς του, φαίνεται να σπουδάζει με κατεύθυνση την ασφάλεια υψηλών προσώπων.

Οι πιο κοντινοί συγγενείς, μιλάνε για τον George Bill, έτσι τον γνώριζαν και τον φώναζαν όλοι, με γρίφους.

Ποιος ήταν πραγματικά; Με τι καταπιανόταν; Πως μπορούσε να συμμετέχει σε συζητήσεις και μάλιστα να τις κατευθύνει, δίχως να παίρνει ανοικτά θέση και ενώ απέφευγε σχεδόν πάντα να μιλά; Δεν ήταν γλεντιστής, όμως λάτρευε να ακούει ιστορίες στα καφενεία και άφηνε τους μεγαλύτερους να τον ταξιδεύουν στα παλιά χρόνια.

Απαντήσεις δεν έχουν να δώσουν, ακόμα και η φυσιογνωμία του άλλαζε από τη μια μέρα στην άλλη, και δεν ήταν αναγνωρίσιμος ούτε από τα δύο μέτρα.

Όμως ήταν και εξακολουθεί να είναι βέρος και παθιασμένος Καρπάθιος.

Κάποιοι τον θυμούνται νεαρό, όταν επαναλάμβανε, πως στα σίγουρα θα παντρευτεί Καρπάθια και μάλιστα Ολυμπίτισσα! Έτσι και έκαμε, η γυναίκα του είναι από το χωριό της καταγωγής του, την Όλυμπο. Ψηλός, ξανθός και αδύνατος, έτσι ήταν πάντα όμως αν τον συναντούσες, μάλλον θα νόμιζες ότι είναι κάποιος άγνωστος. Έτσι και σήμερα κάποιοι υποστηρίζουν ότι έχουν να τον αντικρίσουν αμέτρητα χρόνια! Άλλοι λένε πως πάνε δέκα χρόνια, από τη τελευταία επίσκεψη του στο νησί. Τότε τον αναγνώρισαν λίγοι φίλοι του, θυμήθηκαν τα εφηβικά χρόνια τους, ενώ εκείνος προσηνής και φιλικός στάθηκε χαμογελαστός και τους άκουσε. Ένας από αυτούς, ο Καρπάθιος γεωπόνος Γιάννης Λαχανάς, είχε πάντα άλυτη απορία, πως και τι ακριβώς έκανε στη ζωή του ετούτος ο Καρπάθιος Αμερικάνος.

Μάλιστα όταν δειλά-δειλά, ρώτησε το Μπίλυ, πως περνά, τι κάνει στην Αμερική, εκείνος απάντησε αόριστα, του είπε πως δουλεύει σε κάποιο κυβερνητικό πόστο.

Ωστόσο υπάρχουν ορισμένοι που υποστηρίζουν ότι είδαν τον Βασίλη πριν ένα μήνα στο Διαφάνι! Είχε άσπρα μαλλιά και ολόλευκα γένια, έκανε δουλειές στο σπίτι του και απολάμβανε την ηρεμία της Καρπάθου!

Μα εμφανίζεται και τον βλέπεις, μονάχα όταν εκείνος θέλει, επαναλαμβάνει φίλος και συγγενής του, που γνωρίζει για κείνον ότι δούλευε στην Αμερικανική πρεσβεία και κάποια στιγμή ήταν υπεύθυνος, για την αποστολή της ομάδας μπάσκετ του NBA στην Κωνσταντινούπολη, στα πλαίσια του παγκόσμιου πρωταθλήματος!

Ακόμη μια ιστορία φανερώνει τις ικανότητες του. Κάποιο καλοκαίρι έκανε διακοπές στην Κάρπαθο και είχε κλειστεί μέσα στο σπίτι. Όταν κάποιοι φίλοι τον συνάντησαν, απόρησαν, ήταν παρέα με Γερμανούς τουρίστες, και κουβέντιαζε στη γλώσσα τους για τις χαρές του νησιού. Τα έχασαν οι φίλοι του, τον ρώτησαν πότε και που είχε διδαχθεί τα Γερμανικά και εκείνος τους εξήγησε ότι κατέβηκε στο νησί για να μελετήσει μόνος και να μάθει την ξένη γλώσσα, γιατί είχε μια αποστολή τους προσεχείς μήνες!

Ο Βασίλης όσο δούλεψε στην Αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, βοηθούσε τους Καρπάθιους που περνούσαν από εκεί, όμως δεν ξεπερνούσε ποτέ τους νόμους, ούτε έκανε μικροβολέματα και χατίρια. Πίστευε ότι δεν χρειάζονται μέσα και γνωριμίες, όλοι πρέπει να είναι ίσοι, απέναντι στους νόμους.

Σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα του κυριακάτικου βήματος,  ο Βασίλης Βασιλειάδης ήταν άνθρωπος με χίλια πρόσωπα, ήταν μέσα σε όλα, πανταχού παρόν. Όπως ταιριάζει σε έναν επιχειρησιακό πράκτορα που αναλαμβάνει υποθέσεις σε ξένους τόπους και δεν είναι τόσο καθαρές!

Το όνομα του διασταυρώνεται έπειτα από την έρευνα του εισαγγελέα εφετών κ. Δοσούλα, που αναλαμβάνει την υπόθεση το 2011, κατόπιν εντολής του υπουργού δικαιοσύνης Μ. Παπαϊωάννου.

Η έρευνα του εισαγγελέα και του 3ου τακτικού ανακριτή κ. Δ. Φούκα, για τις υποκλοπές, οδηγούν στη σκιά κάποιου άγνωστου “Μάρκου Πέτρου” και ενός καταστήματος ειδών κινητής τηλεφωνίας στο λιμάνι του Πειραιά. Δεν άργησε να γίνει η διασταύρωση και να βγάλουν στην επιφάνεια τον Καρπάθιο Μπιλ.

Τα πράγματα δείχνουν πολύ πιο περισσότερο σοβαρά από ότι είχαμε υποθέσει, η κύρια ανάκριση για τις υποθέσεις του Σχεδίου Πυθία Ι, δολοφονία Καραμανλή και των υποκλοπών φτάνει προς το τέλος της και υπάρχει πια μεγάλη πιθανότητα να ζητηθεί η έκδοση και του Καρπάθιου πράκτορα Βασιλειάδη. Οι εφημερίδες θεωρούν την άρνηση των Αμερικάνων σχεδόν δεδομένη, ωστόσο οι έρευνες στρέφονται και στην πιθανή εμπλοκή κάποιων Ελλήνων στην υπόθεση.

Η εφημερίδα Real News από τον Απρίλιο 2013, έκανε αποκαλύψεις για τις έρευνες και τις εξελίξεις των δύο υποθέσεων, υποκλοπών και σχεδίου δολοφονίας Καραμανλή, που πλησίαζαν όλο και περισσότερο.

karamanlis-wired-cia

Ποιοι είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν τόσο λεπτές επιχειρησιακές “δουλειές”; Είναι δυνατόν να έχουν προσωπικές δεσμεύσεις ή μήπως μοιάζουν με τους κινηματογραφικούς πράκτορες, που είναι ερμητικά κλειστοί, μακριά από συναισθηματικές φορτίσεις και κοινωνικότητες.

Ο Μπίλυ ωστόσο δεν ήταν περαστικός ταξιδιώτης από το νησί, φαίνεται και αυτός να έχει το μικρόβιο για τη Κάρπαθο, τη τρέλα για τις ρίζες του.

Η υπόθεση είναι ανοικτή και η έρευνα εξελίσσεται, απαντήσεις σε τέτοιες περιπτώσεις δίνονται πολλά χρόνια αργότερα και μόνο μέσα από επίσημα και σφραγισμένα έγγραφα. Διαφορετικά μιλάμε για εξαιρετικά μυθιστορήματα!

Οι πράξεις ξεσκεπάστηκαν και κρίνονται, σήμερα βρίσκονται στο μικροσκόπιο της Ελληνικής δικαιοσύνης.

Θα περάσει την πόρτα του ανακριτή ο Έλληνας, ο Καρπάθιος πράκτορας; Ή θα μείνουμε με μεγάλες απορίες που όσο κυλά ο χρόνος, τόσο θα ξεθωριάζουν, μέχρι που στο τέλος θα σβήσουν από τη μνήμη μας;

πηγή: verena.gr

Advertisements

Ο σκοτεινός κόσμος της Μεταπολίτευσης

Από την Ιόλη Πιερίδη

Μέγαρο Μαξίμου, Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013. Τα sms που φτάνουν στο κινητό του Πάστορα Κουβέλη στην διάρκεια της σύσκεψης των 3 αρχηγών τον πληροφορούν για τον καιρό που επικρατεί εκείνη την ώρα στην περιοχή του Περιστερίου και πιο συγκεκριμένα στο κτίριο του αμαρτωλού ΟΠΑΠ. Ο Πάστορας έχει ήδη γεμίσει τα τασάκια της σύσκεψης με αποτσίγαρα. Καπνίζει διαρκώς και κάθε τόσο ρίχνει κλεφτές ματιές στην οθόνη του κινητού του. Λίγο αργότερα θαέριχνε και την τρικομματική κυβέρνηση.

 

Λίγους μήνες πριν…

 

Τετάρτη 7 Νοέμβριου 2012. Η  κυβέρνηση Σαμαρά φέρνει στην Βουλή-του Μειμαράκη, των διορισμένων συγγενών, φίλων, κολλητών των εθνοπατέρων και του ζημιογόνου καναλιού– το 3ο Μνημόνιο προς ψήφιση.

Την ίδια ώρα τα 3 κόμματα της συγκυβέρνησης συνεχίζουν ακάθεκτα να διορίζουν τα δικά τους παιδιά σε οργανισμούς που ελέγχονται από το κράτος με πιο χαρακτηριστική την ξεφτίλα στηνκρατική τηλεόραση.

Ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αδαμόπουλος, θα καταγγείλει τον διορισμό της συζύγου του υπουργού Εργασίας Βρούτση και της κόρης του Γενικού Γραμματέα του υπ. Οικονομικών Μέργου.

Το άθλιο κρατικοδίαιτο παρακράτος της διαπλοκής που οικοδομήθηκε πάνω στακουμπούρια της Τρομοκρατίας με το άλλοθι των σταγονιδίων της χούντας-αλήθεια οι εκτελέσεις των τρομοκρατών ποιους ωφέλησαν;-συνεχίζει ως σήμερα να κάνει παιγνίδι με ταπολιτικά κουρέλια της μεταπολίτευσης να διεκδικούν ηγετικούς ρόλους αντί να σαπίζουνστις πιο σκοτεινές φυλακές.

Όταν ρωτήθηκε ο περίφημος Κάρλος, το Τσακάλι, αν γνωρίζει ποιοι είναι πίσω από τις τρομοκρατικές οργανώσεις στην Ελλάδα είχε απαντήσει «ρωτήστε τον Καραμανλή και τον Ανδρέα». 
Δίχως να ασπαζόμαστε την άποψη ότι οι δύο ιδρυτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ γνώριζαν ποιοιέκαναν κουμάντο στα κουμπούρια δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι κάποιες εκτελέσεις της «17 ΝΟΕΜΒΡΗ» και κάποια χτυπήματα του ΕΛΑ έγιναν σε πολύ «δύσκολες» συγκυρίες για το σαθρό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης-όπως για παράδειγμα η εκτέλεση του Παύλου Μπακογιάννη.

Η εκτέλεση του Τσάντες την Τρίτη 15 Νοεμβρίου 1983, στις 7.25 το πρωί, στην Φιλοθέη θεωρείται “κλειδί” για την «συνάντηση» των παπούδων της οργάνωσης με την νέα γενιά των εκτελεστών, την γενιά του Κουφοντίνα.

Κάνοντας σήμερα, λίγο πριν το 3ο Μνημόνιο τον απολογισμό της Μεταπολίτευσης πουδιαρκώς πεθαίνει αλλά είναι πάντα παρούσα μαζί με το σκοτάδι που κουβαλάει διαπιστώνουμε πως οι πρωταγωνιστές παραμένουν ίδιοι λες και η Ιστορία μας κάνει πλάκα.

Ακόμη και η έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών παραπαίμπει στην γέννηση της Ελευθεροτυπίας των Συντακτών το 1974 πριν περάσει στα χέρια του πανέξυπνου Κίτσου Τεγόπουλου.

Ο Κίτσος μαζί με τον Λαμπράκη, την Ελένη Βλάχου και λίγους ακόμη παραδοσιακούς εκδότες προσπάθησαν όσο μπορούσαν να αντισταθούν όσο μπορούσαν στους πάσης φύσεωςπράκτορες ξένων μυστικών υπηρεσιών που έγιναν στην συνέχεια οι κυρίαρχοι της μεταπολίτευσης με κανάλια, εφημερίδες, νταλαβέρια με το κράτος και μπροστινούς αχυρανθρώπους.

Με βιτρίνα το τηλεοπτικό μπούστο της Ελένης Μενεγάκη και άλλων πιο σοβαρών δήθενκυριών και κυρίων της ελληνικής τηλεόρασης πράκτορες της KGB, της ΣΤΑΖΙ, της  CIA  και άλλων υπηρεσιών έστηναν και εξακολουθούν να στήνουν κρατικοδίαιτους επιχειρηματικούς ομίλους αξιοποιώντας το αποτέλεσμα των τρομοκρατικών οργανώσεων και στην συνέχεια  τα 45αρια της δημοσιογραφίας.

Αίφνης τα τελευταία χρόνια  όλοι σχεδόν οι  δημοσιογράφοι έχουν υποστεί αμνησία και ξεχνούν για ποια αφεντικά δουλεύουν. Το γεγονός ότι η Γερμανία και οι άνθρωποί της εξακολουθούν να ελέγχουν το εγχώριο παιγνίδι πολιτικής και οικονομικής εξουσίας οφείλεται απλά και μόνο στο οργανωμένο Αρχείο που διαθέτουν οι υπηρεσίες τους σε αντίθεση με τους πιο επιπόλαιους Αμερικανούς.

Οι Γερμανικές μυστικές υπηρεσίες έχοντας αρχικά την εμπειρία του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και στην συνέχεια του τέλειου κτήνους παρακολούθησης της «ζωής των άλλων», την διαβόητη ΣΤΑΖΙ κατάφεραν να κερδίσουν τους Αμερικανούς στον πόλεμο της πληροφορίας.

Μόνο που είχαν και τουλάχιστο μια σχεδόν καταστροφική απώλεια. Ήταν τότε που οι Αμερικανοί αποκάλυψαν το παγκόσμιο κύκλωμα δωροδοκιών της  Siemens.

Αμερικανοί και Γερμανοί πάντως είχαν αγαστή συνεργασία εντός της χώρας στην υπόθεση των υποκλοπών και στην εξουδετέρωση του Καραμανλή-ο οποίος είχε ένα περιβάλλον απολύτως διαβρωμένο που έμπαζε από παντού.

Είχαν προηγηθεί απανωτές νίκες των Γερμανών όπως για παράδειγμα η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη δια χειρός Συμπιλίδη που σήμερα είναι και επίκαιρος. Τον ρόλο του ανέλαβε ο Πάστορας.

Το εγχώριο κύκλωμα των διεφθαρμένων πολιτικών και επιχειρηματιών που είχε στηθεί μεθοδικά από τις ξένες μυστικές υπηρεσίες είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα μεγαλύτερα σκάνδαλα της μεταπολίτευσης. 

Γνωστοί μεγαλοεπιχειρηματίες  που πρωταγωνιστούν δεκαετίες τώρα  σε δημόσια έργα, σε πάσης φύσεως προμήθειες, στα ΜΜΕ, στις μίζες στα εξοπλιστικά πάνε πακέτο με την επιμονήανθρώπων της Δικαιοσύνης να κρατάνε για δεκαετίες τα μάτια και τα αυτιά τους ερμητικά κλειστά.

Φυσικά σε πολλές περιπτώσεις ήταν οι ίδιοι οι πολιτικοί που φρόντιζαν, με περισσή μαεστρία, να «καθαρίσουν» οι συνάδελφοί τους όπως έκαναν οι Βενιζέλος και Λοβέρδος για χάρη των Τσοχατζόπουλου-Παπαντωνίου στην περίφημη Εξεταστική Επιτροπή για τα Εξοπλιστικά με επικεφαλής τον γραφικό Τραγάκη.

ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΚΑΙ ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ

 

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1975 – Η εκτέλεση του Ρίτσαρντ Γουέλς


 


 

25 Δεκεμβρίου 1975:Η Αθήνα ετοιμάζεται να γιορτάσει τα δεύτερα μεταπολιτευτικά της Χριστούγεννα. Μεταξύ των καλεσμένων στη δεξίωση που παραθέτει ο αμερικανός πρέσβης είναι και ο ακόλουθος της αμερικανικής πρεσβείας, Pίτσαρντ Σκίφινγκτον Γουέλς, με τη σύζυγό του Μαρία – Χριστιάνα.

Λίγο πριν από τις 10, το ζεύγος -ιδιαίτερα ευδιάθετο- παίρνει το δρόμο της επιστροφής για την οικία του, στο Ψυχικό, αγνοώντας την τραγική κατάληξη της βραδιάς.

Καθώς η μαύρη λιμουζίνα σταματάει έξω από την έπαυλη, κάνει την εμφάνισή του ένα άλλο αυτοκίνητο, από το οποίο αποβιβάζονται τρεις ένοπλοι μασκοφόροι. Απομακρύνουν τον οδηγό και τη γυναίκα και εκτελούν τον 45χρονο διπλωμάτη με τρεις πυροβολισμούς.
Στον τόπο της επίθεση αφήνουν μία προκήρυξη, με την οποία την ευθύνη αναλαμβάνει η πρωτοεμφανιζόμενη «Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη». Η ίδια προκήρυξη αποστέλλεται τρεις ημέρες αργότερα και στις εφημερίδες. Ωστόσο, δεν θα δημοσιευθεί κατόπιν εισαγγελικής απαγόρευσης. Επιπλέον, μέσα στο κλίμα της εποχής κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά.

Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι πρόκειται για ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ πρακτόρων της CIA.

Η προκήρυξη που εστάλη σε όλες τις εφημερίδες στις 24.12.1975 – και δε δημοσιεύτηκε ποτέ- ανέφερε μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το «Βήμα»: «Σε πρόσφατο λόγο του ο Φορντ δήλωσε τελείως κυνικά ότι οι Αμερικανοί δεν θα διστάζουν να επεμβαίνουν ανοιχτά στο εσωτερικό των άλλων όταν το απαιτούν τα συμφέροντά τους. Παρόμοιες δηλώσεις είχε κάνει στο παρελθόν και ο Κίσινγκερ. (…) Αλλά αρκετά. Φτάνει πια. Πρέπει να καταλάβουν οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι πράκτορές τους ότι ο ελληνικός λαός δεν είναι αγέλη από πρόβατα. (…) Η κυβέρνηση κοροϊδεύει. Η Βουλή φλυαρεί χωρίς κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Τα περισσότερα κόμματα, συμμετέχοντας στον γενικό εμπαιγμό, συναγωνίζονται σε πλατωνικές δηλώσεις χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Και η Δικαιοσύνη κάνει τον άθλο, στη δίκη της 21ης Απρίλη, να μην αναφέρει το όνομα του δεύτερου ενόχου, της CIA και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. (…) Έτσι αποφασίζουμε να εκτελέσουμε υποδειγματικά τον αρχιπράκτορα της CIA, αρχηγό του κλιμακίου της στην Ελλάδα Ρίτσαρντ Γουέλς. (…) Ο Ρίτσαρντ Γουέλς ως αρχηγός είναι συνυπεύθυνος για όλα τα εγκλήματα που έκανε η CIA σε βάρος του λαού μας».

Στις 26 Δεκεμβρίου του 1975, η «17Ν» βγάζει «ανακοίνωση προς τον Τύπο» για τη μη δημοσίευση της πρώτης προκήρυξης, στην οποία εξηγεί γιατί δεν χτυπήθηκαν ο οδηγός και η γυναίκα του Γουέλς. «Ο Ρίτσαρντ Γουέλς ήταν αρχηγός της CIA. Σαν τέτοιος ήταν συνυπεύθυνος μαζί με άλλους επαγγελματίες πράκτορες που δρουν στο έδαφός μας για όλα τα εγκλήματα που έκανε η CIA και ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός στη χώρα μας. Απόφασή μας ήταν να εκτελεστεί ο αρχηγός και μόνο αυτός», αναφέρει η «17Ν». Ούτε αυτή η «ανακοίνωση» όμως δημοσιεύεται.

Την εποχή εκείνη επικρατούσε σύγχυση σχετικά με το τι πραγματικά συνέβη και ποιος έχει την ευθύνη καθώς η «17Ν» ήταν άγνωστη. Τα πράγματα ξεκαθαρίζουν ένα χρόνο αργότερα, όταν η γαλλική εφημερίδα «Liberation» δημοσιεύει κείμενο της «17Ν» όπου περιγράφεται αναλυτικά η παρακολούθηση του Γουέλς και η οργάνωση της δολοφονίας. Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Βήματος», η τρίτη προκήρυξη είχε δοθεί σε σφραγισμένο φάκελο από μια γυναίκα στον Γάλλο φιλόσοφο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο οποίος την παρέδωσε στον διευθυντή της εφημερίδας Σερζ Ζυλί. Ο φάκελος παρέμεινε στα συρτάρια της εφημερίδας μέχρι τις 26.12.1976, οπότε και είδε το φως της δημοσιότητας.

Στα γεγονότα αυτά επικεντρώνονται οι έρευνες για τον αρχηγό και την ιστορική ηγεσία. Στη δολοφονία συμμετείχαν τουλάχιστον τρία άτομα (στην προκήρυξη της 17Ν στη «Liberation» αναφέρεται ότι από το αυτοκίνητο «βγήκαμε αμέσως τρεις με τα πρόσωπα καλυμμένα»).Ανάμεσα σε αυτά η Αστυνομία εκτιμά ότι ήταν ο Αλέκος Γιωτόπουλος (ο οποίος πυροβόλησε τον αμερικανό πράκτορα), ο Παύλος Σερίφης, όπως επίσης μια γυναίκα και ένας άνδρας.

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1981-Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ  Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΑΚΟΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑΣ

Ο δημοσιογράφος Αθ. Παπανδρόπουλος θα γράψει ένα ιστορικό άρθρο-ντοκουμέντο για το πώς η παρέα του Ανδρέα Παπανδρέου έστησε την μεγάλη ληστεία της χώρας. Βρισκόμαστε στον Φεβρουάριο του 1981.



Είναι μία βροχερή Τετάρτη του Φεβρουαρίου 1981. Το βράδυ, σε μια ψαροταβέρνα του Χαλανδρίου, στον δρόμο προς Χολαργό, κοντά στο σπίτι του Χαρίλαου Φλωράκη, Γενικού Γραμματέα τότε του ΚΚΕ, συνευρίσκονται οι Ανδρέας Παπανδρέου, αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, Άκης Τσοχατζόπουλος, Γεράσιμος Αρσένης, Κωστής Βαΐτσος, Βάσω Παπανδρέου, Μένιος Κουτσόγιωργας και ο μετέπειτα δήμαρχος Χαλανδρίου Νίκος Πέρκιζας.

 Ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι σίγουρος για την εκλογική νίκη του «Κινήματος» στις εκλογές του Οκτωβρίου και η συζήτηση είναι πού θα βρεθούν τα απαραίτητα κεφάλαια για να μοιραστούν στις ορδές των «μη προνομιούχων» που ανυπόμονοι περιμένουν την ώρα της μεγάλης εισβολής. (Διαβάστε το όλο. Θα αυξηθεί κατακόρυφα η οργή σας και δεν θα πιστεύετε τις αποκαλύψεις οι οποίες λόγω του έγκριτου δημοσιογράφου είναι όλες τεκμηριωμένες).

«Πρόεδρε, δεν υπάρχει πρόβλημα», λέει ο Γεράσιμος Αρσένης, μετέπειτα «τσάρος της οικονομίας», στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. «Το διεθνές σύστημα», επιμένει, «έχει μεγάλη ρευστότητα και θα βρούμε αρκετό χρήμα να φέρουμε στην Ελλάδα. Εξάλλου, τα επιτόκια είναι χαμηλά, όπως και το ελληνικό δημόσιο χρέος. Υπάρχουν έτσι περιθώρια να αντιμετωπίσουμε και αιτήματα για παροχές, αλλά και μία πιθανή φυγή κεφαλαίων στις ξένες τράπεζες από βιομηχάνους και μεγαλοεισαγωγείς…».

«Δηλαδή λεφτά υπάρχουν, Μάκη», τονίζει ευχαριστημένος ο Ανδρέας Παπανδρέου. «Θα μπορέσουμε έτσι να δείξουμε στον λαό ότι μοιράζουμε χρήμα. Ποιος ποτέ θα μάθει ότι αυτό είναι δανεικό… Θα λέμε σε όλους τους τόνους ότι είναι το χρήμα του κατεστημένου, που τώρα ανήκει στους Έλληνες…», προσθέτει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και δείχνει να απολαμβάνει το ουίσκι που πίνει.

«Οι γιαπωνέζικες τράπεζες ψοφάνε να δανείζουν χρήμα στην Ευρώπη, κύριε πρόεδρε», λέει στον Ανδρέα Παπανδρέου ο Κωστής Βαΐτσος, που είχε διεθνή εμπειρία από τη συμβουλευτική θητεία του σε χώρα της Λατινικής Αμερικής.Γνώριζε επίσης ο ίδιος – όπως και ο Ανδρέας Παπανδρέου – ότιστην διεθνή κεφαλαιαγορά κυκλοφορούσε και άφθονο μαύρο αραβικό χρήμα σε πετροδολάρια, που άλλο που δεν ήθελε να τοποθετηθεί σε χώρες όπως η Ελλάδα. Το χρήμα αυτό ήταν καλοδεχούμενο από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να το χρησιμοποιήσει για να εξαγοράσει στην κυριολεξία ψήφους και οπαδούς, ώστε να μονιμοποιήσει την παραμονή του στην εξουσία. Αυτό ήταν το μεγάλο όραμά του και, για να το αναλύσει κανείς, απαιτούνται πολλές σελίδες.

Με απλά λόγια, λέμε ότι, όταν το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ, δύο πράγματα τον ενδιέφεραν: Πρώτον, να διαλύσει την μισητή του – όπως είχε αποκαλύψει στον γράφοντα – Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (ΕΚΝΔ) και, δεύτερον, να καταλάβει την εξουσία. Επειδή μάλιστα γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να καταλάβει την εξουσία υποσχόμενος σοσιαλδημοκρατικού τύπου μεταρρυθμίσεις, οι οποίες εξάλλου ήσαν μέσα στο πρόγραμμα της ΕΚΝΔ, εφάρμοσε μία ριζοσπαστική, λαϊκιστική, τριτοκοσμικού τύπου στρατηγική, αξιοποιώντας τα κατώτατα δυνατά ερείσματα και ένστικτα που μπορεί να διαθέτει ένας λαός.

Σπουδασμένος στην Αμερική και οικονομολόγος, επηρεασμένος από τη σχολή της οικονομετρικής προσέγγισης των πραγμάτων, ο Ανδρέας Παπανδρέου –ο οποίος απεχθανόταν την Ευρώπη και την κουλτούρα της– ήταν ένας πολιτικός με ικανότητα τολμηρών τακτικών ελιγμών, που μπορούσε με άνεση να κινείται στρατηγικά στη βάση ορθολογικών επιλογών.Ένα σημαντικό την εποχή εκείνη στέλεχος του Κινήματος χαρακτήριζε τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ «κινούμενο ηλεκτρονικό υπολογιστή». Μελετούσε κάθε κίνησή του και, κυρίως, στην Αμερική είχε διδαχθεί από ειδικούς επικοινωνιολόγους να καταλαβαίνει την ψυχολογία του όχλου, να συνθηματολογεί και να μπορεί να διαισθάνεται τι θέλει να ακούσει ο ακροατής.

«Ύστερα», γράφει ο Στάμος Ζούλας, «ο Ανδρέας είχε διαπιστώσει ότι στην Ελλάδα η πιθανότητα να αποκτήσει κάποιος δημοσιότητα είναι η εκπροσώπηση απόψεων με τρόπο που να διεγείρει, που να συγκινεί, και ιδιαίτερα σε θέματα που το συναισθηματικό στοιχείο είναι πολύ έντονο». Ακόμη και όσα οι πολιτικοί του αντίπαλοι θεωρούσαν ως ανερμάτιστη πολιτική και οβιδιακές μεταμορφώσεις, στην ουσία δεν ήταν παρά ένας συνειδητός και προσχεδιασμένος τακτικισμός που είχε ως πρωταρχικό –αν όχι αποκλειστικό– στόχο την κατάληψη της εξουσίας»[1]. Και η τελευταία όντως κατελήφθη τον Οκτώβριο του 1981 και έμελλε να κρατήσει, την πρώτη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ και τον αρχηγό του στο τιμόνι της χώρας έως τον Ιούλιο του 1989.

2. [Η δημιουργία των μηχανισμών] Εννέα χρόνια παραμονής στην εξουσία ήσαν αρκετά για το ΠΑΣΟΚ και τον ιδρυτή του να δημιουργήσουν αρθρώσεις και καταστάσεις που δύσκολα θα μπορούσαν αρθούν από φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις. Ακόμα χειρότερα, την πασοκική περίοδο εμπεδώθηκε στην Ελλάδα και μία αντιδραστική τριτοκοσμική ιδεολογία η οποία σήμερα μόνον δεινά επιφυλάσσει στη χώρα. Εξάλλου, η ιδεολογία αυτή, σύμφωνα με τα γνωστά από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα πρότυπα, χρησίμευε ως άλλοθι στους μηχανισμούς που έπαιρναν σάρκα και οστά στην Ελλάδα σε αντικατάσταση του αποκαλούμενου «κράτους της δεξιάς». Μετά λοιπόν την επιχείρηση του Φεβρουαρίου 1982, όταν μία Κυριακή οι πρασινοφρουροί έκαναν δοκιμή πραξικοπήματος, σταδιακά εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μηχανισμοί του πασοκικού κράτους που δημιουργούσαν και νέες κοινωνικο-οικονομικές αρθρώσεις.

Κοντολογίς, ο Ανδρέας Παπανδρέου επεδίωξε –και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε– να δημιουργήσει μία φιλική προς το ΠΑΣΟΚ μεσαία τάξη, εσωστρεφή και εχθρική προς κάθε φιλελεύθερη και ευρωπαϊκή ιδέα. Επρόκειτο για μία τάξη που διψούσε για χρήμα, αλλά ήθελε να το αποκτήσει χωρίς κόπο και, κυρίως, όχι μέσα από μηχανισμούς της αγοράς και του οικονομικού ανταγωνισμού που συνεπάγεται η ελεύθερη οικονομία.

Έτσι, την περίοδο 1981-1985, εισρέουν στην Ελλάδα απίστευτα ποσά, δανεισμένα από ξένες τράπεζες, κυρίως ιαπωνικές, και δαπανώνται ασυστόλως στο όνομα της «καμένης γης», για να εκκολαφθεί η πασοκική εξουσία, η οποία ήταν και σαφέστατου τριτοκοσμικού χαρακτήρα. Την προαναφερόμενη περίοδο, η Ελλάδα δανείστηκε από το εξωτερικό περί τα 50 δισ. δολάρια, παράλληλα δε εισέπραξε και άλλα 26 δισ. δολάρια από κοινοτικές επιδοτήσεις. Μέσα σε μία τετραετία, δηλαδή, η χώρα είχε δεχθεί το ισόποσο ενός έτους Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ). Όσο για το δημόσιο χρέος της, από 28% του ΑΕΠ το 1980, είχε εκτιναχθεί στο 47,8% στα τέλη του 1985[2]. Είχε, δηλαδή, σχεδόν διπλασιασθεί χωρίς να γίνει στη χώρα ούτε ένα έργο!

Αντιθέτως, η κατανάλωση είχε πάει στα ύψη, με αποτέλεσμα την αλματώδη άνοδο του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, το έλλειμμα του οποίου έφθασε να αντιπροσωπεύει το 14,5% του ΑΕΠ και να είναι το υψηλότερο κατά κεφαλήν στον κόσμο!

Στο επίπεδο της παραγωγής, όμως, η Ελλάδα υποχωρεί σημαντικά, οι εξαγωγές της παραμένουν στάσιμες, ενώ η βιομηχανία της ξεφτίζει και σταδιακά χάνεται. Το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, εδραιώνεται κοινωνικά και εξαγοράζει ψήφους, συνειδήσεις, συνδικαλιστικές οργανώσεις, αγροτικούς συνεταιρισμούς, δήμους, κοινότητες. Όπως ψιθυρίζεται στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους, το «Κίνημα» του Ανδρέα Παπανδρέου αποκτά καθεστωτικό χαρακτήρα και το ότι παραμένει στην Ευρώπη οφείλεται στο χρήμα που εισρέει στην Ελλάδα από τα διάφορα κοινοτικά Ταμεία. Τα τελευταία χρησιμοποιούνται για πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις ημέτερων αγροτών, συνδικαλιστών, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, εκδοτών, ανώτερων και ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων και, βεβαίως, κομματικών μηχανισμών.

Δημιουργείται έτσι σταδιακά ένα παρακράτος μαφιόζικου τύπου, το οποίο διεισδύει όλο και βαθύτερα στην πολιτική και κυριολεκτικά μολύνει τη δημοκρατία. Απίθανοι και αδίστακτοι εκπρόσωποι αυτού του παρακράτους δημιουργούν δίκτυα επικοινωνίας και επιρροής και αξιοποιούν στο έπακρο μια φαύλη «προοδευτική» δημοσιογραφία και ακόμα πιο φαύλους βαρόνους των μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ).

 Αν δε κατά καιρούς τα σκάνδαλα, οι καταχρήσεις και οι λεηλασίες αυτού του παρακράτους βγαίνουν στη δημοσιότητα, αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε εσωτερικούς ανταγωνισμούς και σε προσωπικές έριδες των ανθρώπων που δεσπόζουν στο παρακράτος. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς… Ο Κοσκωτάς, ο Μαυράκης, ο Σταματελάτος, η Αγρέξ, τα καλαμπόκια, η Προμέτ, ο Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων είναι μερικά από τα 200 σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ που είχε καταγράψει ο Γιάννης Λάμψας και είχε περιγράψει αναλυτικά σε άρθρα του στα τότε Επίκαιρα του Γιάννη Πουρνάρα.

Συγκλονιστικά και απολύτως ελεγμένα στοιχεία για εκείνη την περίοδο περιέχονται σε ένα αποκαλυπτικό και πολύ σημαντικό βιβλίο του Δημήτρη Στεργίου, αρχισυντάκτη τουOικονομικού Ταχυδρόμου την εικοσαετία 1979-1999 και διευθυντή σύνταξης του ίδιου περιοδικού το 2000. Στο βιβλίο Το Πολιτικό Δράμα της Ελλάδος 1981-2005[3], ο συγγραφέας προέβλεπε την πτώχευση της χώρας από το 1989, όταν στην ουσία η Ελλάδα είχε απειληθεί με αποβολή από την Ευρωπαϊκή Ένωση – χωρίς να ιδρώσει κανενός το αυτί. Την αποκάλυψη αυτή είχε κάνει ο υπογράφων από τις στήλες του Οικονομικού Ταχυδρόμου, δεχόμενος τόνους ύβρεων λάσπης από τους πραιτοριανούς της «Αλλαγής».

Την ώρα, λοιπόν, που κάποιοι ψάχνουν για «επαχθή χρέη» και παραπλανούν τον κόσμο, θα πρέπει κάποια πράγματα να τα δούμε από κοντά. Ειδικότερα δε θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε μία χρεοκοπία δεν υπάρχουν αμέτοχοι – κυρίως όταν η χρεοκοπία είναι απότοκος συλλογικής ληστείας, τους καρπούς της οποίας άλλοι γεύονται περισσότερο, άλλοι λιγότερο και κάποιοι ίσως καθόλου.

3. [Αριθμοί και γεγονότα] Ο υπογράφων δέχεται ότι τα τριανταπέντε τελευταία χρόνια αρκετοί πολιτικοί πλούτισαν και κάποιοι υπερπλούτισαν ασκώντας το επάγγελμα του «εκπροσώπου του λαού». Δέχεται επίσης ότι στο πολιτικό μας σύστημα υπάρχει αυξημένη διαφθορά. Όλα αυτά, σε μία δημοκρατία είναι ανιχνεύσιμα και κολάσιμα. Γι’ αυτό, «επαχθή χρέη» υπάρχουν και αναγνωρίζονται
μόνον στις δικτατορίες τριτοκοσμικού και κομμουνιστικού τύπου. Αντιθέτως, στη δημοκρατία, η διαφάνεια – η οποία είναι και ένας από τους όρους λειτουργίας της – αποτελεί αντίδοτο στη διαφθορά και ενίοτε την αποτρέπει. Ωστόσο, ειδικά στην χώρα μας, υπάρχει μία άλλη, και πραγματική, διάσταση «επαχθούς χρέους» την οποίαν ουδείς τολμά να αναφέρει και, ακόμη περισσότερο, να αναδείξει. Γι’ αυτό, στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μία μερική διάσταση αυτού του «επαχθούς χρέους» προβάλλοντας στοιχεία που με πολύ κόπο αναζητήσαμε και καταγράψαμε.

Επισημαίνουμε, έτσι, ότι από το 1979 έως και το 2010 έγιναν στην Ελλάδα 5.280 γενικές και κλαδικές απεργίες, σε ποσοστό 96% του δημοσίου τομέα, με αποτέλεσμα να χαθούν 1.385 ημέρες εργασίας. Σε σημερινά ευρώ, το κόστος αυτών των εργάσιμων ημερών, που είναι 45 τον χρόνο, αντιστοιχεί σε 135 δισ. ευρώ, ήτοι στο 39% του συνολικού δημοσίου χρέους της χώρας ή στο 55% των χρεών των ασφαλιστικών ταμείων. Σημειώνουμε ότι οι απεργούντες ναι μεν δεν προσήλθαν στην εργασία τους, πλην όμως εισέπραξαν το σχετικό ημερήσιο κόστος της τελευταίας – και το συνολικό αυτό ποσόν είναι αδύνατον να υπολογισθεί. Σίγουρα, όμως, σωρευτικά αντιπροσωπεύει κάποια δισεκατομμύρια ευρώ.

Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες απεργίες – ο αριθμός των οποίων είναι τριπλάσιος του αντιστοίχου κοινοτικού μέσου όρου πριν τη μεγάλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ) – είχαν εκβιαστικό χαρακτήρα και κατέληξαν στην απόσπαση απίθανων προνομίων. Τα τελευταία –όπως, για παράδειγμα, τα δωρεάν ταξίδια με την Ολυμπιακή Αεροπορία όλων των μελών των οικογενειών των εργαζομένων (;) στην εταιρεία, στην πρώτη θέση– επιβάρυναν, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το κόστος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας κατά 4% του ΑΕΠ περίπου. Έτσι, σωρευτικά τα τριάντα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία επιβαρύνθηκε με άλλα 140 δισ. ευρώ, χάνοντας ταυτοχρόνως και σημαντικό μέρος από την ανταγωνιστικότητά της. Στην απώλεια αυτή θα πρέπει να προστεθεί και η κατά 2% σωρευτική επιβάρυνση του ΑΕΠ από τα κλειστά επαγγέλματα, η οποία επίσης υπολογίζεται σε άλλα 120 δισ. ευρώ.

Επίσης, από το 1993, μετά την πτώση της κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έως και το 2009, προσελήφθησαν στην ευρύτερο δημόσιο τομέα περί τα 600.000 άτομα, με αποτέλεσμα το κόστος του δημόσιου τομέα να επιβαρυνθεί με το απίστευτο ποσόν των 500 δισ. ευρώ – κόστος το οποίο ξεπέρασε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο μέσο της ΕΕ των 15 χωρών-μελών. Το ποσοστό αυτό σήμερα αντιπροσωπεύει 11 δισ. ευρώ ετησίως και είναι η βασική αιτία της δημιουργίας δημοσιονομικών ελλειμμάτων. 

Ακόμα χειρότερα, επιβαρύνει και την εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού σε επίπεδα που είναι δύσκολο να υπολογισθούν.

Στις παραπάνω απίστευτες επιβαρύνσεις θα πρέπει να προσθέσουμε και την χορήγηση στην Ελλάδα 180.000 συντάξεων με μηδενική ανταπόδοση, οι οποίες σε μία εικοσαετία επιβάρυναν το υπερχρεωμένο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας με 24 δισ. ευρώ, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν και κάποια δισεκατομμύρια εφάπαξ. Την περίοδο 1990-2009 καταγράψαμε επίσης για την Αθήνα 180 δήθεν φοιτητικές διαδηλώσεις, οι οποίες κατέληξαν σε καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και σε λεηλασίες πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ανυπολογίστου αξίας.

Την εικοσαετία αυτή, οι καταστροφές που προκλήθηκαν μόνον στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο υπολογίζονται στα 30 εκατ. ευρώ σωρευτικά, συμπεριλαμβανομένων και των κλοπών επιστημονικού υλικού. Από κοινωνικής δε πλευράς, οι βάρβαρες αυτές εκδηλώσεις οδήγησαν σε απώλειες δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας στο κέντρο της Αθήνας και στο κλείσιμο περίπου 10.000 εμπορικών και άλλων επιχειρήσεων.

Αποκαλυπτικά επίσης στοιχεία για το μέγεθος της μεγάλης ληστείας μπορεί να εντοπίσει κανείς σε ένα θαυμάσιο βιβλίο του αείμνηστου Νικολάου Θέμελη, υπουργού Προεδρίας στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα το 1990, με τίτλο Τον δρόμον τετέλεκα [4].
Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας, που ήταν και πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, περιγράφει τις απίστευτες εμπειρίες του. Σε οποιαδήποτε δημοκρατική και ευνομούμενη χώρα, το βιβλίο αυτό θα είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων και εισαγγελικών επεμβάσεων. Εν Ελλάδι πέρασε απαρατήρητο. Ο λόγος απλός και ευκόλως κατανοητός: ο συγγραφέας περιγράφει όργια καταχρήσεων και σπαταλών στη δημόσια διοίκηση και αναφέρει σοβαρότατες ατασθαλίες σε δήμους και κοινότητες. Ατασθαλίες που, συνολικά, ξεπερνούσαν τα 20 δισ. δραχμές την εποχή εκείνη. Το ποσόν αυτό, βέβαια, ανεβαίνει σε αστρονομικά ύψη αν διαβάσει κανείς τις εκθέσεις του Λ. Ρακιντζή, Επιθεωρητού Δημοσίας Διοικήσεως, ο οποίος, στην γνωστή έκθεσή του, περιγράφει τα σημεία και τέρατα που συμβαίνουν στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, στις πολεοδομίες, στα Ελληνικά Ταχυδρομεία και γενικά σε δημόσιους οργανισμούς. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), το κόστος της διαφθοράς στην ελληνική δημόσια διοίκηση αντιπροσωπεύει περί το 2% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας, ήτοι, με τα σημερινά δεδομένα, ένα ποσόν της τάξεως των 5 δισ. ευρώ. Έτσι, σε επίπεδο τριακονταετίας, φθάνουμε αισίως τα 120 δισ. ευρώ.

Είναι, λοιπόν, ηλίου φαεινότερον ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι όντως «επαχθές», όχι όμως για τους λόγους που επικαλούνται κάποιοι νομικοί, που, υποκρίνονται ότι τώρα ανακαλύπτουν τον τροχό της διαφθοράς και της γραφειοκρατικής ασυδοσίας. Αυτοί που αναζητούν ενόχους και αποδιοπομπαίους τράγους για το αποκαλούμενο ελληνικό «επαχθές χρέος» και απειλούν με μηνύσεις και άλλα παρόμοια, καλά θα έκαναν να μάθουν …γραφή και ανάγνωση. Το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι το γνήσιο προϊόν της καταληστεύσεως του δημοσίου πλούτου από συντεχνίες, συνεταιρισμούς, συνδικαλιστικά σωματεία, δημόσιες επιχειρήσεις και κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες.

Όλος αυτός δεσμός της ελληνικής, σοβιετικού τύπου, κλεπτοκρατίας δίνει σήμερα τον υπέρ πάντων αγώνα για να καταρρεύσει η χώρα. Είναι η μόνη ελπίδα τους. Διότι, μία ελληνική κατάρρευση θα αφήσει άθικτους όλους τους μηχανισμούς της διαφθοράς και θα ενισχύσει τις εξουσίες των συντεχνιών. Για παράδειγμα, επιχειρηματίες που τροφοδοτούν τις διάφορες φιλολογίες περί επιστροφής στην δραχμή, είναι ξεκάθαρο τι επιδιώκουν. Έχοντας τεράστια χρέη στο εσωτερικό και γερές καταθέσεις στο εξωτερικό, σε περίπτωση που η Ελλάδα επιστρέψει στη δραχμή νομίζουν ότι θα εξοφλήσουν τα χρέη τους σε υποτιμημένες δραχμές, εισάγοντας υπερτιμημένα ευρώ.

 

Θα συμβεί, δηλαδή, ό,τι συνέβη στην πάλαι ποτε Σοβιετική Ένωση, στην οποίαν οι ολιγάρχες της νομενκλατούρας αγόρασαν σχεδόν τα πάντα με υπερτιμημένα έναντι του ρουβλίου δολάρια που είχαν φυγαδεύσει στο εξωτερικό την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος. Με το χρήμα αυτό οι ολιγάρχες, όχι μόνον απέκτησαν αμύθητες περιουσίες, αλλά εγκατέστησαν και τις δικές τους πολιτικές εξουσίες. Έτσι, η σημερινή Ρωσία ελέγχεται από τους ολιγάρχες του χρήματος και αυτούς που αποτελούν το πολιτικό τους σκέλος.

Αυτό το μοντέλο «οραματίζονται» κάποιοι και για την Ελλάδα, γι’ αυτό και επιδιώκουν με κάθε μέσον να την αποκόψουν από την Ευρώπη. Δηλαδή, πέρα από τη μεγάλη ληστεία, οι κύκλοι αυτοί επιχειρούν σήμερα και μία πολιτικο-θεσμική ανατροπή. Το θέμα είναι τεράστιο και οι διάφορες πτυχές του θα αναδεικνύονται όλο και πιο αδρά όσο κυλά ο χρόνος. Και ο χρόνος κυλά εφιαλτικά γρήγορα.

 

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1983- Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΥΟ ΓΕΝΙΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΤΩΝ ΚΑΙ Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΣΑΝΤΕΣ

 

 

Την Τρίτη 15 Νοεμβρίου 1983, στις 7.25 το πρωί, δολοφονήθηκαν ο αμερικανός πλοίαρχος Τζορτζ Τσάντες (ανώτερο στέλεχος της Τζασμάγκ στην Αθήνα) και ο οδηγός του Νίκος Βελούτσος στον Φάρο Ψυχικού. Δύο νεαροί πλησίασαν με τη βέσπα τους το διπλωματικό αυτοκίνητο που βρισκόταν επί της λεωφόρου Κηφισιάς, σταματημένο σε έναν φωτεινό σηματοδότη, και πυροβόλησαν εξ επαφής με το 45άρι που είχαν χρησιμοποιήσει σε όλες τις προηγούμενες δολοφονικές επιθέσεις τους. Τι έλεγε η 17Ν 

«Αποφασίσαμε να χτυπήσουμε σήμερα έναν από τους κυριότερους στρατιωτικούς μηχανισμούς του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη χώρα μας, την αμερικανική στρατιωτική αποστολή, εκτελώντας ένα από τα ανώτερα στελέχη του. (…) Η ενέργειά μας είναι παράλληλα και συγκεκριμένη αγωνιστική συμπαράσταση διεθνιστικής αλληλεγγύης στους λαούς της περιοχής που αγωνίζονται για ανεξαρτησία αλλά και γενικότερα σ’ όλους τους λαούς και ιδίως τους λαούς της Κεντρικής Αμερικής και του Σαλβαδόρ που βρίσκονται σήμερα στην πρώτη γραμμή της παγκόσμιας ένοπλης αντιιμπεριαλιστικής πάλης.

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι, όταν το ’75 εκτελέσαμε τον σταθμάρχη της CIA Γουέλς, η Αθήνα ήταν το κέντρο συντονισμού των συνωμοσιών και επεμβάσεων της CIA στην Αγκόλα – πράγμα που εμείς βέβαια αγνοούσαμε – όπου οι λαϊκές επαναστατικές δυνάμεις βρίσκονταν στην τελική φάση για την κατάληψη της εξουσίας» (από την προκήρυξη της 17Ν που οι δράστες ταχυδρόμησαν στον Τύπο και έγινε γνωστή στις 17.11.1983).

 

Η 17Ν απείλησε όλους τους Ελληνες που εργάζονταν στις αμερικανικές βάσεις. Προειδοποίησε ότι, όπως ο οδηγός του Τσάντες, όλοι οι έλληνες οδηγοί-σωματοφύλακες πρακτόρων της CIA, της DIA και της Jusmagg, αξιωματούχων της πρεσβείας και αξιωματικών αμερικανικής βάσης θεωρούνταν στόχοι. 

Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. θεωρούσαν υπόθεση «κλειδί» για την εξιχνίαση της δολοφονίας του 53χρονου πλοιάρχου Τζορτζ Τσάντες και του 62χρονου οδηγού του Νίκου Βελούτσου μια επίθεση που σημειώθηκε εναντίον δύο χωροφυλάκων του τότε Τμήματος Χωροφυλακής Φιλοθέης μία ακριβώς εβδομάδα – στις 8 Νοεμβρίου 1983 – πριν από τη δολοφονία Τσάντες – Βελούτσου στη λεωφόρο Κηφισιάς.

Η επίθεση σημειώθηκε στη γειτονική οδό Βεκιαρέλη στη Φιλοθέη, όταν οι δύο χωροφύλακες Κώστας Αργυρόπουλος, 33 ετών, και Ιωάννης Χατζημπύρος, 22 ετών, προσπάθησαν να ακινητοποιήσουν μοτοσικλέτα μάρκας Suzuki 550, χρώματος ασημί, που δεν είχε αριθμό κυκλοφορίας και στην οποία επέβαιναν δύο άτομα.

Σε απόρρητο έγγραφο που είχε συντάξει τότε η Αστυνομία αναφέρεται ότι «ο οδηγός ήταν ηλικίας 25-28 ετών, αναστήματος 1,70-1,75 μ. περίπου, κανονικής σωματικής διάπλασης. Φορούσε μπουφάν νάιλον, χρώματος μπλε, στο κεφάλι κράνος μοτοσικλετιστή και είχε μαύρο παχύ μουστάκι. Ο συνοδηγός ηλικίας 24-26 ετών, αναστήματος 1,65-1,70 μ., λεπτής σωματικής διάπλασης, φορούσε μπουφάν νάιλον, χρώματος σκούρου, στο κεφάλι κράνος μοτοσικλετιστή».

Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν έλεγχο στους επιβάτες της μοτοσικλέτας γιατί αυτή δεν είχε πινακίδες και εκείνοι έσπευσαν να απομακρυνθούν πυροβολώντας το περιπολικό που τους ακολουθούσε. Από τη βαλλιστική έρευνα διαπιστώθηκε – αρκετό διάστημα αργότερα – ότι το 38άρι όπλο που χρησιμοποιήθηκε ήταν αυτό που χρησιμοποίησε η 17Ν σε μεταγενέστερες επιθέσεις, με πρώτη τη δολοφονία του φρουρού αστυφύλακα Χρήστου Μάτη στις 24.12.1984 στη ληστεία της Εθνικής Τράπεζας Πετραλώνων.
Οπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, ο έλεγχος των αστυνομικών και το «επεισόδιο της οδού Βεκιαρέλη» έδωσαν παράταση στη ζωή για μία εβδομάδα του πλοιάρχου Τζορτζ Τσάντες και του οδηγού του, αφού αυτοί ήταν ο «στόχος» των μελών της 17Ν. Η κυρίως επίθεση σημειώθηκε την Τρίτη 15 Νοεμβρίου 1983 στις 7.20 το πρωί, στη λεωφόρο Κηφισιάς 236, με τρόπο όμοιο με αυτόν που δολοφονήθηκε ο βρετανός ταξίαρχος Στίβεν Σόντερς στις 7 Ιουνίου 2000. Οι δράστες επέβαιναν σε μια βέσπα χρώματος μπλε μεταλλικού, που είχε κλαπεί από την οδό Πλαστήρα 24 στου Ζωγράφου, σε πολύ κοντινό σημείο από όπου είχε κλαπεί και η μοτοσικλέτα στο επεισόδιο με τους αστυνομικούς μία εβδομάδα νωρίτερα.

Οπως περιγράφεται στο απόρρητο ενημερωτικό έγγραφο της Αστυνομίας για τη δολοφονία Τσάντες, «ενώ το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ΞΑ 14033 αυτοκίνητο μάρκας Plymouth στο οποίο επέβαιναν τα θύματα κατερχόταν τη λεωφόρο Κηφισίας με κατεύθυνση προς την Αμερικανική Πρεσβεία, κινούμενο επί της αριστερής εσωτερικής λωρίδας κυκλοφορίας, κοντά στη στάση “Κολλέγιο” σταμάτησε, διότι εκεί το φανάρι έδειχνε κόκκινο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, και ενώ το παραπάνω αυτοκίνητο βρισκόταν τρίτο στη σειρά από το φανάρι, το πλησίασε από τη δεξιά πλευρά μια βέσπα στην οποία επέβαιναν δύο άτομα. Ο οδηγός της βέσπας μαρσάρισε και ταυτόχρονα ο άλλος, που βρισκόταν πίσω, πάτησε σταθερά το αριστερό του πόδι στην άσφαλτο και, βγάζοντας από την τσέπη τού τζάκετ που φορούσε ένα μεγάλο πιστόλι, άρχισε να πυροβολεί εναντίον των επιβαινόντων στο αμερικανικό αυτοκίνητο επανειλημμένα».

Οι δράστες στο συγκεκριμένο έγγραφο περιγράφονται ως «δύο άγνωστα άτομα, μάλλον μετρίου αναστήματος, ηλικίας 20-25 ετών, που επέβαιναν σε βέσπα, χρώματος μπλε μεταλλικού, σχετικώς καινούργια. Ο οδηγός φορούσε κράνος πράσινο παλιό και τζάκετ χρώματος λαδί. Ο δε συνεπιβαίνων φορούσε κράνος μπλε σκούρο και τζάκετ μαύρο».

Στην προκήρυξη που έχει γραφεί τον Οκτώβριο του 1983 – ίσως δηλαδή και ένα μήνα νωρίτερα -, αφού δικαιολογείται γιατί η 17Ν επαναδραστηριοποιείται ύστερα από σιωπή τριών ετών, αναφέρεται ότι «αποφασίσαμε να χτυπήσουμε σήμερα έναν από τους κυριότερους στρατιωτικούς μηχανισμούς του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη χώρα μας, εκτελώντας ένα από τα σημαντικότερα ανώτερα στελέχη του, όπως και τον οδηγό-γορίλα σωματοφύλακά του».

Οπως όμως προέκυψε, ο Νίκος Βελούτσος κάθε άλλο παρά «σωματοφύλακας» του Τζορτζ Τσάντες μπορεί να θεωρηθεί, αφού τοποθετήθηκε ως οδηγός του μόλις 15 ημέρες πριν από τη δολοφονία, ύστερα από ένα ατύχημα που είχε οδηγώντας λεωφορείο σε εκδρομή υπαλλήλων της πρεσβείας των ΗΠΑ.

* Ο συνδυασμός των χτυπημάτων 
Οι αξιωματικοί αμέσως ασφαλώς συνδύασαν την επίθεση κατά του Τσάντες με την προ μιας εβδομάδας κατά των δύο αστυνομικών. Οι μαρτυρίες του Κωνσταντίνου Αργυρόπουλου, ο οποίος υπηρετούσε μέχρι πρότινος στο Αστυνομικό Τμήμα Φιλοθέης και συνταξιοδοτήθηκε, και του Ιωάννη Χατζημπύρου, ο οποίος σήμερα υπηρετεί στη Θεσσαλονίκη, θεωρήθηκαν καθοριστικές και σημαντικές αφού είχαν δει εκείνους που προετοίμαζαν την επίθεση κατά του Τσάντες. Σύμφωνα με πληροφορίες, κατέθεσαν ότι το «παχύ μουστάκι» του οδηγού της μοτοσικλέτας δεν προερχόταν από μεταμφίεση. Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες – πολλούς μήνες αργότερα -, οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί φέρεται να αναγνώρισαν, όχι με απόλυτη βεβαιότητα, ότι το άτομο που τους πυροβόλησε – συνεπιβάτης στη μοτοσικλέτα – ήτανο Χρήστος Τσουτσουβής, ο οποίος σκοτώθηκε στη συμπλοκή στου Γκύζη στις 15 Μαΐου 1985. Σημειώνεται ότι στο παρελθόν υπήρχαν πολλές ενδείξεις εμπλοκής της ομάδας Τσουτσουβή στη 17Ν, με κυριότερη την ανεύρεση στη γιάφκα της «Αντικρατικής Πάλης» στην οδό Καλαμά του κλειδιού που άνοιγε το αυτοκίνητο των δραστών της δολοφονίας του σταθμάρχη της CIA Ρίτσαρντ Γουέλς.

 

ΑΝΟΙΞΗ 1985- ΤΟ «ΜΥΣΤΗΡΙΟ» ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ ΚΑΙ  Η ΑΤΑΚΑ ΤΟΥ ΣΕ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΤΗΣ ΠΕΛΟΝΟΝΝΗΣΟΥ

 

Το παιδί από την Τερπνή Σερρών θα έχει μια φυσιολογική ζωή ως την εφηβεία του που συμπίπτει με την ταραγμένη μεταπολίτευση. Τότε θα ενταχθεί στη μαθητική οργάνωση του ΠαΣοΚ, ΠΑΜΚ, της περιοχής Γκύζη αλλά δεν θα πάψει, σε κάθε φάση της ζωής του, να θεωρεί τον εαυτό του μαρξιστή-λενινιστή. Ο Ανδρέας Παπανδρέου θεωρείται από τον έφηβο μαθητή «δεξιός» και ο «ένοπλος αγώνας» απαραίτητη προϋπόθεση για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Παίρνει μέρος στις πρώτες γεμάτες ένταση πορείες του Πολυτεχνείου και δεν μένει αδιάφορος στα συνθήματα των οργανώσεων της άκρας Αριστεράς, όχι τόσο των τροτσκιστών όσο των μαοϊκών ΕΚΚΕ και ΚΚΕ (μ-λ).

«Πίσω από το ήσυχο πρόσωπο και τους χαμηλούς τόνους υπήρχε μια μόνιμη οργή που ορισμένες φορές έμοιαζε με μίσος» λέει ένα μέλος του ΠαΣοΚ στην οργάνωση του Γκύζη που γνώριζε τον Κουφοντίνα και θέλει να παραμείνει ανώνυμο.

Οι γονείς του αντιμετωπίζουν προβλήματα με ένα παιδί που περνά δύσκολη εφηβεία. Ο νεαρός Κουφοντίνας αισθάνεται μειονεκτικά εξαιτίας μιας κινητικής δυσκολίας που έχει στο «καλό» του χέρι. «Αυτό θα διαμορφώσει και τη συμπεριφορά του, θα προσπαθήσει να αποδείξει όχι μόνο ότι είναι σαν τους άλλους αλλά και λίγο παραπάνω από αυτούς» λέει ένας συγγενής του που θέλει επίσης να παραμείνει ανώνυμος.

Ο Κουφοντίνας εγκαταλείπει το ΠαΣοΚ το 1977, στις διαγραφές των ομάδων των «μαρξιστών-λενινιστών» (χαρακτηρισμός που περιελάμβανε και τους τροτσκιστές), η πολιτική συμπεριφορά των οποίων «εμπόδιζε» το Κίνημα να πάρει τα χαρακτηριστικά του «κόμματος εξουσίας».

Η «προδοσία της ηγεσίας» για τον Κουφοντίνα, αλλά και για άλλους, είναι πλέον αποδεδειγμένη.

Ο Στέφανος Τζουμάκας, ένας από τους καθοδηγητές τότε της νεολαίας του ΠαΣοΚ, θυμάται ότι «γινόταν τότε ιδεολογικός πόλεμος μέσα στις οργανώσεις» με ανθρώπους που χαρακτηρίζει«σταλινικούς και εισοδιστές».

Αλλά οι επιλογές του Κουφοντίνα δεν έχουν σχέση μόνο με το πώς βιώνει τον μετασχηματισμό του ΠαΣοΚ σε κόμμα εξουσίας. Ισως από όλα τα μέλη της 17Ν να αποτελεί την πιο τυπική ενσάρκωση της σχιζοειδούς προσωπικότητας στη μεγαλούπολη. Ενα χρόνο μετά την αποχώρησή του από την ΠΑΜΚ είναι πια φοιτητής στη Νομική Σχολή (Οικονομικό Τμήμα) και μέλος της σπουδαστικής παράταξης του ΚΚΕ (μ-λ), της ΠΠΣΠ. Στον νέο του «πολιτικό χώρο» αισθάνεται πιο άνετα καθώς η αποδοχή της βίας «ως εργαλείου ενός επαναστατικού μαζικού κινήματος» βρίσκεται μέσα στις θεωρητικές επιλογές της καινούργιας πολιτικής του οικογένειας. Αλλά και σε αυτό το σχήμα ο Κουφοντίνας θα βιώσει την πολιτική ως προδοσία.

Η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση Καραμανλή για τον φοιτητικό νόμο 815 θα ριζοσπαστικοποιήσει όσους ακολουθούν τις οργανώσεις της άκρας Αριστεράς. Τον Νοέμβριο του 1979 στην επέτειο του Πολυτεχνείου γίνονται άγριες συγκρούσεις των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς με τους φοιτητές της ΚΝΕ βασικά αλλά και της νεολαίας ΠαΣοΚ.

Στις 4 Δεκεμβρίου αρχίζει η κατάληψη του Χημείου εναντίον του νόμου 815.

* Η ώρα της ένοπλης δράσης

Στις 11 Δεκεμβρίου καταλαμβάνεται η Νομική. Ο Κουφοντίνας διαδηλώνει με άλλα 2.000 άτομα στη Φυσικομαθηματική με συνθήματα: «Λευτεριά στους πολιτικούς κρατούμενους», «ΚΝΕ-ΠαΣοΚ πουλάνε τους αγώνες», «Εμπρός για καταλήψεις στα εργοστάσια».

Με την έλευση των Χριστουγέννων του ’79 οι καταλήψεις «σβήνουν».

Η επόμενη μεγάλη σύγκρουση για τον Κουφοντίνα έρχεται τον Νοέμβριο του 1980. Πρωθυπουργός είναι ο Γεώργιος Ράλλης και οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς βρίσκονται «επί ποδός πολέμου». Το ΚΚΕ (μ-λ) γράφει καλώντας σε πορεία στην αμερικανική πρεσβεία: «Η κυβέρνηση ξεπουλά τη χώρα και απαγορεύει το δικαίωμα της πορείας στην αμερικάνικη πρεσβεία. Η αντιπολίτευση υποχωρεί – εν ονόματι του ήπιου κλίματος – γιατί η λύση για κάθε πρόβλημα είναι οι… εκλογές, όπου επιδιώκει να εξαργυρώσει τη “μετρημένη στάση” της με περισσότερους ψήφους, στο όνομα μιας αλλαγής μέσα από τις κάλπες… Ομως η λύση είναι ο κάθε δημοκράτης να αντισταθεί έμπρακτα στην κρατική τρομοκρατία, όχι διπλώνοντας τις σημαίες του Νοέμβρη και μετατρέποντάς τον σε ανώδυνο μνημόσυνο, αλλά εκφράζοντας αγωνιστικά την αντίθεσή του με το κράτος της Δεξιάς – το κράτος του ξεπουλήματος της χώρας, της λιτότητας και της τρομοκρατίας – με τη συμμετοχή του στην πορεία».

Η προσπάθεια του μπλοκ της άκρας Αριστεράς να διασπάσει τις αλυσίδες της Αστυνομίας για να φθάσει στην αμερικανική πρεσβεία οδηγεί σε σύγκρουση με τα ΜΑΤ. Οι αριστεριστές βιώνουν εκείνη τη σύγκρουση σαν ολοκληρωτική ήττα. Οι αλυσίδες στην κεφαλή της διαδήλωσης στην αρχή αντέχουν στην πίεση της σύγκρουσης αλλά το πλήθος πίσω από αυτές τρέπεται σε φυγή. Γίνονται μάχες σώμα με σώμα και γρήγορα και οι πρώτες σειρές διαλύονται από τις επιθέσεις της Αστυνομίας.

Στις 10 το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Ανδρέας Παπανδρέου κάνει την εξής δήλωση: «Μικρές ομάδες ανευθύνων στοιχείων και προβοκατόρων άγνωστης και ύποπτης προέλευσηςδημιούργησαν θλιβερά έκτροπα με προφανή σκοπό να αμαυρώσουν και να δυσφημήσουν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο του Πολυτεχνείου». Στις συγκρούσεις σκοτώνονται δύο άτομα (Κουμής, Κανελλοπούλου) και δύο μέρες αργότερα οι οργανώσεις της άκρας Αριστεράς κατηγορούν τον Ανδρέα Παπανδρέου ότι βοήθησε την κυβέρνηση της ΝΔ «σαν να έχει αναλάβει από τώρα το υπουργείο Δημόσιας Τάξης» (Προκήρυξη ομάδα Πρωτοβουλίας Πολυτεχνείου ’80).

Ο Κουφοντίνας εισπράττει την περίοδο αυτή σαν μια νέα «προδοσία» ενός συντεταγμένου κομματικού μηχανισμού που δεν είναι σε θέση να «αμυνθεί» στις επιθέσεις του κράτους. Είναι η ώρα του ένοπλου αγώνα.

Για τους αξιωματικούς της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας είναι ακόμη ασαφές αν ο Κουφοντίνας στρατολογήθηκε κατευθείαν στη 17Ν ή «πέρασε» πρώτα από την «Αντικρατική Πάλη» του Χρήστου Τσουτσουβή, αδιαμφισβήτητου ηγέτη του χώρου του ένοπλου αγώνα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ή από τον ΕΛΑ.

Στις 16 Ιανουαρίου του 1980 η 17Ν σκοτώνει τον τότε υποδιοικητή των ΜΑΤ Παντελή Πέτρουκαι τον αστυφύλακα σωματοφύλακά του Σταμούλη. Είναι η χρονιά που σημαδεύεται από μια «έκρηξη» εμπρησμών με δράστες μέλη ακροαριστερών οργανώσεων – ο ΕΛΑ φθάνει στο σημείο να πυρπολήσει ένα βοθρατζίδικο στον Βοτανικό τον Αύγουστο του 1980 – και ταυτόχρονα η χρονιά εμφάνισης πολλών νέων οργανώσεων ενός ή δύο ατόμων. Η Αντιτρομοκρατική δεν αποκλείει ο Δημήτρης Κουφοντίνας να προσχωρεί στην αρχή σε κάποια από αυτές.

* Η στρατολόγηση στη 17Ν

Σε κάθε περίπτωση διατηρεί στενές σχέσεις με τον Πάτροκλο Τσελέντη, ο οποίος σπουδάζει επίσης στη Νομική και συζητεί το ενδεχόμενο σύμπραξής του στον «ένοπλο αγώνα». Εν όψει της ανόδου του ΠαΣοΚ στην εξουσία η 17Ν σταματάει για δύο χρόνια τα «χτυπήματά» της αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στρατολόγησης σε άλλες οργανώσεις, όπως ο ΕΛΑ και η «Αντικρατική Πάλη».

Το βέβαιο είναι ότι το 1983 ο Κουφοντίνας στρατολογείται στη 17Ν. Ποιος τον στρατολόγησε παραμένει άγνωστο, αν και η Αστυνομία έχει κάποιες ενδείξεις ότι τον έφερε σε επαφή με την οργάνωση ηγετική φυσιογνωμία των «παππούδων» που εκινείτο στον χώρο του ΕΛΑ.

Η Αστυνομία πάντως είναι βέβαιη ότι όταν ο Χριστόδουλος Ξηρός μπήκε στη 17Ν ο Κουφοντίνας ήταν ήδη μέλος της. Αν αυτό ισχύει, είναι εξαιρετικά δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι ο Δημήτρης Κουφοντίνας τοποθέτησε, χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητο του πατέρα του, βόμβα στη Citibank της οδού Πανόρμου, τρία χρόνια αργότερα. Απλούστατα το 1986«καταγράφεται» για πρώτη φορά το όνομα «Κουφοντίνας» στα αρχεία της Ελληνικής Αστυνομίας αλλά ο νεαρός «έχει βουτήξει στα βαθιά νερά της παρανομίας» τρία χρόνια νωρίτερα.

Η Αστυνομία ταυτίζει την είσοδό του στην παρανομία με την εγκατάλειψη της πατρικής στέγης και την απόφασή του να μην παρουσιασθεί για να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία. Αλλά αυτή η απόφαση είναι απλά ένα προπέτασμα καπνού για τους γονείς του, προκειμένου να δικαιολογήσει τη ζωή του στην παρανομία την οποία όμως έχει επιλέξει για πολύ πιο σοβαρούς λόγους.

Ο Κουφοντίνας στρατολογεί στην οργάνωση τους Χριστόδουλο Ξηρό και Πάτροκλο Τσελέντη. Σκοτώνει για πρώτη φορά, σύμφωνα με την προανακριτική απολογία του Πάτροκλου Τσελέντη, τον φρουρό της Εθνικής Τράπεζας στα Πετράλωνα Χρ. Μάτη και είναι «πολύ ταραγμένος» στο βάπτισμα πυρός. Το πιστόλι που βρέθηκε στον Πειραιά στις 29 Ιουνίου «είναι το πιστόλι που αποτυπώνει την πορεία του Κουφοντίνα στην οργάνωση και όχι εκείνη του Σάββα Ξηρού» είπε στο «Βήμα» αστυνομική πηγή. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Χριστόδουλος Ξηρός παίρνει για πρώτη φορά μέρος σε βομβιστική ενέργεια το 1987. Από εκεί και πέρα ο «Λουκάς» σκοτώνει ευκολότερα. Το 1985 είναι ήδη «επιμελητής» της οργάνωσης, φέρνει τα όπλα για τις επιθέσεις και τα παίρνει μετά από αυτές.

Πριν από την εκλογή από τη Βουλή του Προέδρου της Δημοκρατίας την άνοιξη του 1985 ο Κουφοντίνας, που ζει σε καθεστώς ημιπαρανομίας, συναντάει στο κέντρο της Αθήνας ένα βουλευτή του ΠαΣοΚ από την Πελοπόννησο και του λέει ότι «ξέρει (σ.σ.: ο Κουφοντίνας) τι θέλουν οι κουφάλες που έχουν ξεπουλήσει τα πάντα στη Δεξιά».

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1989-Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

22 χρόνια χωρίς τον Παύλο Μπακογιάννη

Την Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 1989,στις 7.58 το πρωί, τρεις ένοπλοι πυροβόλησαν με δύο 45άρια πιστόλια και τραυμάτισαν θανάσιμα τον Παύλο Μπακογιάννη, βουλευτή Ευρυτανίας της ΝΔ και γαμπρό του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στην είσοδο του γραφείου του στην οδό Ομήρου στο Κολωνάκι. Ο βουλευτής μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό», όπου εξέπνευσε μία ώρα αργότερα.

«Αποφασίσαμε λοιπόν να εκτελέσουμε τον απατεώνα και ληστή του λαού Μπακογιάννη. Ο κύριος αυτός είναι υπεύθυνος όχι μόνο γιατί έκλεψε τα πρώτα 60 εκατομμύρια του ιδρυτικού κεφαλαίου της Γραμμής αλλά και για τις εκατοντάδες εκατομμύρια που είτε έκλεψε μαζί με τον συνεργάτη του Κοσκωτά για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου Γραμμής, αλλά και για την αγορά μέσω της Γραμμής της Τράπεζας Κρήτης» (απόσπασμα από τη 12σέλιδη προκήρυξη με ημερομηνία 18.9.1989 που εστάλη στην «Ελευθεροτυπία» στις 9 Οκτωβρίου 1989).

Στην προκήρυξη με τίτλο «Αρχισε η κάθαρση», που έχει ημερομηνία 18.9.1989, αναφέρθηκε ότι η ΝΔ και ο Συνασπισμός εξαπάτησαν και εξαπατούν χυδαία τον λαό, αφού οδηγούν με τη στάση τους στην παραγραφή των εγκλημάτων, χωρίς να κρατάνε τα προσχήματα. Στην προκήρυξη αναφέρονται ως συνυπεύθυνοι (με τον Μπακογιάννη) του σκανδάλου Κοσκωτά οι Παπανδρέου, Κουτσόγιωργας, Πέτσος, Ρουμελιώτης και Χαλικιάς. Επίσης γίνεται αναφορά για την κρίση στην ΚΝΕ.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ  1993-Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ

 

!

9 Σεπτεμβρίου 1993.  Ο βουλευτής Κιλκίς Γιώργος Συμπιλίδης ανεξαρτητοποιείται και ρίχνει τη κυβέρνηση Μητσοτάκη με μια ακατάληπτη δήλωση η οποία ήταν όλα τα λεφτά:«Το θέμα της Μακεδονίας μας δρομολογήθηκε (…) προς την κατεύθυνση της εθνικής τραγωδίας. (…) Το θέμα του ΟΤΕ, μετά μάλιστα από τις γνωστές περιπέτειες της ΑΓΕΤ, εγείρει τεράστια ερωτηματικά (…) Κύριε πρόεδρε, όλα τα παραπάνω με φέρνουν στην επώδυνη θέση να κάνω χρήση του συνταγματικού μου δικαιώματος και να προχωρήσω στην άρση της εμπιστοσύνης μου από την κυβέρνηση».

Mητσοτάκης κατηγορεί τον Σαμαρά για τη πτώση της κυβέρνησής  του και αφήνει να εννοηθεί ότι τον ρίξανε συμφέροντα φωτογραφίζοντας τον επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη. 

Ενάμισι χρόνο μετά ο Συμπιλίδης με τον ιδρώτα να κυλάει στο πρόσωπό του μιλάει στο«Star» και στον Γιώργο Τράγκα για τη νύχτα πριν τη πτώση του Μητσοτάκη>

– Την πέρασα στο σπίτι των κουμπάρων μου με ψωμί και τυρί. Είχε προηγηθεί μια συνάντηση στο σπίτι του Στεφανόπουλου όπου ο Σαμαράς μας εξήγησε πως έχει η υπόθεση της Μακεδονίας…

 

 

ΜΑΡΤΙΟΣ 2005-ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΣΑΛΙΚΙΔΗ

Ξημερώματα Τετάρτης 9 Μαρτίου 2005, στην οδό Ευκλείδου 18 στον Κολωνό.
 
Από το παταράκι του μπάνιου στο μικρό διαμέρισμα του Κώστα Τσαλικίδη, κατεβαίνει ένα σχοινί το οποίο είναι δεμένο στους σωλήνες του καλοριφέρ. Το σχοινί καταλήγει σε θηλιά, περασμένη στο λαιμό του 39χρονου στελέχους της Vodafone. Το σώμα του Κώστα Τσαλικίδη αιωρείται μερικά εκατοστά πάνω από το πάτωμα και μια καρέκλα είναι πεσμένη κάτω από τα πόδια του….

Η ώρα είναι 07:55. Το άψυχο σώμα του γιού της καθώς κρέμεται μπροστά στη πόρτα του μπάνιου, θα το αντικρύσει πρώτη η μητέρα του Γεωργία. Ο Κώστας, που ήταν πάντα συνεπής στην δουλειά του, εκείνη τη μέρα δεν είχε φύγει ακόμη από το διαμέρισμα και οι γονείς τον καλούσαν στο τηλέφωνο με τη σκέψη ότι τον είχε πάρει ο ύπνος. Ο πατέρας του Γιώργος, εργολάβος οικοδομών, υπέφερε από την αναπηρία του στο ένα του πόδι με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η κίνησή του. Οι γονείς κατοικούσαν στον ίδιο όροφο με το γιο τους, σε διαφορετικά διαμερίσματα. Η μητέρα ήταν εκείνη που με το δικό της κλειδί, θα πήγαινε να ξυπνήσει τον Κώστα.

Η ώρα είναι 08:35, όταν φτάνει τυχαία στο διαμέρισμα ο αδελφός του Παναγιώτης. Εκείνος με μαχαίρι κόβει το σχοινί και τοποθετεί το άψυχο σώμα του αδελφού του στο κρεβάτι του υπνοδωματίου, όπου και τον φωτογράφισε. Στη συνέχεια τηλεφωνεί στο ΑΤ Κολωνού.

Στις 9.30-10 το πρωί της ίδιας μέρας, (σύμφωνα με την κατάθεσή του στις 10 Μαρτίου 2006), ενημερώνεται ο επικεφαλής της Vodafone Γιώργος Κορωνιάς, για το θάνατο του Κώστα Τσαλικίδη. Στο διαμέρισμα της οδού Ευκλείδου βρίσκεται ακόμη η Σήμανση και το ΕΚΑΒ.

 

Στο μεταξύ κανείς δεν φροντίζει ν απομονώσει το χώρο και να πάρει δαχτυλικά αποτυπώματα. Ούτε καν από το πατάρι. Μέχρι σήμερα.
Όσο για την νεκροψία, αυτή γίνεται την επόμενη το βράδι, 10 Μαρτίου 2005, αντί της πάγιας τακτικής-παραλαβή νεκρών μέχρι 10 το πρωί για νεκροτομή την ίδια μέρα. (Στην Ελλάδα πρωθυπουργός είναι ο Κώστας Καραμανλής και κορυφαία στελέχη στο Μαξίμου ο Γιάννης Αγγέλου και ο Γιάννης Ανδριανός.)

Κανείς εως σήμερα δεν γνωρίζει την πραγματική ώρα του θανάτου του Κώστα Τσαλικίδη. Κι αυτό γιατί πουθενά δεν αναγράφεται- σε κανένα έγγραφο! Κανείς εκτός από τον δολοφόνο του.

Στην οδό Ευκλείδου 18, στο διαμέρισμα που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το δυάρι που κατοικούσε ο Κώστας Τσαλικίδης, μένουν δυο φοιτήτριες, κορίτσια από την επαρχία που βρέθηκαν στην Αθήνα. Ένα πρωί καθώς έχουν κατέβει για ψώνια στο κέντρο της πόλης-συγκεκριμένα πήγαν ν αγοράσουν καλλυντικά από γνωστό κατάστημα, θα κάνουν μια γνωριμία λίγο ασυνήθιστη, για το μέρος. Ενας ώριμος άνδρας, αθλητικός και με κοντοκουρεμένο μαλλί, θα τις πλησιάσει. Τους πιάνει κουβέντα. Για κάποιο διάστημα, μιλάει μόνο με τη μία, καθώς η άλλη συνεχίζει να ψωνίζει.

Αργότερα και καθώς επιστρέφουν σπίτι τους, ανακαλύπτουν ότι έχουν χάσει τα κλειδιά τους. Πολύ μετά κι όταν ο Κώστας Τσαλικίδης του κάτω ορόφου, θα είχε φύγει από τη ζωή, οι φοιτήτριες βρίσκουν έντρομες μια βαλίτσα στο πατάρι του μπάνιου τους. Μια τεράστια βαλίτσα που δεν ανήκε σε καμία από τις δύο. Τα παταράκια στις παλιές πολυκατοικίες, όπως εκείνη που κατοικούσαν, χτιζόντουσαν με τον ίδιο τρόπο σ όλα τα διαμερίσματα. Οι σωληνώσεις ήταν παρόμοιες.

Οποιος είχε μπει στο διαμέρισμα των κοριτσιών γνώριζε ακριβώς πως ήταν και το πατάρι στο δυάρι του Κώστα Τσαλικίδη. Από πού περνούν οι σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης. Είχε σκόμη στη διάθεσή του και το κλειδί της κεντρικής εισόδου της μικρής πολυκατοικίας.

Το τι μπορεί να περιείχε η βαλίτσα που τοποθετήθηκε στο πατάρι τους, είναι ένα ερωτηματικό. Οπως επίσης και πως θα μπορούσε να χρησιμεύει στους δολοφόνους του νεαρού Τσαλικίδη.

Ένα ακόμη ερωτηματικό είναι οι τρείς ναυτικοί κόμποι που έσφιγγαν τη θηλιά στο λαιμό του Κώστα Τσαλικίδη. Οι ναυτικοί κόμποι, απαιτούν ιδιαίτερη τεχνική και έμπειρο χέρι. Ο νεαρός Τσαλικίδης, δεν ήξερε να δένει παρά τους κόμπους στα κορδόνια των παπουτσιών του.

Οι φοιτήτριες –σύμφωνα με πληροφορίες-έχουν δώσει καταθέσεις και στη συνέχεια «εξαφανίσθηκαν» τρομαγμένες από το σπίτι του Κολωνού.

-«Εμείς ποτέ δεν είχαμε βαλίτσα στο πατάρι μας…», θα πουν στην οικογένεια του νεκρού Τσαλικίδη.

Ηταν γύρω στις 11 το βράδι της 8ης Μαρτίου, όταν ο Κώστας Τσαλικίδης πήγε στο φούρνο της γειτονιάς του. Είχε αδυναμία στις πάστες που έφτιαχνε ο φίλος του φούρναρης και αγόρασε τρεις. «Μ αρέσουν πολύ οι πάστες που φτιάχνεις…» έλεγε καθώς έβγαζε να τις πληρώσει.

«Δεν έμοιαζε με άνθρωπο που θ αυτοκτονούσε. Ανοίξαμε μια κουβεντούλα, ως συνήθως…» θα πει ο φούρναρης για τον πελάτη και φίλο του.

Ο Κώστας κρατώντας τις πάστες ανεβαίνει στο διαμέρισμα. Τα γεγονότα τον θέλουν να περνάει πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του. Όταν ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι του. Το πώς ένας δολοφόνος θα εξουδετερώσει εντελώς την αντίσταση ενός ανθρώπου που κοιμάται, απαιτεί φαντασία αντίστοιχη μ εκείνη του τελευταίου διαρρήκτη. Ένα αναισθητικό σπρέυ αρκεί.

Το κοιμισμένο σώμα του νεαρού Τσαλικίδη οδηγείται από τους δολοφόνους του στην κρεμάλα με τους ναυτικούς κόμπους. Αφού τη περάσουν στο λαιμό ένας απ αυτούς τον «αγκαλιάζει» και κρέμεται μαζί του. Τα σημάδια στο λαιμό του νεκρού δεν δικαιολογούνται ούτε από το βάρος , ούτε από τη διάμετρο του σχοινιού.

Το γεγονός ότι επέλεξαν να τον κρεμάσουν έξω από το μπάνιο του, έχει την εξήγησή του. Ηθελαν να στείλουν «μήνυμα» σε όσους γνώριζαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Διαφορετικά ότι θα είχαν την ίδια τύχη: Θα τους περίμενε κι εκείνους «Το Μπάνιο της Αφροδίτης» …

 

Ο σκοτεινός κόσμος της Μεταπολίτευσης εξακολουθεί να ξετυλίγεται μπροστά μας σε όλο του το μεγαλείο…

Πηγή: kourdistoportocali.com/articles/22071.htm

Edward Snowden: ο 29-χρονος Αμερικάνος που “τίναξε τη ζωή του στον αέρα” για τις αρχές του

Ζούσε στη Χαβάη, είχε ένα καλό μισθό και καριέρα στις Αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες που πολλοί θα ζήλευαν. Στα 29 του, τα τίναξε όλα στον αέρα γιατί δεν ήθελε να ζει σε ένα κόσμο όπου ο Big Brother θα κυβερνά.

Είναι η ιστορία του Edward Snowden. Καλή τύχη Edward, θα τη χρειαστείς!

By G. Greenwald, E. MacAskill and L. Poitras in Hong Kong, The Guardian, 9/6/2013

The individual responsible for one of the most significant leaks in US political history is Edward Snowden, a 29-year-old former technical assistant for the CIA and current employee of the defence contractor Booz Allen Hamilton. Snowden has been working at the National Security Agency for the last four years as an employee of various outside contractors, including Booz Allen and Dell.

The Guardian, after several days of interviews, is revealing his identity at his request. From the moment he decided to disclose numerous top-secret documents to the public, he was determined not to opt for the protection of anonymity. “I have no intention of hiding who I am because I know I have done nothing wrong,” he said.

Snowden will go down in history as one of America’s most consequential whistleblowers, alongside Daniel Ellsberg and Bradley Manning. He is responsible for handing over material from one of the world’s most secretive organisations – the NSA.

In a note accompanying the first set of documents he provided, he wrote: “I understand that I will be made to suffer for my actions,” but “I will be satisfied if the federation of secret law, unequal pardon and irresistible executive powers that rule the world that I love are revealed even for an instant.”

Despite his determination to be publicly unveiled, he repeatedly insisted that he wants to avoid the media spotlight. “I don’t want public attention because I don’t want the story to be about me. I want it to be about what the US government is doing.”

He does not fear the consequences of going public, he said, only that doing so will distract attention from the issues raised by his disclosures. “I know the media likes to personalise political debates, and I know the government will demonise me.”

Despite these fears, he remained hopeful his outing will not divert attention from the substance of his disclosures. “I really want the focus to be on these documents and the debate which I hope this will trigger among citizens around the globe about what kind of world we want to live in.” He added: “My sole motive is to inform the public as to that which is done in their name and that which is done against them.”

He has had “a very comfortable life” that included a salary of roughly $200,000, a girlfriend with whom he shared a home in Hawaii, a stable career, and a family he loves. “I’m willing to sacrifice all of that because I can’t in good conscience allow the US government to destroy privacy, internet freedom and basic liberties for people around the world with this massive surveillance machine they’re secretly building.”

‘I am not afraid, because this is the choice I’ve made’

Three weeks ago, Snowden made final preparations that resulted in last week’s series of blockbuster news stories. At the NSA office in Hawaii where he was working, he copied the last set of documents he intended to disclose.

He then advised his NSA supervisor that he needed to be away from work for “a couple of weeks” in order to receive treatment for epilepsy, a condition he learned he suffers from after a series of seizures last year.

As he packed his bags, he told his girlfriend that he had to be away for a few weeks, though he said he was vague about the reason. “That is not an uncommon occurrence for someone who has spent the last decade working in the intelligence world.”

On May 20, he boarded a flight to Hong Kong, where he has remained ever since. He chose the city because “they have a spirited commitment to free speech and the right of political dissent”, and because he believed that it was one of the few places in the world that both could and would resist the dictates of the US government.

In the three weeks since he arrived, he has been ensconced in a hotel room. “I’ve left the room maybe a total of three times during my entire stay,” he said. It is a plush hotel and, what with eating meals in his room too, he has run up big bills.

He is deeply worried about being spied on. He lines the door of his hotel room with pillows to prevent eavesdropping. He puts a large red hood over his head and laptop when entering his passwords to prevent any hidden cameras from detecting them.

Though that may sound like paranoia to some, Snowden has good reason for such fears. He worked in the US intelligence world for almost a decade. He knows that the biggest and most secretive surveillance organisation in America, the NSA, along with the most powerful government on the planet, is looking for him.

Since the disclosures began to emerge, he has watched television and monitored the internet, hearing all the threats and vows of prosecution emanating from Washington.

And he knows only too well the sophisticated technology available to them and how easy it will be for them to find him. The NSA police and other law enforcement officers have twice visited his home in Hawaii and already contacted his girlfriend, though he believes that may have been prompted by his absence from work, and not because of suspicions of any connection to the leaks.

“All my options are bad,” he said. The US could begin extradition proceedings against him, a potentially problematic, lengthy and unpredictable course for Washington. Or the Chinese government might whisk him away for questioning, viewing him as a useful source of information. Or he might end up being grabbed and bundled into a plane bound for US territory.

“Yes, I could be rendered by the CIA. I could have people come after me. Or any of the third-party partners. They work closely with a number of other nations. Or they could pay off the Triads. Any of their agents or assets,” he said.

“We have got a CIA station just up the road – the consulate here in Hong Kong – and I am sure they are going to be busy for the next week. And that is a concern I will live with for the rest of my life, however long that happens to be.”

Having watched the Obama administration prosecute whistleblowers at a historically unprecedented rate, he fully expects the US government to attempt to use all its weight to punish him. “I am not afraid,” he said calmly, “because this is the choice I’ve made.”

He predicts the government will launch an investigation and “say I have broken the Espionage Act and helped our enemies, but that can be used against anyone who points out how massive and invasive the system has become”.

The only time he became emotional during the many hours of interviews was when he pondered the impact his choices would have on his family, many of whom work for the US government. “The only thing I fear is the harmful effects on my family, who I won’t be able to help any more. That’s what keeps me up at night,” he said, his eyes welling up with tears.

‘You can’t wait around for someone else to act’

Snowden did not always believe the US government posed a threat to his political values. He was brought up originally in Elizabeth City, North Carolina. His family moved later to Maryland, near the NSA headquarters in Fort Meade.

By his own admission, he was not a stellar student. In order to get the credits necessary to obtain a high school diploma, he attended a community college in Maryland, studying computing, but never completed the coursework. (He later obtained his GED.)

In 2003, he enlisted in the US army and began a training program to join the Special Forces. Invoking the same principles that he now cites to justify his leaks, he said: “I wanted to fight in the Iraq war because I felt like I had an obligation as a human being to help free people from oppression”.

He recounted how his beliefs about the war’s purpose were quickly dispelled. “Most of the people training us seemed pumped up about killing Arabs, not helping anyone,” he said. After he broke both his legs in a training accident, he was discharged.

After that, he got his first job in an NSA facility, working as a security guard for one of the agency’s covert facilities at the University of Maryland. From there, he went to the CIA, where he worked on IT security. His understanding of the internet and his talent for computer programming enabled him to rise fairly quickly for someone who lacked even a high school diploma.

By 2007, the CIA stationed him with diplomatic cover in Geneva, Switzerland. His responsibility for maintaining computer network security meant he had clearance to access a wide array of classified documents.

That access, along with the almost three years he spent around CIA officers, led him to begin seriously questioning the rightness of what he saw.

He described as formative an incident in which he claimed CIA operatives were attempting to recruit a Swiss banker to obtain secret banking information. Snowden said they achieved this by purposely getting the banker drunk and encouraging him to drive home in his car. When the banker was arrested for drunk driving, the undercover agent seeking to befriend him offered to help, and a bond was formed that led to successful recruitment.

“Much of what I saw in Geneva really disillusioned me about how my government functions and what its impact is in the world,” he says. “I realised that I was part of something that was doing far more harm than good.”

He said it was during his CIA stint in Geneva that he thought for the first time about exposing government secrets. But, at the time, he chose not to for two reasons.

First, he said: “Most of the secrets the CIA has are about people, not machines and systems, so I didn’t feel comfortable with disclosures that I thought could endanger anyone”. Secondly, the election of Barack Obama in 2008 gave him hope that there would be real reforms, rendering disclosures unnecessary.

He left the CIA in 2009 in order to take his first job working for a private contractor that assigned him to a functioning NSA facility, stationed on a military base in Japan. It was then, he said, that he “watched as Obama advanced the very policies that I thought would be reined in”, and as a result, “I got hardened.”

The primary lesson from this experience was that “you can’t wait around for someone else to act. I had been looking for leaders, but I realised that leadership is about being the first to act.”

Over the next three years, he learned just how all-consuming the NSA’s surveillance activities were, claiming “they are intent on making every conversation and every form of behaviour in the world known to them”.

He described how he once viewed the internet as “the most important invention in all of human history”. As an adolescent, he spent days at a time “speaking to people with all sorts of views that I would never have encountered on my own”.

But he believed that the value of the internet, along with basic privacy, is being rapidly destroyed by ubiquitous surveillance. “I don’t see myself as a hero,” he said, “because what I’m doing is self-interested: I don’t want to live in a world where there’s no privacy and therefore no room for intellectual exploration and creativity.”

Once he reached the conclusion that the NSA’s surveillance net would soon be irrevocable, he said it was just a matter of time before he chose to act. “What they’re doing” poses “an existential threat to democracy”, he said.

A matter of principle

As strong as those beliefs are, there still remains the question: why did he do it? Giving up his freedom and a privileged lifestyle? “There are more important things than money. If I were motivated by money, I could have sold these documents to any number of countries and gotten very rich.”

For him, it is a matter of principle. “The government has granted itself power it is not entitled to. There is no public oversight. The result is people like myself have the latitude to go further than they are allowed to,” he said.

His allegiance to internet freedom is reflected in the stickers on his laptop: “I support Online Rights: Electronic Frontier Foundation,” reads one. Another hails the online organisation offering anonymity, the Tor Project.

Asked by reporters to establish his authenticity to ensure he is not some fantasist, he laid bare, without hesitation, his personal details, from his social security number to his CIA ID and his expired diplomatic passport. There is no shiftiness. Ask him about anything in his personal life and he will answer.

He is quiet, smart, easy-going and self-effacing. A master on computers, he seemed happiest when talking about the technical side of surveillance, at a level of detail comprehensible probably only to fellow communication specialists. But he showed intense passion when talking about the value of privacy and how he felt it was being steadily eroded by the behaviour of the intelligence services.

His manner was calm and relaxed but he has been understandably twitchy since he went into hiding, waiting for the knock on the hotel door. A fire alarm goes off. “That has not happened before,” he said, betraying anxiety wondering if was real, a test or a CIA ploy to get him out onto the street.

Strewn about the side of his bed are his suitcase, a plate with the remains of room-service breakfast, and a copy of Angler, the biography of former vice-president Dick Cheney.

Ever since last week’s news stories began to appear in the Guardian, Snowden has vigilantly watched TV and read the internet to see the effects of his choices. He seemed satisfied that the debate he longed to provoke was finally taking place.

He lay, propped up against pillows, watching CNN’s Wolf Blitzer ask a discussion panel about government intrusion if they had any idea who the leaker was. From 8,000 miles away, the leaker looked on impassively, not even indulging in a wry smile.

Snowden said that he admires both Ellsberg and Manning, but argues that there is one important distinction between himself and the army private, whose trial coincidentally began the week Snowden’s leaks began to make news.

“I carefully evaluated every single document I disclosed to ensure that each was legitimately in the public interest,” he said. “There are all sorts of documents that would have made a big impact that I didn’t turn over, because harming people isn’t my goal. Transparency is.”

He purposely chose, he said, to give the documents to journalists whose judgment he trusted about what should be public and what should remain concealed.

As for his future, he is vague. He hoped the publicity the leaks have generated will offer him some protection, making it “harder for them to get dirty”.

He views his best hope as the possibility of asylum, with Iceland – with its reputation of a champion of internet freedom – at the top of his list. He knows that may prove a wish unfulfilled.

But after the intense political controversy he has already created with just the first week’s haul of stories, “I feel satisfied that this was all worth it. I have no regrets.”

Source: guardian.co.uk

Αναδημοσίευση από TVXS: Η βρώμικη ιστορία του Dr. Dirty

Το κείμενο που ακολουθεί είναι αναδημοσίευση από το tvxs.gr και περιγράφει την “βρώμικη” ιστορία του ελληνικής καταγωγής Gustav, ή αλλιώς Gust, Avrakotos και το ρόλο του κατά τη δικτατορία.

Την 1η Δεκεμβρίου του 2005 πέθανε στις ΗΠΑ ο συνταξιούχος πράκτορας της CIA, Γκαστ Αβράκοτος. Ο ελληνοαμερικανικής καταγωγής «Dr. Dirty», όπως τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοί του, υπήρξε ο ιθύνων νους της ήττας των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν αλλά και το κανάλι επικοινωνίας μεταξύ των συνταγματαρχών με την αμερικανική μυστική υπηρεσία κατά την επταετία της χούντας.

Ο γιος του Έλληνα μετανάστη από τη Λήμνο, Gustav, ή αλλιώς Gust, Avrakotos γεννήθηκε στην πόλη Αλικίπα της πολιτείας της Πενσυλβάνια στις ΗΠΑ το 1938. Άφησε νωρίς το σχολείο και έκανε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Το 1962 εγκαταλείπει την θέση του στην IBM για να εργαστεί για την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA), όπου θα παραμείνει για 27 συναπτά έτη. Μετά την εκπαίδευσή του ο Αβράκοτος μετατέθηκε στην Ελλάδα όπου παρέμεινε μέχρι το 1978. Ελάχιστα έχουν γίνει γνωστά για τη δράση του στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια, πάντως είναι βέβαιο ότι αποτελούσε βασικό συνεργάτη και συνομιλητή των δικτατόρων. Ενδεικτικό όμως της δράσης του είναι αυτό που είχε πει ο διάσημος αποστάτης της CIA, Φίλιπ Έιτζι για τον ρόλο του Αβράκοτος: «Ο Gust, πιστέψτε με, ήταν πραγματικά Dr.Dirty. Ειδικά για την Ελλάδα..

Το 1978, σε ηλικία 40 ετών, ανακαλείται στα κεντρικά γραφεία της Υπηρεσίας στο Λάνγκλει, όπου, μετά τη Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, αναλαμβάνει το «αφγανικό γραφείο» και οργανώνει τους μουτζαχεντίν αντάρτες, προμηθεύοντας τους όπλα με ευφάνταστους τρόπους και προετοιμάζοντας, εν αγνοία του, φαινόμενα όπως ο Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Ο οξύθυμος και αθυρόστομος Αβρακότος ήταν αυτός που έφερε σε πέρας την μεγαλύτερη επιχείρηση στην ιστορία της CIA, η οποία απορρόφησε το 70% του προϋπολογισμού της. Κατόρθωσε να εξοπλίσει τους μουτζαχεντίν αντάρτες στο Αφγανιστάν με πυραύλους «Stinger», που δυσχέραιναν εξαιρετικά ιδιαίτερα τη θέση των Σοβιετικών και, το 1989, έκαναν τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ να αποφασίσει την απόσυρση των στρατευμάτων από το Αφγανιστάν.

Το 1989 συνταξιοδοτήθηκε. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και αναλυτής για τον όμιλο του Ρούπερτ Μέρντοχ News Corp. Έως το 1997 οπότε επανήλθε στη CIA, επί του επίσης Ελληνοαμερικανού Τζωρτζ Τένετ, ως σύμβουλος. Το 2003 εγκατέλειψε οριστικά την Υπηρεσία και το 2005, σε ηλικία 67 ετών, τα εγκόσμια.

Η δράση του έγινε γνωστή μόλις το 2003, μέσα από το βιβλίο του Αμερικανού δημοσιογράφου George Grille «Charlie Wilson’s War». Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Τομ Χανκς αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου, στο οποίο στηρίχτηκε η ομώνυμη ταινία (στα ελληνικά «Παιχνίδια Εξουσίας»), την οποία σκηνοθέτησε ο Μάικλ Νίκολς, το 2007. Τον ρόλο του Γκαστ Αβράκοτος ερμήνευσε ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν.

Η δράση του στην Ελλάδα

Λόγω της γνώσης του της ελληνικής γλώσσας, ο Αβράκοτος διορίστηκε στην Αθήνα, όπου έδρευε ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της υπηρεσίας στην Ευρώπη, όπου ανέλαβε το ρόλο του συνδέσμου της CIA με την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ). Γνώριζε τους συνταγματάρχες και, μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ήταν αυτός που μετέφερε το αυστηρό μήνυμα του προέδρου Τζόνσον στην χούντα για μη εκτέλεση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο ίδιος ο Αβράκοτος αποκάλυψε στον δημοσιογράφο George Grille ότι μετέφερε μεν το επίσημο μήνυμα στον Γ. Παπαδόπουλο, όπως είχε διαταχθεί, αλλά στη συνέχεια πρόσθεσε «Αυτό είναι το επίσημο μήνυμα που σας μεταφέρω. Ανεπισήμως, σας λέω ότι η συμβουλή μου είναι να εκτελέσετε τον μπάσταρδο γιατί κάποτε θα επιστρέψει και θα τον βρείτε μπροστά σας».

Την δεκαετία του 1970 ο Αβράκοτος ανέλαβε και τη θέση του επικεφαλής του προγράμματος συνεργασίας της CIA με τα ελληνικά ΛΟΚ (μονάδες καταδρομών), για την επιχείρηση Stay Behind. Επρόκειτο για ένα σενάριο εισβολής του ελλαδικού χώρου από χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, για το οποίο οι Αμερικανοί είχαν δημιουργήσει κρησφύγετα με πολεμοφόδια, χρυσό και τρόφιμα σε ολόκληρη τη χώρα. Ο δικτάτορας Ιωαννίδης μάλιστα όταν ήθελε να στείλει κάποιο επισκεπτόταν στο γραφείο των ΛΟΚ τον Αβράκοτος.

Όταν το 1975 η «17 Νοέμβρη» εκτέλεσε τον ανώτερο και φίλο του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, Ρίτσαρντ Γουέλς, ο Αβράκοτος έστειλε απόρρητο τηλεγράφημα στον διοικητή της CIA, ζητώντας την άδεια να οργανώσει, ως αντίποινα, τις δολοφονίες κάποιοι αριστεριστών που θεωρούνταν ύποπτοι για την εκτέλεση του Γουέλς, διαβεβαιώνοντας πως οι συνεργάτες του στην ΚΥΠ και την ελληνική αστυνομία θα βοηθούσαν ώστε να μην εξιχνιασθούν ποτέ οι δολοφονίες. Η πρότασή του απορρίφθηκε. Το 1978 αποχώρησε από την Αθήνα, ενώ μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του κατά την παραμονή του στη χώρα.

Υπεύθυνος του εξοπλισμού των μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν

Όταν οι Σοβιετικοί εισέβαλλαν στο Αφγανιστάν, ο Αβράκοτος, ο οποίος είχε ήδη γνωρίσει τον επίσης σφοδρό αντικομουνιστή δημοκρατικό Γερουσιαστή Τσάρλι Γουίλσον, βρέθηκε στο επίκεντρο της επιχείρησης εξοπλισμού των μουτζαχεντίν, κάτι που εν καιρώ είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση των σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν.

Ο Γουίλσον ήταν αρμόδιος για τα τεράστια κονδύλια των μυστικών υπηρεσιών, κονδύλια που ο Αβράκοτος μετέτρεψε σε προηγμένα οπλικά συστήματα και στρατόπεδα γεμάτα εθελοντές από όλον τον μουσουλμανικό κόσμο. Όπως αποκαλύπτει ο George Grille στο βιβλίο του, ο Λευκός Οίκος δεν ήθελε να αυξηθεί η ανάμειξή του στο Αφγανικό, για να μην αντιδράσει δυναμικά η Μόσχα –έτσι, ο Αβράκοτος εξασφάλισε ισραηλινά και σοβιετικά (από τα αποθέματα της Αιγύπτου) όπλα για τους μουτζαχεντίν.

Μετά από συμφωνία με τον δικτάτορα του Πακιστάν, στρατηγό Ζία, επετράπη σε πράκτορες της CIA να εκπαιδεύσουν σε στρατόπεδα κοντά στα σύνορα χιλιάδες αφγανούς αντάρτες. Στη συνέχεια θέλησε να οργανώσει βάσεις σε αφγανικό έδαφος. Προέκυψε όμως το πρόβλημα εξεύρεσης τρόπου μεταφοράς των όπλων έως εκεί, κάτι που ο Αβράκοτος έλυσε ευρηματικά. Χιλιάδες μουλάρια από την Κύπρο μεταφέρθηκαν έως το Καράτσι του Πακιστάν, τα οποία, φορτωμένα με υπερσύγχρονα όπλα, οδηγήθηκαν μέσα στο Αφγανιστάν και παραδόθηκαν σε πολέμαρχους, όπως ο Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Έτσι έφτασαν στα χέρια των ανταρτών και οι πύραυλοι Stinger οι οποίοι επέφεραν βαριές απώλειες στις σοβιετικές δυνάμεις, που ήδη βαρυγκωμούσαν από το κόστος του πολέμου που ξεπερνούσε τα 3 δισ. δολάρια το χρόνο. Το 1989 ο Γκορμπατσόφ αποφάσισε την απόσυρση των δυνάμεων της Ε.Σ.Σ.Δ. από το Αφγανιστάν.

Πηγές: Καθημερινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία