Το “σκοτεινό” σενάριο για το σκάνδαλο των υποκλοπών C4I του 2004 και ο ρόλος του ελληνοαμερικάνου κατάσκοπου της CIA Βασίλη (Μπιλ) Βασιλειάδη (γνωστού και ως William B.B)

Της Αργυρώς Μώρου

Αμερική, 1998: Η NSA (National Security Agency) βάζει στο στόχαστρό της έναν διακεκριμένο δικηγόρο, στα χέρια του οποίου φτάνουν -χωρίς να το γνωρίζει- αποδεικτικά στοιχεία για τη δολοφονία μέλους του Κογκρέσου.

Ο «Δημόσιος Κίνδυνος» (Enemy of the State), το πολιτικό θρίλερ του Τόνι Σκοτ, με πρωταγωνιστές τον Γουίλ Σμιθ και τον Τζιν Χάκμαν -που μαρτυρά πως κανείς δεν μπορεί να προστατευτεί από την παραβίαση της προσωπικής του ζωής- θα μπορούσε να τελειώνει με τη φράση: «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική». Όχι όμως στις περιπτώσεις που ακόμη και οι ταινίες ωχριούν μπροστά στην πραγματικότητα.

Οι συνεχείς αποκαλύψεις του νεαρού Αμερικανού συμβούλου της CIA, Εντουαρντ Σνόουντεν, δεν κατέρριψαν μόνο το τελευταίο ίχνος αυταπάτης για ιδιωτικότητα, αλλά επιβεβαίωσαν όσα είχαν ήδη διαφανεί από τον Σεπτέμβριο του 2011, όταν στελέχη της Vodafone έδωσαν στον εισαγγελέα άγνωστα μέχρι τότε στοιχεία που αφορούσαν το μεγαλύτερο σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών στη χώρα την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η υπόθεση θρίλερ-που συνοδεύτηκε από τον τραγικό θάνατο του Κ. Τσαλικίδη (ένα θάνατο που αποδόθηκε από τις αρχές σε αυτοκτονία)- αποκαλύφτηκε τον Μάρτιο του 2005, όταν ένας έλεγχος ρουτίνας αποκάλυψε την ύπαρξη υποσυστήματος το οποίο υπέκλεπτε συνδιαλέξεις περίπου 100 τηλεφωνικών αριθμών, ανάμεσα σε αυτούς και του πρώην πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή.

Η δικαστική έρευνα που ακολούθησε δεν είχε αποτελέσματα. Έτσι η υπόθεση μπήκε στο αρχείο το 2008 για να ξανανοίξει και πάλι το 2010 χάρη στον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Μ. Παπαϊωάννου που επέμενε να μη συγκαλυφθούν οι ένοχοι. Το 2011, περίπου έξι χρόνια μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, στελέχη της Vodafone έδωσαν στον εισαγγελέα πρώτη φορά καινούργια στοιχεία, τα οποία έβαζαν τους Αμερικανούς στο κάδρο των υποκλοπών.

gap

Αυτά αφορούσαν τέσσερις τηλεφωνικές συσκευές οι οποίες είχαν εντοπιστεί από τους μοναδικούς αριθμούς (ΙΜΕΙ). Σύμφωνα με τα στοιχεία, και οι τέσσερις είχαν αγοραστεί -κατά σύμπτωση;- την ίδια ημέρα (8 Ιουλίου του 2004) με τιμολόγιο.

Όπως διαπιστώθηκε από την εταιρεία, οι τρεις χρησιμοποιήθηκαν ως καρτοκινητά-σκιές των υποκλοπέων, λειτουργώντας δηλαδή ως παράλληλοι αποδέκτες των τηλεφωνημάτων «στόχων», όχι όμως και η τέταρτη. Σε αυτή κάποιος έβαλε μια κάρτα SIM που αντιστοιχούσε στην αμερικανική πρεσβεία και μέσω αυτής επικοινωνούσε με άλλα σταθερά και κινητά τηλέφωνα της πρεσβείας, από την ημέρα αγοράς έως και τον Δεκέμβριο του 2004.

karamanlis-wired-cia

Τα στοιχεία των στελεχών της Vodafone αποκωδικοποίησαν ουσιαστικά αυτό που είχαν ήδη «δείξει», πέντε χρόνια νωρίτερα, τρεις Έλληνες υπουργοί. Με την αποκάλυψη του ζητήματος, με κοινή συνέντευξη Τύπου, οι Γ. Βουλγαράκης, Αν. Παπαληγούρας και Θ. Ρουσόπουλος είχαν «φωτογραφίσει» το ύποπτο τρίγωνο των Αμπελοκήπων.

Την ίδια… γειτονιά, όπου βρίσκεται η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, είχαν «δείξει» και τα ίχνη του «μολυσμένου» λογισμικού. Κάπως έτσι άνθρωποι της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, που άρχισαν να ξετυλίγουν το κουβάρι της υπόθεσης, βρέθηκαν από κατάστημα κινητής τηλεφωνίας του Πειραιά στην έδρα της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (National Security Agency, NSA) στο Μέριλαντ των ΗΠΑ.

Μάλιστα, σύμφωνα με όσα προέκυψαν από πρόσφατη άρση τηλεφωνικού απορρήτου συγκεκριμένων προσώπων, οι τηλεφωνικές υποκλοπές δεν αποκλείεται να συνεχίστηκαν δυο χρόνια περισσότερο από το 2005, όπως ήταν μέχρι τώρα γνωστό. Απόρρητα έγγραφα της ΕΥΠ και μαρτυρικές καταθέσεις, που περιλαμβάνονται στη δικογραφία των υποκλοπών, επιβεβαιώνουν -όπως αναφέρουν πληροφορίες- την άποψη που θέλει την «κατασκοπία» να συνεχίζεται παρά την αποκάλυψη του σκανδάλου.

Πηγή : enet.gr

Ε.Υ.Π. – Siemens και υποκλοπές

Της Γεωργίας Ευσταθίου, (3.3,2010)

Νέες διαστάσεις λαμβάνει το σκάνδαλο του περιβόητου συστήματος ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, C4I, το οποίο παρέλαβε το Ελληνικό Δημόσιο αλλά ουσιαστικά δεν λειτούργησε ποτέ.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών (το οποίο, σημειωτέον, έχει μπει στο αρχείο) φαίνεται πως συνδέεται άμεσα με το C4I και τη μη λειτουργία του κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Ουσιαστικά, οι υποκλοπές ήταν η λύση που βρέθηκε προκειμένου να απλωθεί το ζητούμενο -από τις αμερικανικές υπηρεσίες- δίχτυ ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων, αφού το C4I δεν κατέστη δυνατό να λειτουργήσει.

Το C4I και η δοκιμαστική περίοδος

Το έργο του C4I ανατίθεται στην αμερικανική εταιρεία SAIC, η οποία χρησιμοποιεί ως υπεργολάβους τις εταιρείες Siemens, ΔΙΕΚΑΤ, ΠΑΝΟΥ, ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ, ΙΒΜ, ALTEC και AMS.

Φαινομενικά, η Intracom -και κατά συνέπεια η Vodafone- δεν σχετίζονται με το σύστημα του C4I. Ουσιαστικά, όμως, η Vodafone αποτελεί ισχυρό σύμμαχο της ΔΙΕΚΑΤ, στην οποία έχει δώσει πληθώρα έργων στην Ελλάδα και αργότερα θα αποκτήσει κομμάτι του μετοχικού της κεφαλαίου. Όπως είναι γνωστό, «σύμμαχο» της Vodafone αποτελεί και η εταιρεία Siemens AE, καθώς μέχρι τότε οι δύο εταιρείες μέσω κοινοπραξίας είχαν «χτυπήσει» πολλά μεγάλα έργα στην Ελλάδα.

Μέρος του συστήματος C4I – ίσως το πιο σημαντικό για τους Αμερικανούς – αφορούσε στην υπηρεσία της ΕΥΠ και τις παρακολουθήσεις προσώπων προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Η σχέση της ΕΥΠ με την εταιρεία της Vodafone θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «στενή», καθώς η πλειονότητα των γραμμών κινητής τηλεφωνίας που χρησιμοποιούνται από την ΕΥΠ είναι της Vodafone. Μάλιστα, πολλές γραμμές της ΕΥΠ παρακολουθούνται εν γνώσει των κατόχων τους, για λόγους ασφαλείας της Υπηρεσίας. Επομένως το λογισμικό παρακολουθήσεων στη Vodafone υπάρχει, αφού χρησιμοποιείται από την ΕΥΠ.

Η αρχική σύμβαση για το C4I υπογράφεται από το ΥΠ.ΕΘ.Α και τη SAIC στις 19-05-2003
, και ως ημερομηνία παράδοσης του συστήματος ασφαλείας ορίζεται η 28-05-2004. Η παράδοση του C4I καθυστερεί, και κατόπιν συνεννοήσεων του ελληνικού Δημοσίου και της αναδόχου εταιρείας συμφωνείται η προσωρινή παραλαβή του C4I, δοκιμαστικού όμως χαρακτήρα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ελληνικού Δημοσίου, η προσωρινή παραλαβή του C4I γίνεται στις 21-07-04, λίγες ημέρες δηλαδή πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, και η γενική δοκιμή του θα κρατούσε μέχρι την 1-10-04 – κάτι όμως που δεν συνέβη, καθώς μέχρι τότε δεν είχε ολοκληρωθεί η δοκιμή όλων των υποσυστημάτων του C4I. Η «γενική δοκιμή» λοιπόν του C4I επίσημα τελείωσε στις 11-04-05.

karamanlis-wired-cia

Οι υποκλοπές και οι σημειώσεις Τσαλικίδη
Παράλληλα με την προσωρινή παραλαβή του C4I αρχίζει να τρέχει και το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο Κώστας Τσαλικίδης, προϊστάμενος Ανάπτυξης Δικτύων της Vodafone, σημειώνει στο επίμαχο ημερολόγιο, που υπήρχε στο διαμέρισμα όπου βρέθηκε νεκρός, τις εξής ημερομηνίες:
28-06-2004 FUT START (Friendly Users Trials)
19-07-2004
Οκτώβριος 2004

Από τις σημειώσεις του Τσαλικίδη καθίσταται οφθαλμοφανές πως, στα τέλη Ιουνίου του 2004, στο δίκτυο της Vodafone άρχισε να τρέχει κάποιο «δοκιμαστικό» πρόγραμμα, για το οποίο ο ίδιος ήταν ενήμερος.

Το πόρισμα της ΑΔΑΕ

Η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, στο πόρισμα που εξέδωσε σχετικά με τις υποκλοπές (το οποίο κρατήθηκε στο συρτάρια των αρμοδίων Αρχών για μεγάλο χρονικό διάστημα) μεταξύ άλλων αναφέρει πως:

«Οι 2 πρώτες υποκλοπές από τα καρτοκινητά-σκιές σημειώθηκαν στις 29-06-2004, το λογισμικό των υποκλοπών εγκαταστάθηκε και άρχισε να λειτουργεί τον Ιούλιο του 2004 και απενεργοποιήθηκε μετά τους Παρολυμπιακούς Αγώνες στις 23-09-04. Κάποιος όμως το έθεσε εκ νέου σε λειτουργία τον Οκτώβριο του 2004.»
Οι υποκλοπές ως μέρος του συστήματος C4I
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν τα εξής:

Οι δύο πρώτες υποκλοπές από τα καρτοκινητά-σκιές πραγματοποιήθηκαν στις 29-06-04, δηλαδή καταρχήν μια ημέρα μετά την ημερομηνία έναρξης του «δοκιμαστικού» προγράμματος στο δίκτυο της Vodafone (28-06-04), το οποίο έχει σημειώσει ο Τσαλικίδης στο ημερολόγιο του και κατά δεύτερον κατά τη διάρκεια της περιόδου που παραλαμβάνεται «δοκιμαστικά» το C4I από το ελληνικό κράτος.
Σύμφωνα με το πόρισμα της ΑΔΑΕ, το λογισμικό των υποκλοπών εγκαταστάθηκε και άρχισε να λειτουργεί τον Ιούλιο του 2004. Όπως σημειώνεται παραπάνω, η «επίσημη» παραλαβή του δοκιμαστικού C4I έγινε στις 21 Ιουλίου του 2004. Η ημερομηνία 19 Ιουλίου του 2004 είναι σημειωμένη στο ημερολόγιο του Κώστα Τσαλικίδη.

Το λογισμικό των υποκλοπών, σύμφωνα με το πόρισμα της ΑΔΑΕ, απενεργοποιήθηκε στις 23-09-04, όταν ουσιαστικά ολοκληρώθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στη χώρα μας. Η γενική δοκιμή του C4I υποτίθεται πως θα ολοκληρωνόταν την 1η Οκτωβρίου του 2004. Ο μήνας Οκτώβριος για το 2004 είναι σημειωμένος στο ημερολόγιο του Τσαλικίδη.

Η «αυτοκτονία» Τσαλικίδη, η ενημέρωση του Πρωθυπουργού και λήξη δοκιμής του C4

Ο προϊστάμενος του δικτύου Ανάπτυξης της Vodafone, Κώστας Τσαλικίδης, βρίσκεται νεκρός στο διαμέρισμά του στον Κολωνό, στις 9 Μαρτίου του 2005.

karamanlis-wired-cia

Μια ημέρα μετά, στις 10 Μαρτίου του 2005, ο διευθύνων σύμβουλος της Vodafone, Γιώργος Κορωνιάς, μεταβαίνει στο γραφείο του Πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή τον οποίο ενημερώνει για τις υποκλοπές αλλά και για το «κλείσιμο» του λογισμικού των παράνομων παρακολουθήσεων στο οποίο πρόεβη. Την ίδια ημέρα εκδίδεται το Προεδρικό Διάταγμα 47, το οποίο επιτρέπει τις νόμιμες συνακροάσεις. Μέχρι τις 10 Μαρτίου, δηλαδή, ακόμη και το «δοκιμαστικό» τότε C4I λειτουργούσε παράνομα, καθώς οι συνακροάσεις ακόμη και για θέματα εθνικής ασφαλείας ήταν παράνομες.

Σύμφωνα με την κατάθεση του Γ. Κορωνιά, το «κλείσιμο» του παράνομου λογισμικού των υποκλοπών έγινε από τη Vodafone στις 8 Μαρτίου του 2005, δηλαδή μια ημέρα πριν βρεθεί νεκρός ο Τσαλικίδης. Σύμφωνα όμως με το πόρισμα της ΕΥΠ, το κλείσιμο του παράνομου λογισμικού δεν έγινε στις 8 Μαρτίου, αλλά στις 15 Μαρτίου του 2005, μια εβδομάδα μετά από την ημερομηνία που ισχυρίζεται ο Γ. Κορωνιάς.

Παράλληλα με το ξέσπασμα του σκανδάλου των υποκλοπών τον Μάρτιο του 2005, έχουμε και το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου του συστήματος ασφαλείας C4I. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η γενική δοκιμή του συστήματος ολοκληρώθηκε στις 11 Απριλίου του 2005, μέσα στη δίνη του σκανδάλου των υποκλοπών.

Το σκοτεινό σενάριο για τις υποκλοπές και τον θάνατο του Τσαλικίδη

Η ώρα των Ολυμπιακών Αγώνων πλησιάζει. Το σύστημα ασφαλείας C4I όχι μόνο δεν έχει παραδοθεί, αλλά όπως όλα δείχνουν ούτε καν λειτουργεί. Οι Αμερικανοί πιέζουν και απειλούν προκειμένου να κατοχυρωθεί η ασφάλεια τω αγώνων. Η σύμβαση για το C4I έχει υπογραφεί, το σύστημα πρέπει να παραδοθεί και στη συνέχεια να βρεθεί το πώς θα λειτουργήσει.

Ο χρόνος όμως πιέζει. Πρέπει να βρεθεί μια εναλλακτική λύση «C4I», την οποία θα μπορεί να χρησιμοποιήσει η ΕΥΠ για να παρέχει το δίχτυ ασφαλείας στους αγώνες. Το C4I, σύμφωνα με τα δεδομένα, αποκλείεται να λειτουργήσει. Το λογισμικό καταγραφής συνομιλιών στο κέντρο της Vodafone υπάρχει. Η ΕΥΠ συνεργάζεται με τη Vodafone, η οποία με τη σειρά της έχει στενές σχέσεις με τους υπεργολάβους του C4I, τις εταιρείες Siemens και ΔΙΕΚΑΤ. Το υποσύστημα του C4I, το οποίο αφορά στις συνακροάσεις συνομιλιών από την ΕΥΠ, μεταφέρεται στο κέντρο της Vodafone και βαφτίζεται από την εταιρεία FUT (Friendly Users Trials).

Ο Προϊστάμενος ανάπτυξης του δικτύου της Vodafone, Κώστας Τσαλικίδης είναι ενήμερος. Γι’ αυτό άλλωστε σημειώνει τις σημαδιακές ημερομηνίες στο ημερολόγιό του. Την ημερομηνία κατά την οποία το σύστημα θα ήταν έτοιμο για τις πρώτες καταγραφές, την περίοδο που ουσιαστικά εγκαθίσταται και αρχίζει να λειτουργεί το παράνομο λογισμικό συνακροάσεων, αλλά και τον μήνα Οκτώβριο, όταν θα «έκλεινε» το λογισμικό αυτό. Τότε δηλαδή που έπρεπε να έχει τελειώσει η δοκιμαστική περίοδος του C4I.

Το σύστημα «υποκλοπές-C4I» κλείνει, και ο Τσαλικίδης το γνωρίζει. Τον Οκτώβριο, όμως, ενεργοποιείται εκ νέου, χωρίς κανείς να γνωρίζει τον λόγο. Ο Τσαλικίδης βρίσκει αργότερα το παράνομο λογισμικό σε λειτουργία, ενώ αυτό έπρεπε να είναι κλειστό. Το C4I βρίσκεται ακόμη σε δοκιμαστική λειτουργία. Ο Κορωνιάς ισχυρίζεται ότι έκλεισε το παράνομο λογισμικό στις 8 Μαρτίου του 2005, ο Τσαλικίδης πεθαίνει στις 9 του ιδίου μηνός, ο Πρωθυπουργός ενημερώνεται στις 10 και η δοκιμαστική περίοδος του C4I ολοκληρώνεται λίγες ημέρες αργότερα…

Συν τοις άλλοις, ο ΟΤΕ, σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, τον Ιανουάριο του 2005 επί προεδρίας Π. Βουρλούμη εκδίωξε στελέχη του που δεν συμφωνούσαν με την υπογραφή της υπερκοστολογημένης σύμβασης με τη Siemens αξίας 18 εκατ. ευρώ. Αμέσως μετά, προχώρησε στη σύναψη συμφωνίας με τη Siemens για τη συντήρηση του συστήματος, το οποίο είχε προμηθεύσει στον ΟΤΕ. Στην συμφωνία προβλεπόταν και μια «κερκόπορτα» στο σύστημα του ΟΤΕ, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για «κακόβουλες πράξεις» από τρίτους.

Εκ νέου μήνυση από την οικογένεια Τσαλικίδη

Στηριζόμενη στο πόρισμα του Ι. Διώτη (το οποίο συντάχθηκε στις 20 Ιουνίου του 2006 και έκτοτε παρέμεινε κρυφό για τέσσερα χρόνια) και θεωρώντας πως ο θάνατος του Κ. Τσαλικίδη δεν ήταν αυτοκτονία αλλά «δολοφονική ενέργεια», η οικογένεια Τσαλικίδη στις 29 Ιανουαρίου του 2010 κατέθεσε μήνυση κατά της τότε διοίκησης της Vodafone, ενώ ζητάει την εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Μάλιστα, η μητέρα του Κώστα Τσαλικίδη απέστειλε σχετική επιστολή στον ίδιο τον πρωθυπουργό, Γ. Παπανδρέου.

gap

Πηγή: zougla.gr

Ο αξιότιμος «κύριος Βασιλειάδης» των υποκλοπών

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου (16.3.2014)

«Όλοι τον ξέραμε ως “Μπιλ” ή τον φωνάζαμε και… “κύριο Βασιλειάδη” λόγω του επωνύμου του. Είχε ελληνικές ρίζες, από την Κάρπαθο, μιλούσε άπταιστα ελληνικά και είχε έλθει στη χώρα μας το 1996. Με πολυετή θητεία στο Αφγανιστάν, του άρεσε να επιδεικνύει φωτογραφίες του με μακριά γενειάδα από μυστικές αποστολές της CIA στη Μέση Ανατολή. Επισκεπτόταν συχνά την ΕΥΠ αλλά και τα γραφεία της Αντιτρομοκρατικής. Στην Ελλάδα είχε ασχοληθεί με τη 17Ν, με θέματα δράσης της Αλ Κάιντα, με αφγανούς μουλάδες, με ρώσους πράκτορες, με την αποθήκευση εκρηκτικών στην πρεσβεία του Ιράκ. Είχε ασχοληθεί και με τη δράση του Αλεξ Ρόντου αλλά και με το δυστύχημα του πρωθυπουργικού αεροσκάφους Φάλκον το 1999. Μας ζητούσε να ψάξουμε αν επρόκειτο για τυχαίο συμβάν ή για σκόπιμη ενέργεια, για την οποία μάλιστα επέμενε.
«Τα τελευταία χρόνια είχαμε καταλάβει ότι αυτός είχε οργανώσει το δίκτυο υποκλοπών του 2004 με την παρακολούθηση όλης της κυβέρνησης, ανώτατων αξιωματούχων αλλά και υπόπτων για συμμετοχή σε δίκτυα διεθνούς τρομοκρατίας. Θυμηθήκαμε ότι εκείνο τον καιρό συμμετείχε σε συσκέψεις για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων και είχε αρνηθεί πεισματικά να μας βοηθήσει σε θέματα εποπτείας τηλεφωνικών συνομιλιών. Και αυτό διότι φαίνεται να είχε ο ίδιος ετοιμάσει το δικό του κόλπο. Υπέκλεπτε τα τηλέφωνα ακόμη και ελλήνων αξιωματούχων, με τους οποίους είχε φαινομενικά αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Ήθελε να μείνει για πάντα στην Ελλάδα και να δουλέψει μετά τη συνταξιοδότησή του σε αμερικανική εταιρεία συμβούλων στην Αθήνα. Οι προϊστάμενοί του όμως κατάλαβαν ότι θα αποκαλυπτόταν ο ρόλος του στις υποκλοπές, τον έστειλαν στη Θεσσαλονίκη και μετά πίσω στις ΗΠΑ…».
Οι έρευνες

Έτσι περιγράφει μιλώντας προς «Το Βήμα της Κυριακής» ανώτατος αξιωματούχος της λεωφόρου Κατεχάκη τον 65χρονο πράκτορα της CIA Γουίλιαμ Μπ., ο οποίος, όπως προέκυψε από πολύμηνη έρευνα του 3ου τακτικού ανακριτή κ. Δημήτρη Φούκα, ήταν αυτός που οργάνωσε την περίοδο 2004-2005 το δίκτυο των 14 τηλεφώνων-σκιών.

Με αυτό «υφάρπαξε» τις συνομιλίες 104 προσώπων, ανάμεσα στα οποία ο τότε πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής, υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. αλλά και ύποπτοι για συμμετοχή σε ένοπλες οργανώσεις, όπως ο ΕΛΑ, αλλά και μουσουλμάνοι που διέμεναν στην Αθήνα.

Ύστερα από αποτυχημένες έρευνες να βρεθεί η άκρη του νήματος, το 2011, έπειτα από εντολή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης κ. Μιλτιάδη Παπαϊωάννου, την υπόθεση ανέλαβε ο εισαγγελέας Εφετών κ. Δ. Δασούλας, ο οποίος μέσω ειδικών τεχνικών αναλύσεων και με στοχευμένη έρευνα σε ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας στην Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά εντόπισε ίχνη του οργανωτή των υποκλοπών που εμφανιζόταν με το ψευδώνυμο «Μάρκος Πέτρου». Από την έρευνα του κ. Δασούλα, την οποία συνέχισε μεθοδικά ο κ. Φούκας, εντοπίστηκε το σπίτι του μυστηριώδους «Μάρκου Πέτρου» στο Ψυχικό και αποκαλύφθηκαν τηλεφωνικές κλήσεις του προς συναδέλφους και φίλους του. Έτσι προσδιορίστηκε η ταυτότητά του, ενώ από το υπουργείο Εξωτερικών βρέθηκαν τρεις φωτογραφίες του από αντίστοιχες καταχωρίσεις που είχε κάνει η πρεσβεία των ΗΠΑ.
Οι διασυνδέσεις

«Το Βήμα» αποκαλύπτει πλέον όλα τα δεδομένα της δράσης του Ελληνοαμερικανού «κ. Βασιλειάδη» ο οποίος πρωταγωνίστησε στα σκάνδαλα των υποκλοπών.

Ο Γουίλιαμ Μπ. παρουσιαζόταν από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ως «επιχειρησιακός αναλυτής» του δεκαμελούς κλιμακίου της CIA στην Αθήνα. Τα περισσότερα χρόνια προϊστάμενός του ήταν ο Ερικ Π., με προϋπηρεσία και στο πρώην ανατολικό μπλοκ, ενώ στενός συνεργάτης του ήταν ο Νο 2 του κλιμακίου της CIA στην Αθήνα Ντέιβιντ Σπ., ο οποίος τον Αύγουστο του 1998 είχε γλιτώσει ως εκ θαύματος από την πολύνεκρη βομβιστική επίθεση στην αμερικανική πρεσβεία στο Ναϊρόμπι (213 νεκροί και 4.000 τραυματίες).

Ο «Μπιλ» ήταν πάντα ο 4ος ή ο 5ος στην ιεραρχία του κλιμακίου της CIA αλλά περιγραφόταν ως ο υπ’ αριθμόν 1 στα επιχειρησιακά ζητήματα, ενώ ήταν και ο μοναδικός που μιλούσε άριστα ελληνικά. Άλλαζε συχνά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του – κούρευε διαφορετικά τα μαλλιά του, άφηνε μούσι κτλ. – και από τους έλληνες αξιωματούχους εθεωρείτο ο «άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα» που διεκπεραίωνε τη «βρώμικη δουλειά» της πρεσβείας.

Οι έλληνες αξιωματούχοι μιλούν για έναν «ευγενή, ευθυτενή άνθρωπο, που απέφευγε να τραβήξει το ενδιαφέρον επάνω του». Συνέχεια διεκπεραίωνε ειδικές αποστολές με την παρακολούθηση αλλοδαπών υπόπτων για συμμετοχή στην Αλ Κάιντα, είχε συναντήσεις με εκπροσώπους μουσουλμάνων στην Αθήνα, ενώ εμφανιζόταν να είχε εμμονή και με θέματα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών επί υπουργίας Γιώργου Παπανδρέου. Τις επόμενες ημέρες θα υποβληθεί αίτημα – όπως είχε γράψει «Το Βήμα» την προηγούμενη Κυριακή – για την έκδοσή του στη χώρα μας, με αμφίβολα ωστόσο αποτελέσματα…

gap

Ελληνο-αμερικανός επιχειρηματίας στο στόχαστρο για «κατασκοπεία»

Ένας από τους πιο δραστήριους Ελληνοαμερικανούς, ο 69χρονος Άρης Καρατζάς, με συμμετοχή μεταξύ άλλων σε εταιρείες που σχετίζονται με την ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού και με επενδύσεις στην ελληνική πολεμική βιομηχανία, έχει μπει στο στόχαστρο των δικαστικών αρχών ως «ύποπτος κατασκοπείας» υπέρ κυρίως του Ισραήλ αλλά και των ΗΠΑ. Μάλιστα το μεσημέρι της Παρασκευής έγινε έλεγχος και κατάσχεση εγγράφων στην κατοικία του στην Πλάκα από τον 3ο τακτικό ανακριτή κ. Δ. Φούκα και αστυνομικούς.

Κατά πληροφορίες, ο κ. Φούκας έχει εστιάσει το ενδιαφέρον του σε υποκλαπείσες συνομιλίες που είχε ο κ. Καρατζάς με πρώην υπουργό της κυβέρνησης Ρίγκαν ο οποίος ασχολείται πλέον με την αμερικανική πολεμική βιομηχανία και εμφανίζεται για επενδύσεις στα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα μέσω εταιρειών ισραηλινών συμφερόντων. Φέρεται ακόμη να προχωρεί σε συνεννοήσεις για κατασκευή πυραυλακάτων, πάλι με τη βοήθεια Ισραηλινών, σε ελληνικά ναυπηγεία. Ερευνάται και η οικονομική δραστηριότητα δύο υπεράκτιων εταιρειών που εμφανίζεται να κατέχει.

gap2

Στην ίδια δικογραφία φέρεται να υπάρχει αναφορά στο όνομα του κ. Αλεξ Ρόντος, συμβούλου του κ. Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος συσχετίστηκε με την υπόθεση χρηματοδότησης των ΜΚΟ και εμφανίζεται να είχε επίσης υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον 69χρονο ομογενή. Ωστόσο ο κ. Καρατζάς, μέσω και του δικηγόρου του κ. Γιάννη Μαντζουράνη, αρνείται κάθε κατηγορία, μιλάει για «πολυετή πατριωτική δράση του και για λάθη των δικαστικών λειτουργών που ασχολούνται με την υπόθεσή του και τα οποία μπορεί να εκθέσουν τη χώρα».

Γεννημένος στην Αθήνα το 1945, ο κ. Καρατζάς μετακόμισε με την οικογένειά του στη Νέα Υόρκη σε ηλικία 11 ετών. Με πτυχίο στα φιλολογικά από το Κολούμπια, εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης εκδοτικού οίκου, σύμβουλος πολυεθνικών επιχειρήσεων, ενώ φέρεται να έχει δύο βρετανικές και δύο κυπριακές εταιρείες συμβούλων. Σπούδασε σε σχολείο με δεκάδες εβραίους συμμαθητές, οι οποίοι στη συνέχεια τον βοήθησαν να αποκτήσει ισχυρές διασυνδέσεις στο εβραϊκό λόμπι και με δεκάδες πολιτικούς και επιχειρηματίες.

Είχε επαφές με τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο, κατείχε σημαντική θέση στην ελληνική ομογένεια και είχε αναπτύξει επαφές με τις κυβερνήσεις Μητσοτάκη, Σαμαρά κ.ά. Την περίοδο 2002-2004 συνεργάστηκε με την πολυεθνική SAIC που εγκατέστησε το περιβόητο σύστημα ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων C-4Ι.
Πριν από μερικά χρόνια δημοσιοποιήθηκε e-mail με αναφορά στις πολιτικές διασυνδέσεις του. Ο κ. Καρατζάς εμφανιζόταν ως μέλος του «Δικτύου 21» στο οποίο συμμετείχαν σημερινοί συνεργάτες του κ. Αντ. Σαμαρά όπως οι κ.κ. Χρ. Λαζαρίδης, Φ. Κρανιδιώτης κ.ά.  Μετά την αιματηρή επίθεση στο τουρκικό πλοιάριο «Mavi Marmara» ανοιχτά της Γάζας τον Μάιο του 2010, ο κ. Καρατζάς φέρεται να έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία «γέφυρας» μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, ενώ ασχολείται και με τις ΑΟΖ.

Πηγή: tovima.gr  

Υπάρχει Καρπάθιος υπερκατάσκοπος;

Του Μανώλη Δημελλά (19.3.2014)

Και πάλι στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κυριαρχούν οι Καρπάθιοι για τα καλιμέντα τους! Από τους διπλούς ανεξιχνίαστους φόνους, και τα μαχαιρώματα απροσεξίας, προβιβαστήκαμε, σε λεπτές και περίτεχνες παρακολουθήσεις.

Αυτή τη φορά οι αποκαλύψεις φέρνουν στο προσκήνιο έναν παράξενο Καρπάθιο, που παρουσιάζεται σαν τον εγκέφαλο στις περίφημες τηλεφωνικές υποκλοπές των Αμερικάνων. Ήταν εκείνη η δεκαετία 1995-2005, που ένα κύκλωμα Αμερικανικών παρακολουθήσεων, έφτανε να ακούει ακόμη και τον Έλληνα πρωθυπουργό!

Οι μισοί Έλληνες είχαμε αμφιβολίες, για την αυθεντικότητα της πληροφορίας και οι υπόλοιποι δεν πιστέψαμε, πως οι υποκλοπές ήταν ένα φαινόμενο που είχε ή καλύτερα θα έχει ποτέ, κάποια ημερομηνία λήξεως!

Ενώ η υπόθεση βρίσκεται σε στάδιο διερεύνησης, και όπως φαίνεται το παζλ δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί, οι υποθέσεις και τα σενάρια θυμίζουν μια ακριβή χολιγουντιανή παραγωγή. Και ενώ ακόμη περιμένουμε να μιλήσει ο τότε πρωθυπουργός, κος Καραμανλής, από τις ανακρίσεις βγήκε στην επιφάνεια το όνομα του Βασίλη, του Μπίλ Βασιλειάδη, με καταγωγή από τη Κάρπαθο, σύμφωνα με το δημοσίευμα του Β. Λαμπρόπουλου, στο Βήμα της Κυριακής, πρόκειται για υψηλόβαθμο στέλεχος των Αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και πάντα σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο Μπίλ, ήταν το Νο1 της Αμερικάνικης επιχειρησιακής ομάδας!

Βούιξαν ακόμη μια φορά τα Καρπάθικα τηλέφωνα, άνοιξαν άλμπουμ με φωτογραφίες και οι μνήμες ξεχύθηκαν στο φως. Οι πληροφορίες από το νησί θέλουν τον άγνωστο Αμερικάνο να έχει καταγωγή από τη βόρεια Κάρπαθο και πιο συγκεκριμένα από την Όλυμπο.

Ο πατέρας του, ο Γιώργος, ήταν μετανάστης. Δεν ήταν κάποιος τυχαίος ο Βασιλειάδης. Το εστιατόριο του στη Βαλτιμόρη ήταν μια από τις σημαντικότερες Ελληνικές επιχειρήσεις. Το είχε βαφτίσει moonlight και με την μοναδική σπεσιαλιτέ, τα μεγάλα ζωντανά καβούρια, φαίνεται πως έκανε κυριολεκτικά χρυσές δουλειές. Καλός φίλος του άλλου σπουδαίου Καρπάθιου, Μενετιάτη δικηγόρου, Πήτερ Άγγελου, ο πατέρας του Μπιλ είχε φήμη που ξεπερνούσε πολύ τα όρια της Ελληνικής παροικίας.

Ο Γιώργος Βασιλειάδης διάλεξε και παντρεύτηκε μια όμορφη, κατάξανθη Αμερικανίδα. Μαζί έκαναν δύο παιδιά, όμως τελικά δεν έμειναν μαζί και τη κηδεμονία του μικρού Μπίλ και της αδελφής του Μαρίας, ανέλαβε ο πατέρας.

Σε ένα καλοκαιρινό ταξίδι στην Κάρπαθο, γνωρίζει και ξαναπαντρεύεται, όμως αυτή τη φορά με συντοπίτισσα, κανακαρά Καρπαθιά. Με καταγωγή από τα Πηγάδια και τις Πυλές. Το ζευγάρι επέστρεψε για λίγα χρόνια στην Αμερική και εκεί η Καρπαθιά σύζυγος, ανέλαβε την φροντίδα των δύο παιδιών.

Η οικογένεια στα μέσα της δεκαετίας του ’60, μετακόμισε μόνιμα στη Κάρπαθο. Από τους ουρανοξύστες και τις λεωφόρους της Βαλτιμόρης, “προσγειώθηκαν” στα Πηγάδια και το ευρύχωρο διώροφο σπίτι με κήπο, της μητέρας, ακριβώς απέναντι από τη σημερινή καφετέρια Πότ-Πουρί, δίπλα στη γωνία του Αντρέου.

karamanlis-wired-cia

Ο Μπίλυ δεν πήγε στο Ελληνικό σχολείο, σχεδόν αμέσως γράφτηκε στο Αμερικάνικο κολλέγιο Αθηνών, ενώ η αδελφή του συνέχισε στο γυμνάσιο Απερίου. Λίγα χρόνια μετά χάνει το πατέρα του, και σε ηλικία 18 ετών επιστρέφει στην Αμερική και συνεχίζει σπουδές με κατεύθυνση τα νομικά.

Ο Βασίλης Βασιλειάδης έχει ένα άλλο μεγάλο ταλέντο, εκείνα τα χρόνια είναι ένας από τους μοναδικούς ‘Έλληνες επαγγελματίες παίκτες του ράγκμπι. Και σύμφωνα πάντα με τα συγγενικά του πρόσωπα, μια τυχαία σύλληψη του και ένα κατηγορητήριο, έγινε η αιτία να υπηρετήσει πενταετή αναγκαστική στρατιωτική θητεία, στην Αλάσκα. Εκεί άνοιξαν όλοι οι δρόμοι και οι ορίζοντες του, παρακολούθησε πολλές και διαφορετικές σχολές, από εκείνα που ο ίδιος αποκάλυψε στους δικούς του, φαίνεται να σπουδάζει με κατεύθυνση την ασφάλεια υψηλών προσώπων.

Οι πιο κοντινοί συγγενείς, μιλάνε για τον George Bill, έτσι τον γνώριζαν και τον φώναζαν όλοι, με γρίφους.

Ποιος ήταν πραγματικά; Με τι καταπιανόταν; Πως μπορούσε να συμμετέχει σε συζητήσεις και μάλιστα να τις κατευθύνει, δίχως να παίρνει ανοικτά θέση και ενώ απέφευγε σχεδόν πάντα να μιλά; Δεν ήταν γλεντιστής, όμως λάτρευε να ακούει ιστορίες στα καφενεία και άφηνε τους μεγαλύτερους να τον ταξιδεύουν στα παλιά χρόνια.

Απαντήσεις δεν έχουν να δώσουν, ακόμα και η φυσιογνωμία του άλλαζε από τη μια μέρα στην άλλη, και δεν ήταν αναγνωρίσιμος ούτε από τα δύο μέτρα.

Όμως ήταν και εξακολουθεί να είναι βέρος και παθιασμένος Καρπάθιος.

Κάποιοι τον θυμούνται νεαρό, όταν επαναλάμβανε, πως στα σίγουρα θα παντρευτεί Καρπάθια και μάλιστα Ολυμπίτισσα! Έτσι και έκαμε, η γυναίκα του είναι από το χωριό της καταγωγής του, την Όλυμπο. Ψηλός, ξανθός και αδύνατος, έτσι ήταν πάντα όμως αν τον συναντούσες, μάλλον θα νόμιζες ότι είναι κάποιος άγνωστος. Έτσι και σήμερα κάποιοι υποστηρίζουν ότι έχουν να τον αντικρίσουν αμέτρητα χρόνια! Άλλοι λένε πως πάνε δέκα χρόνια, από τη τελευταία επίσκεψη του στο νησί. Τότε τον αναγνώρισαν λίγοι φίλοι του, θυμήθηκαν τα εφηβικά χρόνια τους, ενώ εκείνος προσηνής και φιλικός στάθηκε χαμογελαστός και τους άκουσε. Ένας από αυτούς, ο Καρπάθιος γεωπόνος Γιάννης Λαχανάς, είχε πάντα άλυτη απορία, πως και τι ακριβώς έκανε στη ζωή του ετούτος ο Καρπάθιος Αμερικάνος.

Μάλιστα όταν δειλά-δειλά, ρώτησε το Μπίλυ, πως περνά, τι κάνει στην Αμερική, εκείνος απάντησε αόριστα, του είπε πως δουλεύει σε κάποιο κυβερνητικό πόστο.

Ωστόσο υπάρχουν ορισμένοι που υποστηρίζουν ότι είδαν τον Βασίλη πριν ένα μήνα στο Διαφάνι! Είχε άσπρα μαλλιά και ολόλευκα γένια, έκανε δουλειές στο σπίτι του και απολάμβανε την ηρεμία της Καρπάθου!

Μα εμφανίζεται και τον βλέπεις, μονάχα όταν εκείνος θέλει, επαναλαμβάνει φίλος και συγγενής του, που γνωρίζει για κείνον ότι δούλευε στην Αμερικανική πρεσβεία και κάποια στιγμή ήταν υπεύθυνος, για την αποστολή της ομάδας μπάσκετ του NBA στην Κωνσταντινούπολη, στα πλαίσια του παγκόσμιου πρωταθλήματος!

Ακόμη μια ιστορία φανερώνει τις ικανότητες του. Κάποιο καλοκαίρι έκανε διακοπές στην Κάρπαθο και είχε κλειστεί μέσα στο σπίτι. Όταν κάποιοι φίλοι τον συνάντησαν, απόρησαν, ήταν παρέα με Γερμανούς τουρίστες, και κουβέντιαζε στη γλώσσα τους για τις χαρές του νησιού. Τα έχασαν οι φίλοι του, τον ρώτησαν πότε και που είχε διδαχθεί τα Γερμανικά και εκείνος τους εξήγησε ότι κατέβηκε στο νησί για να μελετήσει μόνος και να μάθει την ξένη γλώσσα, γιατί είχε μια αποστολή τους προσεχείς μήνες!

Ο Βασίλης όσο δούλεψε στην Αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, βοηθούσε τους Καρπάθιους που περνούσαν από εκεί, όμως δεν ξεπερνούσε ποτέ τους νόμους, ούτε έκανε μικροβολέματα και χατίρια. Πίστευε ότι δεν χρειάζονται μέσα και γνωριμίες, όλοι πρέπει να είναι ίσοι, απέναντι στους νόμους.

Σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα του κυριακάτικου βήματος,  ο Βασίλης Βασιλειάδης ήταν άνθρωπος με χίλια πρόσωπα, ήταν μέσα σε όλα, πανταχού παρόν. Όπως ταιριάζει σε έναν επιχειρησιακό πράκτορα που αναλαμβάνει υποθέσεις σε ξένους τόπους και δεν είναι τόσο καθαρές!

Το όνομα του διασταυρώνεται έπειτα από την έρευνα του εισαγγελέα εφετών κ. Δοσούλα, που αναλαμβάνει την υπόθεση το 2011, κατόπιν εντολής του υπουργού δικαιοσύνης Μ. Παπαϊωάννου.

Η έρευνα του εισαγγελέα και του 3ου τακτικού ανακριτή κ. Δ. Φούκα, για τις υποκλοπές, οδηγούν στη σκιά κάποιου άγνωστου “Μάρκου Πέτρου” και ενός καταστήματος ειδών κινητής τηλεφωνίας στο λιμάνι του Πειραιά. Δεν άργησε να γίνει η διασταύρωση και να βγάλουν στην επιφάνεια τον Καρπάθιο Μπιλ.

Τα πράγματα δείχνουν πολύ πιο περισσότερο σοβαρά από ότι είχαμε υποθέσει, η κύρια ανάκριση για τις υποθέσεις του Σχεδίου Πυθία Ι, δολοφονία Καραμανλή και των υποκλοπών φτάνει προς το τέλος της και υπάρχει πια μεγάλη πιθανότητα να ζητηθεί η έκδοση και του Καρπάθιου πράκτορα Βασιλειάδη. Οι εφημερίδες θεωρούν την άρνηση των Αμερικάνων σχεδόν δεδομένη, ωστόσο οι έρευνες στρέφονται και στην πιθανή εμπλοκή κάποιων Ελλήνων στην υπόθεση.

Η εφημερίδα Real News από τον Απρίλιο 2013, έκανε αποκαλύψεις για τις έρευνες και τις εξελίξεις των δύο υποθέσεων, υποκλοπών και σχεδίου δολοφονίας Καραμανλή, που πλησίαζαν όλο και περισσότερο.

karamanlis-wired-cia

Ποιοι είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν τόσο λεπτές επιχειρησιακές “δουλειές”; Είναι δυνατόν να έχουν προσωπικές δεσμεύσεις ή μήπως μοιάζουν με τους κινηματογραφικούς πράκτορες, που είναι ερμητικά κλειστοί, μακριά από συναισθηματικές φορτίσεις και κοινωνικότητες.

Ο Μπίλυ ωστόσο δεν ήταν περαστικός ταξιδιώτης από το νησί, φαίνεται και αυτός να έχει το μικρόβιο για τη Κάρπαθο, τη τρέλα για τις ρίζες του.

Η υπόθεση είναι ανοικτή και η έρευνα εξελίσσεται, απαντήσεις σε τέτοιες περιπτώσεις δίνονται πολλά χρόνια αργότερα και μόνο μέσα από επίσημα και σφραγισμένα έγγραφα. Διαφορετικά μιλάμε για εξαιρετικά μυθιστορήματα!

Οι πράξεις ξεσκεπάστηκαν και κρίνονται, σήμερα βρίσκονται στο μικροσκόπιο της Ελληνικής δικαιοσύνης.

Θα περάσει την πόρτα του ανακριτή ο Έλληνας, ο Καρπάθιος πράκτορας; Ή θα μείνουμε με μεγάλες απορίες που όσο κυλά ο χρόνος, τόσο θα ξεθωριάζουν, μέχρι που στο τέλος θα σβήσουν από τη μνήμη μας;

πηγή: verena.gr

Η 11η Σεπτεβρίου “νομιμοποιεί” την NSA

Δικαστήριο της Νέας Υόρκης έκρινε σήμερα (27/12/2013) ότι το πρόγραμμα συλλογής πληροφοριών της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας (NSA) στο πλαίσιο του οποίου συγκεντρώνονται ακατέργαστα δεδομένα για τις τηλεφωνικές κλήσεις είναι «νόμιμο».

Ο δικαστής Ουίλιαμ Πόλι ο Γ΄ αποφάνθηκε ότι το πρόγραμμα αυτό συγκέντρωσης μεταδεδομένων είναι σύννομο και απέρριψε την προσφυγή που είχε καταθέσει εναντίον του η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (ACLU). Το εάν και κατά πόσον το πρόγραμμα αυτό πρέπει να συνεχιστεί επαφίεται στα μέλη του Κογκρέσου και τον πρόεδρο των ΗΠΑ, που θα πρέπει να πάρουν τη σχετική απόφαση, πρόσθεσε.

Ο δικαστής επισήμανε στο σκεπτικό της απόφασής του, έκτασης 54 σελίδων, την οποία συμβουλεύτηκε το Γαλλικό Πρακτορείο, την αξία που έχει αυτό το πρόγραμμα για την πρόληψη και την αποτροπή «τρομοκρατικών επιθέσεων» και επέμεινε ότι ο σκοπός του δεν μοιάζει να είναι κανένας άλλος πέραν αυτού.

Εξετάζοντας μια άλλη προσφυγή ένας άλλος δικαστής, ο Ρίτσαρντ Λίον, στην Ουάσινγκτον, είχε κρίνει την περασμένη εβδομάδα ότι το «σχεδόν οργουελικό» πρόγραμμα αυτό είναι πιθανόν «αντισυνταγματικό».

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα, την ύπαρξη και την έκταση του οποίου αποκάλυψε ο πληροφορικός πρώην σύμβουλος της NSA Έντουαρντ Σνόουντεν, επιτρέπει στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών να συλλέγουν σωρεία τηλεφωνικών μεταδεδομένων (κλήσεις, πλήθος, διάρκεια κ.λπ.) των πολιτών διαφόρων κρατών και Αμερικανών, στο πλαίσιο των προσπαθειών αντιμετώπισης της τρομοκρατικής απειλής.

ΠΗΓΗ: AFP, Reuters, DPA, ANA-MPA

Πηγή

NSA Spying on Americans

The US government, with assistance from major telecommunications carriers including AT&T, has engaged in a massive program of illegal dragnet surveillance of domestic communications and communications records of millions of ordinary Americans since at least 2001.

News reports in December 2005 first revealed that theNational Security Agency (NSA) has been intercepting Americans’ phone calls and Internet communications. Those news reports, combined with a USA Today story in May 2006 and the statements of several members of Congress, revealed that the NSA is also receiving wholesale copies of American’s telephone and other communications records. All of these surveillance activities are in violation of the privacy safeguards established by Congress and the US Constitution.

The evidence also shows that the government did not act alone. EFF has obtained whistleblower evidence [PDF] from former AT&T technician Mark Klein showing that AT&T is cooperating with the illegal surveillance. The undisputed documents show that AT&T installed a fiberoptic splitter at its facility at 611 Folsom Street in San Francisco that makes copies of all emails web browsing and other Internet traffic to and from AT&T customers and provides those copies to the NSA. This copying includes both domestic and international Internet activities of AT&T customers. As one expert observed “this isn’t a wiretap, it’s a country-tap.”

EFF is fighting these illegal activities in the courts. Currently, EFF is representing victims of the illegal surveillance program in Jewel v. NSA, a lawsuit filed in September 2008 seeking to stop the warrantless wiretapping and hold the government and government officials officials behind the program accountable.

Previously, in Hepting v. AT&T, EFF filed the first case against a cooperating telecom for violating its customers’ privacy. After Congress expressly intervened in the FISA Amendments Act to allow the Executive to require dismissal of the case, the case was ultimately dismissed by the US Supreme Court.

Source: Electronic Frontier Foundation ( eff.org/nsa-spying )

Εξουσιαστές και Πρόθυμοι Εξουσιαζόμενοι

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ

Έχετε μήπως «μπερδευτεί» με όλα όσα ακούτε ή διαβάζετε αναφορικά με τον Αμερικανό φυγά Edward Snowden  και για τις κατηγορίες εναντίον του; Ότι αποκάλυψε πως λειτουργεί το αμερικανικό σύστημα παρακολούθησης , συλλογής και αποθήκευσης όλων των ηλεκτρονικών δεδομένων του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου και των  εντός Αμερικής, δηλαδή αυτών που ανταλλάσσονται αναμεταξύ Αμερικανών πολιτών;

Για το τι ακριβώς συμβαίνει και γιατί συμβαίνει;  Και τι σημαίνει για τον καθένα μας προσωπικά όταν χρησιμοποιούμε το σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα για να επικοινωνούμε, να αγοράζουμε, να πουλάμε, να αγαπιόμαστε; Όταν για παράδειγμα οδηγούμε με τα σύγχρονης τεχνολογίας αυτοκίνητα που διαθέτουν το «δικό» τους σύστημα ελέγχου και οδήγησης – το δικό τους δηλαδή «μυαλό» που μπορεί να λειτουργήσει  ανεξάρτητα από τη βούληση αυτού που κρατά το τιμόνι;

Χωρίς να θέλω να μεταφέρω κάποιο αίσθημα υστερίας ή παράνοιας θα αρχίσω από το τελευταίο. Το σύγχρονης τεχνολογίας αυτοκίνητο μπορεί να λειτουργήσει εκτός βούλησης του οδηγού! Μπορεί δηλαδή να ελεγχθεί ηλεκτρονικά από κάποιον τρίτο εξ’ αποστάσεως και να το κάνει αυτός ό,τι θέλει, ρίχνοντάς τα ακόμα και στον γκρεμό!

Τις μέρες αυτές στην Αμερική μια σημαντική μερίδα περιθωριακών ΜΜΕ ασχολούνται εντόνως με το θάνατο από αυτοκινητιστικό ατύχημα ενός πολύ σημαντικού δημοσιογράφου, του Michael Hastings. Το ατύχημα συνέβη στις 18 Ιουνίου  στις τέσσερις το πρωί σε δρόμο του Λος Άντζελες. Ο Hastings οδηγούσε μόνος του ένα καινούριο Mercedes, έχασε τον έλεγχο, το αυτοκίνητο καρφώθηκε στο περιτοίχιο, ακολούθησε μια τρομακτική έκρηξη και μόνο μέσω DNA μπορούσε να διαπιστωθεί η ταυτότητα του νεκρού. Τις προηγούμενες μέρες ο Hastings, του οποιου η διερευνητική δημοσιογραφία τον είχε καταστήσει «στόχο» του συστήματος, έστειλε μηνύματα σε φίλο του ότι η FBI τον είχε παρακολουθήσει και ότι θα ήθελε για κάποιο χρονικό διάστημα να περιορίσει τα γραφόμενά του και να λειτουργήσει «εκτός ραντάρ».

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο ότι ο Hastings δολοφονήθηκε. Μόνο εικασίες. Αλλά με αφορμή το γεγονός υπήρξαν δημοσιεύματα και αναφορές σε σοβαρές επιστημονικές μελέτες ότι το σύγχρονο αυτοκίνητο είναι δυνητικά εξαιρετικά επικίνδυνο για τον οδηγό και τους επιβάτες του, διότι μπορεί να ελεγχθεί εξ΄αποστάσεως από αυτοκίνητοπειρατές. Και αυτό τεκμηριώνεται από πολύ υψηλού επιπέδου επιστημονικές μελέτες και πειράματα (οι άπιστοι Θωμάδες παραπέμπονται στο κείμενο του Andrew Leonard  “Hacking a car is way too easy” στο ηλεκτρονικό περιοδικό Salon.com, 25 Ιουνίου 2013 και στα links , ειδικά στα κείμενα “Experimental Security Analysis of a Modern Vehicle” και “Comprehensive Experimental Analyses of Automotive Attack Surfaces”.

Επανέρχομαι όμως στο βασικό ερώτημα που έθεσα. Τι σημαίνουν και τι σηματοδοτούν οι αποκαλύψεις Edward Snowden; Καταρχάς όλα όσα λέει ο Snowden  δεν είναι καινούρια, έχουν την ιστορία τους και ανάγονται στη μεταπολεμική εποχή. Ως τέτοια αφορούν στην στρατηγική των ΗΠΑ να διαμορφώσουν  και να ελέγξουν το μεταπολεμικό κόσμο με το λιγότερο για αυτούς κόστος. Μια από τις μεθόδους που επέλεξαν ήταν η συστηματική παρακολούθηση όλων των επικοινωνιών όλου του κόσμου, με επίκεντρο τον κύριο ανταγωνιστή και δυνητικό αντίπαλο τη Σοβιετική Ένωση.

Αρχίζοντας από τη Σοβιετική Ένωση και ανάλογα με την τεχνολογική πρόοδο, οι παρακολουθήσεις διευρύνονταν συνεχώς και σήμερα καλύπτουν όλο τον κόσμο. Παλιά, επί Ψυχρού Πολέμου, οι τεχνολογικές ικανότητες των υπολογιστών δεν επέτρεπαν την αποθήκευση όλων των δεδομένων. Έτσι, πολλά καταστρέφονταν. Σήμερα αυτό δεν ισχύει και για αυτό όλα αποθηκεύονται.

Όλα άρχισαν το 1947 με την αμερικανική νομοθεσία, γνωστή ως National Security Act of 1947. Τότε δημιουργήθηκε η CIA, και η NSA – National Security Agency που σήμερα είναι ο κυρίαρχος θεσμός παρακολούθησης των πάντων. Είναι τα αρχεία και μυστικά της NSA  που διέρρευσε ο φυγάς Snowden.

Το 1947 οι ΗΠΑ υπέγραψαν μια συμφωνία με Αγγλο-σαξονικές χώρες, την Βρετανία, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία (γνωστή ως UKASA) που αποτέλεσε το βασικό κορμό του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης. Θεωρητικά, αυτή ήταν μια συμμαχία ισότιμων εταίρων. Στην πράξη, οι υπόλοιποι λειτουργούσαν ως  υποτελείς της Ουάσινγκτον και σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ακόμα και αυτοί υφίσταντο παρακολούθηση από την Ουάσιγκτον. Και όπως αποκάλυψε ο Snowden η παρακαλούθησή τους συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Αρχικά η παρακολούθηση λάμβανε χώρα σε τρία επίπεδα. Αυτά ήταν το επίπεδο ELINT (Electric Intelligence), RADINT (Radar Intelligence) και COMINT (Communication Intelligence). Τα πρώτα δύο αφορούσαν στο σπάσιμο των κωδικών των αντιπάλων (της Σοβιετικής Ένωσης) και τη δημιουργία αντιμέτρων. Το τρίτο, το COMINT,  ήταν το πιο σημαντικό και αφορούσε το 95% της όλης παρακολούθησης. Μέσω του COMINT οι Αμερικανοί γνώριζαν όλο το σύστημα άμυνας των Σοβιετικών (αλλά και του υπόλοιπου κόσμου συμπεριλαμβανομένων όλων των συμμάχων τους) καθώς και όλα τα «προσωπικά» της εκάστοτε ηγεσίας του Σοβιετικού Πολιτπιούρο. Γνώριζαν μέχρι και τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις.

Ο υπόλοιπος κόσμος άρχισε να μαθαίνει τις δυνατότητες των Αμερικανών λόγω κυρίως διαρροών από αμερικανούς αντιφρονούντες, όπως τον σημερινό Snowden. Καταλυτικό γεγονός για τις αποκαλύψεις ήταν ο Αμερικανικός πόλεμος στο Βιετνάμ που δίχασε την αμερικανική κοινωνία.  Η πρώτη καθοριστική διαρροή ήταν αυτή που έγινε από τον αξιωματούχο του Πενταγώνου Daniel Ellsberg που μας έδωσε τη μυστική ιστορία της αμερικανικής εμπλοκής στο Βιετνάμ, τα γνωστά Pentagon Papers (διαθέσιμα στο διαδίκτυο). Η διαρροή Ellsberg εξέθεσε την αμερικανική κυβέρνηση ως μαζικά και συνειδητά ψευδόμενη έναντι του λαού.

Η δεύτερη διαρροή, εμπνευσμένη από τον Ellsberg, υπήρξε μια καταπληκτική και για τα σημερινά δεδομένα συνέντευξη ενός κατασκόπου της NSA στο περιοδικό Ramparts τον Αύγουστο του 1972, «US- Electronic Espionage: A Memoir”. Εδώ θα βρείτε τα πάντα και θα κατανοήσετε ακριβώς τι έκανε ο Snowden . Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο και το συστήνω ανεπιφύλακτα. Δεν χρειάζεται να διαβάσετε τίποτα άλλο.

Για την ιστορία, όμως, χρειάζονται δυο ακόμη αναφορές. Η μια είναι οι Ακροάσεις (Hearings) στο αμερικανικό Κογκρέσο που έλαβαν χώρα το 1975-76 κυρίως από το μακαρίτη Γερουσιαστή Frank Church. Αυτές ασχολούνται μεταξύ άλλων με την NSA, την CIA και τη δράση τους εντός και εκτός Αμερικής και την παρακολούθηση των πάντων. Και πάλι, όσα αποκαλύπτει ο Snowden θα τα βρείτε στα πρακτικά των Ακροάσεων.

Τέλος αναφορά πρέπει να γίνει και στο συγγραφέα James Bamford του οποίου τα δύο έργα για την NSA (The Puzzle Palace, 1982 και Body of Secrets, 2001αποτελούν το άλφα και το ωμέγα επί του θέματος.

Με αφορμή και δικαιολογία την 11η Σεπτεμβρίου φθάσαμε στο σήμερα. Η παρακολούθηση των πάντων έγινε δυνατή λόγω της γεωμετρικής εξέλιξης της τεχνολογίας. Και στο τρίπτυχο ELINT, RADINT, COMINT οι Αμερικανοί προσέθεσαν και το RUMINT,  Rumor Intelligence, ό,τι δηλαδή λέγεται και γράφεται ηλεκτρονικά σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων και του κάθε ξεκατινιάσματος. Όλα πλέον είναι αναγκαία για τον καθολικό έλεγχο. Έχουμε εισέλθει για τα καλά στην εποχή της ηλεκτρονικής αυτοκρατορίας.

Παλιά ο αυτοκράτορας έπρεπε να γνωρίζει για το πέταγμα της κάθε πεταλούδας στην επικράτεια του ως δείγμα και απόδειξη της ισχύος του και τον έλεγχο που εξασκούσε επί των υποτακτικών του. Σήμερα πρέπει να γνωρίζει και για το κάθε ξεκατίνιασμα που γίνεται με τη βούληση όλων ημών. Έχουμε ως άτομα και ως κοινωνία αυτοεγκλωβιστεί από τις προσωπικές μας δουλείες και αδυναμίες. Και όλοι δουλεύουμε οικειοθελώς για τον κάθε εξουσιαστή Αμερικάνο ή μη και για την κάθε μορφή εξουσίας. Έχουμε καταντήσει ανδράποδα.

Πηγή: mignatiou.com

 

Some content on this page was disabled on 19/11/2016 as a result of a DMCA takedown notice from Devon E. E. Weston. You can learn more about the DMCA here:

https://en.support.wordpress.com/copyright-and-the-dmca/

Edward Snowden: ο 29-χρονος Αμερικάνος που “τίναξε τη ζωή του στον αέρα” για τις αρχές του

Ζούσε στη Χαβάη, είχε ένα καλό μισθό και καριέρα στις Αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες που πολλοί θα ζήλευαν. Στα 29 του, τα τίναξε όλα στον αέρα γιατί δεν ήθελε να ζει σε ένα κόσμο όπου ο Big Brother θα κυβερνά.

Είναι η ιστορία του Edward Snowden. Καλή τύχη Edward, θα τη χρειαστείς!

By G. Greenwald, E. MacAskill and L. Poitras in Hong Kong, The Guardian, 9/6/2013

The individual responsible for one of the most significant leaks in US political history is Edward Snowden, a 29-year-old former technical assistant for the CIA and current employee of the defence contractor Booz Allen Hamilton. Snowden has been working at the National Security Agency for the last four years as an employee of various outside contractors, including Booz Allen and Dell.

The Guardian, after several days of interviews, is revealing his identity at his request. From the moment he decided to disclose numerous top-secret documents to the public, he was determined not to opt for the protection of anonymity. “I have no intention of hiding who I am because I know I have done nothing wrong,” he said.

Snowden will go down in history as one of America’s most consequential whistleblowers, alongside Daniel Ellsberg and Bradley Manning. He is responsible for handing over material from one of the world’s most secretive organisations – the NSA.

In a note accompanying the first set of documents he provided, he wrote: “I understand that I will be made to suffer for my actions,” but “I will be satisfied if the federation of secret law, unequal pardon and irresistible executive powers that rule the world that I love are revealed even for an instant.”

Despite his determination to be publicly unveiled, he repeatedly insisted that he wants to avoid the media spotlight. “I don’t want public attention because I don’t want the story to be about me. I want it to be about what the US government is doing.”

He does not fear the consequences of going public, he said, only that doing so will distract attention from the issues raised by his disclosures. “I know the media likes to personalise political debates, and I know the government will demonise me.”

Despite these fears, he remained hopeful his outing will not divert attention from the substance of his disclosures. “I really want the focus to be on these documents and the debate which I hope this will trigger among citizens around the globe about what kind of world we want to live in.” He added: “My sole motive is to inform the public as to that which is done in their name and that which is done against them.”

He has had “a very comfortable life” that included a salary of roughly $200,000, a girlfriend with whom he shared a home in Hawaii, a stable career, and a family he loves. “I’m willing to sacrifice all of that because I can’t in good conscience allow the US government to destroy privacy, internet freedom and basic liberties for people around the world with this massive surveillance machine they’re secretly building.”

‘I am not afraid, because this is the choice I’ve made’

Three weeks ago, Snowden made final preparations that resulted in last week’s series of blockbuster news stories. At the NSA office in Hawaii where he was working, he copied the last set of documents he intended to disclose.

He then advised his NSA supervisor that he needed to be away from work for “a couple of weeks” in order to receive treatment for epilepsy, a condition he learned he suffers from after a series of seizures last year.

As he packed his bags, he told his girlfriend that he had to be away for a few weeks, though he said he was vague about the reason. “That is not an uncommon occurrence for someone who has spent the last decade working in the intelligence world.”

On May 20, he boarded a flight to Hong Kong, where he has remained ever since. He chose the city because “they have a spirited commitment to free speech and the right of political dissent”, and because he believed that it was one of the few places in the world that both could and would resist the dictates of the US government.

In the three weeks since he arrived, he has been ensconced in a hotel room. “I’ve left the room maybe a total of three times during my entire stay,” he said. It is a plush hotel and, what with eating meals in his room too, he has run up big bills.

He is deeply worried about being spied on. He lines the door of his hotel room with pillows to prevent eavesdropping. He puts a large red hood over his head and laptop when entering his passwords to prevent any hidden cameras from detecting them.

Though that may sound like paranoia to some, Snowden has good reason for such fears. He worked in the US intelligence world for almost a decade. He knows that the biggest and most secretive surveillance organisation in America, the NSA, along with the most powerful government on the planet, is looking for him.

Since the disclosures began to emerge, he has watched television and monitored the internet, hearing all the threats and vows of prosecution emanating from Washington.

And he knows only too well the sophisticated technology available to them and how easy it will be for them to find him. The NSA police and other law enforcement officers have twice visited his home in Hawaii and already contacted his girlfriend, though he believes that may have been prompted by his absence from work, and not because of suspicions of any connection to the leaks.

“All my options are bad,” he said. The US could begin extradition proceedings against him, a potentially problematic, lengthy and unpredictable course for Washington. Or the Chinese government might whisk him away for questioning, viewing him as a useful source of information. Or he might end up being grabbed and bundled into a plane bound for US territory.

“Yes, I could be rendered by the CIA. I could have people come after me. Or any of the third-party partners. They work closely with a number of other nations. Or they could pay off the Triads. Any of their agents or assets,” he said.

“We have got a CIA station just up the road – the consulate here in Hong Kong – and I am sure they are going to be busy for the next week. And that is a concern I will live with for the rest of my life, however long that happens to be.”

Having watched the Obama administration prosecute whistleblowers at a historically unprecedented rate, he fully expects the US government to attempt to use all its weight to punish him. “I am not afraid,” he said calmly, “because this is the choice I’ve made.”

He predicts the government will launch an investigation and “say I have broken the Espionage Act and helped our enemies, but that can be used against anyone who points out how massive and invasive the system has become”.

The only time he became emotional during the many hours of interviews was when he pondered the impact his choices would have on his family, many of whom work for the US government. “The only thing I fear is the harmful effects on my family, who I won’t be able to help any more. That’s what keeps me up at night,” he said, his eyes welling up with tears.

‘You can’t wait around for someone else to act’

Snowden did not always believe the US government posed a threat to his political values. He was brought up originally in Elizabeth City, North Carolina. His family moved later to Maryland, near the NSA headquarters in Fort Meade.

By his own admission, he was not a stellar student. In order to get the credits necessary to obtain a high school diploma, he attended a community college in Maryland, studying computing, but never completed the coursework. (He later obtained his GED.)

In 2003, he enlisted in the US army and began a training program to join the Special Forces. Invoking the same principles that he now cites to justify his leaks, he said: “I wanted to fight in the Iraq war because I felt like I had an obligation as a human being to help free people from oppression”.

He recounted how his beliefs about the war’s purpose were quickly dispelled. “Most of the people training us seemed pumped up about killing Arabs, not helping anyone,” he said. After he broke both his legs in a training accident, he was discharged.

After that, he got his first job in an NSA facility, working as a security guard for one of the agency’s covert facilities at the University of Maryland. From there, he went to the CIA, where he worked on IT security. His understanding of the internet and his talent for computer programming enabled him to rise fairly quickly for someone who lacked even a high school diploma.

By 2007, the CIA stationed him with diplomatic cover in Geneva, Switzerland. His responsibility for maintaining computer network security meant he had clearance to access a wide array of classified documents.

That access, along with the almost three years he spent around CIA officers, led him to begin seriously questioning the rightness of what he saw.

He described as formative an incident in which he claimed CIA operatives were attempting to recruit a Swiss banker to obtain secret banking information. Snowden said they achieved this by purposely getting the banker drunk and encouraging him to drive home in his car. When the banker was arrested for drunk driving, the undercover agent seeking to befriend him offered to help, and a bond was formed that led to successful recruitment.

“Much of what I saw in Geneva really disillusioned me about how my government functions and what its impact is in the world,” he says. “I realised that I was part of something that was doing far more harm than good.”

He said it was during his CIA stint in Geneva that he thought for the first time about exposing government secrets. But, at the time, he chose not to for two reasons.

First, he said: “Most of the secrets the CIA has are about people, not machines and systems, so I didn’t feel comfortable with disclosures that I thought could endanger anyone”. Secondly, the election of Barack Obama in 2008 gave him hope that there would be real reforms, rendering disclosures unnecessary.

He left the CIA in 2009 in order to take his first job working for a private contractor that assigned him to a functioning NSA facility, stationed on a military base in Japan. It was then, he said, that he “watched as Obama advanced the very policies that I thought would be reined in”, and as a result, “I got hardened.”

The primary lesson from this experience was that “you can’t wait around for someone else to act. I had been looking for leaders, but I realised that leadership is about being the first to act.”

Over the next three years, he learned just how all-consuming the NSA’s surveillance activities were, claiming “they are intent on making every conversation and every form of behaviour in the world known to them”.

He described how he once viewed the internet as “the most important invention in all of human history”. As an adolescent, he spent days at a time “speaking to people with all sorts of views that I would never have encountered on my own”.

But he believed that the value of the internet, along with basic privacy, is being rapidly destroyed by ubiquitous surveillance. “I don’t see myself as a hero,” he said, “because what I’m doing is self-interested: I don’t want to live in a world where there’s no privacy and therefore no room for intellectual exploration and creativity.”

Once he reached the conclusion that the NSA’s surveillance net would soon be irrevocable, he said it was just a matter of time before he chose to act. “What they’re doing” poses “an existential threat to democracy”, he said.

A matter of principle

As strong as those beliefs are, there still remains the question: why did he do it? Giving up his freedom and a privileged lifestyle? “There are more important things than money. If I were motivated by money, I could have sold these documents to any number of countries and gotten very rich.”

For him, it is a matter of principle. “The government has granted itself power it is not entitled to. There is no public oversight. The result is people like myself have the latitude to go further than they are allowed to,” he said.

His allegiance to internet freedom is reflected in the stickers on his laptop: “I support Online Rights: Electronic Frontier Foundation,” reads one. Another hails the online organisation offering anonymity, the Tor Project.

Asked by reporters to establish his authenticity to ensure he is not some fantasist, he laid bare, without hesitation, his personal details, from his social security number to his CIA ID and his expired diplomatic passport. There is no shiftiness. Ask him about anything in his personal life and he will answer.

He is quiet, smart, easy-going and self-effacing. A master on computers, he seemed happiest when talking about the technical side of surveillance, at a level of detail comprehensible probably only to fellow communication specialists. But he showed intense passion when talking about the value of privacy and how he felt it was being steadily eroded by the behaviour of the intelligence services.

His manner was calm and relaxed but he has been understandably twitchy since he went into hiding, waiting for the knock on the hotel door. A fire alarm goes off. “That has not happened before,” he said, betraying anxiety wondering if was real, a test or a CIA ploy to get him out onto the street.

Strewn about the side of his bed are his suitcase, a plate with the remains of room-service breakfast, and a copy of Angler, the biography of former vice-president Dick Cheney.

Ever since last week’s news stories began to appear in the Guardian, Snowden has vigilantly watched TV and read the internet to see the effects of his choices. He seemed satisfied that the debate he longed to provoke was finally taking place.

He lay, propped up against pillows, watching CNN’s Wolf Blitzer ask a discussion panel about government intrusion if they had any idea who the leaker was. From 8,000 miles away, the leaker looked on impassively, not even indulging in a wry smile.

Snowden said that he admires both Ellsberg and Manning, but argues that there is one important distinction between himself and the army private, whose trial coincidentally began the week Snowden’s leaks began to make news.

“I carefully evaluated every single document I disclosed to ensure that each was legitimately in the public interest,” he said. “There are all sorts of documents that would have made a big impact that I didn’t turn over, because harming people isn’t my goal. Transparency is.”

He purposely chose, he said, to give the documents to journalists whose judgment he trusted about what should be public and what should remain concealed.

As for his future, he is vague. He hoped the publicity the leaks have generated will offer him some protection, making it “harder for them to get dirty”.

He views his best hope as the possibility of asylum, with Iceland – with its reputation of a champion of internet freedom – at the top of his list. He knows that may prove a wish unfulfilled.

But after the intense political controversy he has already created with just the first week’s haul of stories, “I feel satisfied that this was all worth it. I have no regrets.”

Source: guardian.co.uk

NSA: We are that far from a turnkey totalitarian state

The spring air in the small, sand-dusted town has a soft haze to it, and clumps of green-gray sagebrush rustle in the breeze. Bluffdale sits in a bowl-shaped valley in the shadow of Utah’s Wasatch Range to the east and the Oquirrh Mountains to the west. It’s the heart of Mormon country, where religious pioneers first arrived more than 160 years ago. They came to escape the rest of the world, to understand the mysterious words sent down from their god as revealed on buried golden plates, and to practice what has become known as “the principle,” marriage to multiple wives.

Today Bluffdale is home to one of the nation’s largest sects of polygamists, the Apostolic United Brethren, with upwards of 9,000 members. The brethren’s complex includes a chapel, a school, a sports field, and an archive. Membership has doubled since 1978—and the number of plural marriages has tripled—so the sect has recently been looking for ways to purchase more land and expand throughout the town.

But new pioneers have quietly begun moving into the area, secretive outsiders who say little and keep to themselves. Like the pious polygamists, they are focused on deciphering cryptic messages that only they have the power to understand. Just off Beef Hollow Road, less than a mile from brethren headquarters, thousands of hard-hatted construction workers in sweat-soaked T-shirts are laying the groundwork for the newcomers’ own temple and archive, a massive complex so large that it necessitated expanding the town’s boundaries. Once built, it will be more than five times the size of the US Capitol.

Rather than Bibles, prophets, and worshippers, this temple will be filled with servers, computer intelligence experts, and armed guards. And instead of listening for words flowing down from heaven, these newcomers will be secretly capturing, storing, and analyzing vast quantities of words and images hurtling through the world’s telecommunications networks. In the little town of Bluffdale, Big Love and Big Brother have become uneasy neighbors.

Under construction by contractors with top-secret clearances, the blandly named Utah Data Center is being built for the National Security Agency. A project of immense secrecy, it is the final piece in a complex puzzle assembled over the past decade. Its purpose: to intercept, decipher, analyze, and store vast swaths of the world’s communications as they zap down from satellites and zip through the underground and undersea cables of international, foreign, and domestic networks. The heavily fortified $2 billion center should be up and running in September 2013. Flowing through its servers and routers and stored in near-bottomless databases will be all forms of communication, including the complete contents of private emails, cell phone calls, and Google searches, as well as all sorts of personal data trails—parking receipts, travel itineraries, bookstore purchases, and other digital “pocket litter.” It is, in some measure, the realization of the “total information awareness” program created during the first term of the Bush administration—an effort that was killed by Congress in 2003 after it caused an outcry over its potential for invading Americans’ privacy.

But “this is more than just a data center,” says one senior intelligence official who until recently was involved with the program. The mammoth Bluffdale center will have another important and far more secret role that until now has gone unrevealed. It is also critical, he says, for breaking codes. And code-breaking is crucial, because much of the data that the center will handle—financial information, stock transactions, business deals, foreign military and diplomatic secrets, legal documents, confidential personal communications—will be heavily encrypted. According to another top official also involved with the program, the NSA made an enormous breakthrough several years ago in its ability to cryptanalyze, or break, unfathomably complex encryption systems employed by not only governments around the world but also many average computer users in the US. The upshot, according to this official: “Everybody’s a target; everybody with communication is a target.”

For the NSA, overflowing with tens of billions of dollars in post-9/11 budget awards, the cryptanalysis breakthrough came at a time of explosive growth, in size as well as in power. Established as an arm of the Department of Defense following Pearl Harbor, with the primary purpose of preventing another surprise assault, the NSA suffered a series of humiliations in the post-Cold War years. Caught offguard by an escalating series of terrorist attacks—the first World Trade Center bombing, the blowing up of US embassies in East Africa, the attack on the USS Cole in Yemen, and finally the devastation of 9/11—some began questioning the agency’s very reason for being. In response, the NSA has quietly been reborn. And while there is little indication that its actual effectiveness has improved—after all, despite numerous pieces of evidence and intelligence-gathering opportunities, it missed the near-disastrous attempted attacks by the underwear bomber on a flight to Detroit in 2009 and by the car bomber in Times Square in 2010—there is no doubt that it has transformed itself into the largest, most covert, and potentially most intrusive intelligence agency ever created.

In the process—and for the first time since Watergate and the other scandals of the Nixon administration—the NSA has turned its surveillance apparatus on the US and its citizens. It has established listening posts throughout the nation to collect and sift through billions of email messages and phone calls, whether they originate within the country or overseas. It has created a supercomputer of almost unimaginable speed to look for patterns and unscramble codes. Finally, the agency has begun building a place to store all the trillions of words and thoughts and whispers captured in its electronic net. And, of course, it’s all being done in secret. To those on the inside, the old adage that NSA stands for Never Say Anything applies more than ever.

UTAH DATA CENTER

When construction is completed in 2013, the heavily fortified $2 billion facility in Bluffdale will encompass 1 million square feet.

Utah Data Center

1 Visitor control center

A $9.7 million facility for ensuring that only cleared personnel gain access.

2 Administration

Designated space for technical support and administrative personnel.

3 Data halls

Four 25,000-square-foot facilities house rows and rows of servers.

4 Backup generators and fuel tanks

Can power the center for at least three days.

5 Water storage and pumping

Able to pump 1.7 million gallons of liquid per day.

6 Chiller plant

About 60,000 tons of cooling equipment to keep servers from overheating.

7 Power substation

An electrical substation to meet the center’s estimated 65-megawatt demand.

8 Security

Video surveillance, intrusion detection, and other protection will cost more than $10 million.

Source: U.S. Army Corps of Engineers Conceptual Site plan

A swath of freezing fog blanketed Salt Lake City on the morning of January 6, 2011, mixing with a weeklong coating of heavy gray smog. Red air alerts, warning people to stay indoors unless absolutely necessary, had become almost daily occurrences, and the temperature was in the bone-chilling twenties. “What I smell and taste is like coal smoke,” complained one local blogger that day. At the city’s international airport, many inbound flights were delayed or diverted while outbound regional jets were grounded. But among those making it through the icy mist was a figure whose gray suit and tie made him almost disappear into the background. He was tall and thin, with the physique of an aging basketball player and dark caterpillar eyebrows beneath a shock of matching hair. Accompanied by a retinue of bodyguards, the man was NSA deputy director Chris Inglis, the agency’s highest-ranking civilian and the person who ran its worldwide day-to-day operations.

A short time later, Inglis arrived in Bluffdale at the site of the future data center, a flat, unpaved runway on a little-used part of Camp Williams, a National Guard training site. There, in a white tent set up for the occasion, Inglis joined Harvey Davis, the agency’s associate director for installations and logistics, and Utah senator Orrin Hatch, along with a few generals and politicians in a surreal ceremony. Standing in an odd wooden sandbox and holding gold-painted shovels, they made awkward jabs at the sand and thus officially broke ground on what the local media had simply dubbed “the spy center.” Hoping for some details on what was about to be built, reporters turned to one of the invited guests, Lane Beattie of the Salt Lake Chamber of Commerce. Did he have any idea of the purpose behind the new facility in his backyard? “Absolutely not,” he said with a self-conscious half laugh. “Nor do I want them spying on me.”

For his part, Inglis simply engaged in a bit of double-talk, emphasizing the least threatening aspect of the center: “It’s a state-of-the-art facility designed to support the intelligence community in its mission to, in turn, enable and protect the nation’s cybersecurity.” While cybersecurity will certainly be among the areas focused on in Bluffdale, what is collected, how it’s collected, and what is done with the material are far more important issues. Battling hackers makes for a nice cover—it’s easy to explain, and who could be against it? Then the reporters turned to Hatch, who proudly described the center as “a great tribute to Utah,” then added, “I can’t tell you a lot about what they’re going to be doing, because it’s highly classified.”

And then there was this anomaly: Although this was supposedly the official ground-breaking for the nation’s largest and most expensive cybersecurity project, no one from the Department of Homeland Security, the agency responsible for protecting civilian networks from cyberattack, spoke from the lectern. In fact, the official who’d originally introduced the data center, at a press conference in Salt Lake City in October 2009, had nothing to do with cybersecurity. It was Glenn A. Gaffney, deputy director of national intelligence for collection, a man who had spent almost his entire career at the CIA. As head of collection for the intelligence community, he managed the country’s human and electronic spies.

Within days, the tent and sandbox and gold shovels would be gone and Inglis and the generals would be replaced by some 10,000 construction workers. “We’ve been asked not to talk about the project,” Rob Moore, president of Big-D Construction, one of the three major contractors working on the project, told a local reporter. The plans for the center show an extensive security system: an elaborate $10 million antiterrorism protection program, including a fence designed to stop a 15,000-pound vehicle traveling 50 miles per hour, closed-circuit cameras, a biometric identification system, a vehicle inspection facility, and a visitor-control center.

Inside, the facility will consist of four 25,000-square-foot halls filled with servers, complete with raised floor space for cables and storage. In addition, there will be more than 900,000 square feet for technical support and administration. The entire site will be self-sustaining, with fuel tanks large enough to power the backup generators for three days in an emergency, water storage with the capability of pumping 1.7 million gallons of liquid per day, as well as a sewage system and massive air-conditioning system to keep all those servers cool. Electricity will come from the center’s own substation built by Rocky Mountain Power to satisfy the 65-megawatt power demand. Such a mammoth amount of energy comes with a mammoth price tag—about $40 million a year, according to one estimate.

Given the facility’s scale and the fact that a terabyte of data can now be stored on a flash drive the size of a man’s pinky, the potential amount of information that could be housed in Bluffdale is truly staggering. But so is the exponential growth in the amount of intelligence data being produced every day by the eavesdropping sensors of the NSA and other intelligence agencies. As a result of this “expanding array of theater airborne and other sensor networks,” as a 2007 Department of Defense report puts it, the Pentagon is attempting to expand its worldwide communications network, known as the Global Information Grid, to handle yottabytes (1024 bytes) of data. (A yottabyte is a septillion bytes—so large that no one has yet coined a term for the next higher magnitude.)

It needs that capacity because, according to a recent report by Cisco, global Internet traffic will quadruple from 2010 to 2015, reaching 966 exabytes per year. (A million exabytes equal a yottabyte.) In terms of scale, Eric Schmidt, Google’s former CEO, once estimated that the total of all human knowledge created from the dawn of man to 2003 totaled 5 exabytes. And the data flow shows no sign of slowing. In 2011 more than 2 billion of the world’s 6.9 billion people were connected to the Internet. By 2015, market research firm IDC estimates, there will be 2.7 billion users. Thus, the NSA’s need for a 1-million-square-foot data storehouse. Should the agency ever fill the Utah center with a yottabyte of information, it would be equal to about 500 quintillion (500,000,000,000,000,000,000) pages of text.

The data stored in Bluffdale will naturally go far beyond the world’s billions of public web pages. The NSA is more interested in the so-called invisible web, also known as the deep web or deepnet—data beyond the reach of the public. This includes password-protected data, US and foreign government communications, and noncommercial file-sharing between trusted peers. “The deep web contains government reports, databases, and other sources of information of high value to DOD and the intelligence community,” according to a 2010 Defense Science Board report. “Alternative tools are needed to find and index data in the deep web … Stealing the classified secrets of a potential adversary is where the [intelligence] community is most comfortable.” With its new Utah Data Center, the NSA will at last have the technical capability to store, and rummage through, all those stolen secrets. The question, of course, is how the agency defines who is, and who is not, “a potential adversary.”

The NSA’S SPY NETWORK

Once it’s operational, the Utah Data Center will become, in effect, the NSA’s cloud. The center will be fed data collected by the agency’s eavesdropping satellites, overseas listening posts, and secret monitoring rooms in telecom facilities throughout the US. All that data will then be accessible to the NSA’s code breakers, data-miners, China analysts, counterterrorism specialists, and others working at its Fort Meade headquarters and around the world. Here’s how the data center appears to fit into the NSA’s global puzzle.—J.B.

SPY NETWORK

1 Geostationary satellites

Four satellites positioned around the globe monitor frequencies carrying everything from walkie-talkies and cell phones in Libya to radar systems in North Korea. Onboard software acts as the first filter in the collection process, targeting only key regions, countries, cities, and phone numbers or email.

2 Aerospace Data Facility, Buckley Air Force Base, Colorado

Intelligence collected from the geostationary satellites, as well as signals from other spacecraft and overseas listening posts, is relayed to this facility outside Denver. About 850 NSA employees track the satellites, transmit target information, and download the intelligence haul.

3 NSA Georgia, Fort Gordon, Augusta, Georgia

Focuses on intercepts from Europe, the Middle East, and North Africa. Codenamed Sweet Tea, the facility has been massively expanded and now consists of a 604,000-square-foot operations building for up to 4,000 intercept operators, analysts, and other specialists.

4 NSA Texas, Lackland Air Force Base, San Antonio

Focuses on intercepts from Latin America and, since 9/11, the Middle East and Europe. Some 2,000 workers staff the operation. The NSA recently completed a $100 million renovation on a mega-data center here—a backup storage facility for the Utah Data Center.

5 NSA Hawaii, Oahu

Focuses on intercepts from Asia. Built to house an aircraft assembly plant during World War II, the 250,000-square-foot bunker is nicknamed the Hole. Like the other NSA operations centers, it has since been expanded: Its 2,700 employees now do their work aboveground from a new 234,000-square-foot facility.

6 Domestic listening posts

The NSA has long been free to eavesdrop on international satellite communications. But after 9/11, it installed taps in US telecom “switches,” gaining access to domestic traffic. An ex-NSA official says there are 10 to 20 such installations.

7 Overseas listening posts

According to a knowledgeable intelligence source, the NSA has installed taps on at least a dozen of the major overseas communications links, each capable of eavesdropping on information passing by at a high data rate.

8 Utah Data Center, Bluffdale, Utah

At a million square feet, this $2 billion digital storage facility outside Salt Lake City will be the centerpiece of the NSA’s cloud-based data strategy and essential in its plans for decrypting previously uncrackable documents.

9 Multiprogram Research Facility, Oak Ridge, Tennessee

Some 300 scientists and computer engineers with top security clearance toil away here, building the world’s fastest supercomputers and working on cryptanalytic applications and other secret projects.

10 NSA headquarters, Fort Meade, Maryland

Analysts here will access material stored at Bluffdale to prepare reports and recommendations that are sent to policymakers. To handle the increased data load, the NSA is also building an $896 million supercomputer center here.

Before yottabytes of data from the deep web and elsewhere can begin piling up inside the servers of the NSA’s new center, they must be collected. To better accomplish that, the agency has undergone the largest building boom in its history, including installing secret electronic monitoring rooms in major US telecom facilities. Controlled by the NSA, these highly secured spaces are where the agency taps into the US communications networks, a practice that came to light during the Bush years but was never acknowledged by the agency. The broad outlines of the so-called warrantless-wiretapping program have long been exposed—how the NSA secretly and illegally bypassed the Foreign Intelligence Surveillance Court, which was supposed to oversee and authorize highly targeted domestic eavesdropping; how the program allowed wholesale monitoring of millions of American phone calls and email. In the wake of the program’s exposure, Congress passed the FISA Amendments Act of 2008, which largely made the practices legal. Telecoms that had agreed to participate in the illegal activity were granted immunity from prosecution and lawsuits. What wasn’t revealed until now, however, was the enormity of this ongoing domestic spying program.

For the first time, a former NSA official has gone on the record to describe the program, codenamed Stellar Wind, in detail. William Binney was a senior NSA crypto-mathematician largely responsible for automating the agency’s worldwide eavesdropping network. A tall man with strands of black hair across the front of his scalp and dark, determined eyes behind thick-rimmed glasses, the 68-year-old spent nearly four decades breaking codes and finding new ways to channel billions of private phone calls and email messages from around the world into the NSA’s bulging databases. As chief and one of the two cofounders of the agency’s Signals Intelligence Automation Research Center, Binney and his team designed much of the infrastructure that’s still likely used to intercept international and foreign communications.

He explains that the agency could have installed its tapping gear at the nation’s cable landing stations—the more than two dozen sites on the periphery of the US where fiber-optic cables come ashore. If it had taken that route, the NSA would have been able to limit its eavesdropping to just international communications, which at the time was all that was allowed under US law. Instead it chose to put the wiretapping rooms at key junction points throughout the country—large, windowless buildings known as switches—thus gaining access to not just international communications but also to most of the domestic traffic flowing through the US. The network of intercept stations goes far beyond the single room in an AT&T building in San Francisco exposed by a whistle-blower in 2006. “I think there’s 10 to 20 of them,” Binney says. “That’s not just San Francisco; they have them in the middle of the country and also on the East Coast.”

The eavesdropping on Americans doesn’t stop at the telecom switches. To capture satellite communications in and out of the US, the agency also monitors AT&T’s powerful earth stations, satellite receivers in locations that include Roaring Creek and Salt Creek. Tucked away on a back road in rural Catawissa, Pennsylvania, Roaring Creek’s three 105-foot dishes handle much of the country’s communications to and from Europe and the Middle East. And on an isolated stretch of land in remote Arbuckle, California, three similar dishes at the company’s Salt Creek station service the Pacific Rim and Asia.

Binney left the NSA in late 2001, shortly after the agency launched its warrantless-wiretapping program. “They violated the Constitution setting it up,” he says bluntly. “But they didn’t care. They were going to do it anyway, and they were going to crucify anyone who stood in the way. When they started violating the Constitution, I couldn’t stay.” Binney says Stellar Wind was far larger than has been publicly disclosed and included not just eavesdropping on domestic phone calls but the inspection of domestic email. At the outset the program recorded 320 million calls a day, he says, which represented about 73 to 80 percent of the total volume of the agency’s worldwide intercepts. The haul only grew from there. According to Binney—who has maintained close contact with agency employees until a few years ago—the taps in the secret rooms dotting the country are actually powered by highly sophisticated software programs that conduct “deep packet inspection,” examining Internet traffic as it passes through the 10-gigabit-per-second cables at the speed of light.

The software, created by a company called Narus that’s now part of Boeing, is controlled remotely from NSA headquarters at Fort Meade in Maryland and searches US sources for target addresses, locations, countries, and phone numbers, as well as watch-listed names, keywords, and phrases in email. Any communication that arouses suspicion, especially those to or from the million or so people on agency watch lists, are automatically copied or recorded and then transmitted to the NSA.

The scope of surveillance expands from there, Binney says. Once a name is entered into the Narus database, all phone calls and other communications to and from that person are automatically routed to the NSA’s recorders. “Anybody you want, route to a recorder,” Binney says. “If your number’s in there? Routed and gets recorded.” He adds, “The Narus device allows you to take it all.” And when Bluffdale is completed, whatever is collected will be routed there for storage and analysis.

According to Binney, one of the deepest secrets of the Stellar Wind program—again, never confirmed until now—was that the NSA gained warrantless access to AT&T’s vast trove of domestic and international billing records, detailed information about who called whom in the US and around the world. As of 2007, AT&T had more than 2.8 trillion records housed in a database at its Florham Park, New Jersey, complex.

Verizon was also part of the program, Binney says, and that greatly expanded the volume of calls subject to the agency’s domestic eavesdropping. “That multiplies the call rate by at least a factor of five,” he says. “So you’re over a billion and a half calls a day.” (Spokespeople for Verizon and AT&T said their companies would not comment on matters of national security.)

After he left the NSA, Binney suggested a system for monitoring people’s communications according to how closely they are connected to an initial target. The further away from the target—say you’re just an acquaintance of a friend of the target—the less the surveillance. But the agency rejected the idea, and, given the massive new storage facility in Utah, Binney suspects that it now simply collects everything. “The whole idea was, how do you manage 20 terabytes of intercept a minute?” he says. “The way we proposed was to distinguish between things you want and things you don’t want.” Instead, he adds, “they’re storing everything they gather.” And the agency is gathering as much as it can.

Once the communications are intercepted and stored, the data-mining begins. “You can watch everybody all the time with data- mining,” Binney says. Everything a person does becomes charted on a graph, “financial transactions or travel or anything,” he says. Thus, as data like bookstore receipts, bank statements, and commuter toll records flow in, the NSA is able to paint a more and more detailed picture of someone’s life.

The NSA also has the ability to eavesdrop on phone calls directly and in real time. According to Adrienne J. Kinne, who worked both before and after 9/11 as a voice interceptor at the NSA facility in Georgia, in the wake of the World Trade Center attacks “basically all rules were thrown out the window, and they would use any excuse to justify a waiver to spy on Americans.” Even journalists calling home from overseas were included. “A lot of time you could tell they were calling their families,” she says, “incredibly intimate, personal conversations.” Kinne found the act of eavesdropping on innocent fellow citizens personally distressing. “It’s almost like going through and finding somebody’s diary,” she says.

But there is, of course, reason for anyone to be distressed about the practice. Once the door is open for the government to spy on US citizens, there are often great temptations to abuse that power for political purposes, as when Richard Nixon eavesdropped on his political enemies during Watergate and ordered the NSA to spy on antiwar protesters. Those and other abuses prompted Congress to enact prohibitions in the mid-1970s against domestic spying.

Before he gave up and left the NSA, Binney tried to persuade officials to create a more targeted system that could be authorized by a court. At the time, the agency had 72 hours to obtain a legal warrant, and Binney devised a method to computerize the system. “I had proposed that we automate the process of requesting a warrant and automate approval so we could manage a couple of million intercepts a day, rather than subvert the whole process.” But such a system would have required close coordination with the courts, and NSA officials weren’t interested in that, Binney says. Instead they continued to haul in data on a grand scale. Asked how many communications—”transactions,” in NSA’s lingo—the agency has intercepted since 9/11, Binney estimates the number at “between 15 and 20 trillion, the aggregate over 11 years.”

When Barack Obama took office, Binney hoped the new administration might be open to reforming the program to address his constitutional concerns. He and another former senior NSA analyst, J. Kirk Wiebe, tried to bring the idea of an automated warrant-approval system to the attention of the Department of Justice’s inspector general. They were given the brush-off. “They said, oh, OK, we can’t comment,” Binney says.

Sitting in a restaurant not far from NSA headquarters, the place where he spent nearly 40 years of his life, Binney held his thumb and forefinger close together. “We are, like, that far from a turnkey totalitarian state,” he says.

There is still one technology preventing untrammeled government access to private digital data: strong encryption. Anyone—from terrorists and weapons dealers to corporations, financial institutions, and ordinary email senders—can use it to seal their messages, plans, photos, and documents in hardened data shells. For years, one of the hardest shells has been the Advanced Encryption Standard, one of several algorithms used by much of the world to encrypt data. Available in three different strengths—128 bits, 192 bits, and 256 bits—it’s incorporated in most commercial email programs and web browsers and is considered so strong that the NSA has even approved its use for top-secret US government communications. Most experts say that a so-called brute-force computer attack on the algorithm—trying one combination after another to unlock the encryption—would likely take longer than the age of the universe. For a 128-bit cipher, the number of trial-and-error attempts would be 340 undecillion (1036).

Breaking into those complex mathematical shells like the AES is one of the key reasons for the construction going on in Bluffdale. That kind of cryptanalysis requires two major ingredients: super-fast computers to conduct brute-force attacks on encrypted messages and a massive number of those messages for the computers to analyze. The more messages from a given target, the more likely it is for the computers to detect telltale patterns, and Bluffdale will be able to hold a great many messages. “We questioned it one time,” says another source, a senior intelligence manager who was also involved with the planning. “Why were we building this NSA facility? And, boy, they rolled out all the old guys—the crypto guys.” According to the official, these experts told then-director of national intelligence Dennis Blair, “You’ve got to build this thing because we just don’t have the capability of doing the code-breaking.” It was a candid admission. In the long war between the code breakers and the code makers—the tens of thousands of cryptographers in the worldwide computer security industry—the code breakers were admitting defeat.

So the agency had one major ingredient—a massive data storage facility—under way. Meanwhile, across the country in Tennessee, the government was working in utmost secrecy on the other vital element: the most powerful computer the world has ever known.

The plan was launched in 2004 as a modern-day Manhattan Project. Dubbed the High Productivity Computing Systems program, its goal was to advance computer speed a thousandfold, creating a machine that could execute a quadrillion (1015) operations a second, known as a petaflop—the computer equivalent of breaking the land speed record. And as with the Manhattan Project, the venue chosen for the supercomputing program was the town of Oak Ridge in eastern Tennessee, a rural area where sharp ridges give way to low, scattered hills, and the southwestward-flowing Clinch River bends sharply to the southeast. About 25 miles from Knoxville, it is the “secret city” where uranium- 235 was extracted for the first atomic bomb. A sign near the exit read: what you see here, what you do here, what you hear here, when you leave here, let it stay here. Today, not far from where that sign stood, Oak Ridge is home to the Department of Energy’s Oak Ridge National Laboratory, and it’s engaged in a new secret war. But this time, instead of a bomb of almost unimaginable power, the weapon is a computer of almost unimaginable speed.

In 2004, as part of the supercomputing program, the Department of Energy established its Oak Ridge Leadership Computing Facility for multiple agencies to join forces on the project. But in reality there would be two tracks, one unclassified, in which all of the scientific work would be public, and another top-secret, in which the NSA could pursue its own computer covertly. “For our purposes, they had to create a separate facility,” says a former senior NSA computer expert who worked on the project and is still associated with the agency. (He is one of three sources who described the program.) It was an expensive undertaking, but one the NSA was desperate to launch.

Known as the Multiprogram Research Facility, or Building 5300, the $41 million, five-story, 214,000-square-foot structure was built on a plot of land on the lab’s East Campus and completed in 2006. Behind the brick walls and green-tinted windows, 318 scientists, computer engineers, and other staff work in secret on the cryptanalytic applications of high-speed computing and other classified projects. The supercomputer center was named in honor of George R. Cotter, the NSA’s now-retired chief scientist and head of its information technology program. Not that you’d know it. “There’s no sign on the door,” says the ex-NSA computer expert.

At the DOE’s unclassified center at Oak Ridge, work progressed at a furious pace, although it was a one-way street when it came to cooperation with the closemouthed people in Building 5300. Nevertheless, the unclassified team had its Cray XT4 supercomputer upgraded to a warehouse-sized XT5. Named Jaguar for its speed, it clocked in at 1.75 petaflops, officially becoming the world’s fastest computer in 2009.

Meanwhile, over in Building 5300, the NSA succeeded in building an even faster supercomputer. “They made a big breakthrough,” says another former senior intelligence official, who helped oversee the program. The NSA’s machine was likely similar to the unclassified Jaguar, but it was much faster out of the gate, modified specifically for cryptanalysis and targeted against one or more specific algorithms, like the AES. In other words, they were moving from the research and development phase to actually attacking extremely difficult encryption systems. The code-breaking effort was up and running.

The breakthrough was enormous, says the former official, and soon afterward the agency pulled the shade down tight on the project, even within the intelligence community and Congress. “Only the chairman and vice chairman and the two staff directors of each intelligence committee were told about it,” he says. The reason? “They were thinking that this computing breakthrough was going to give them the ability to crack current public encryption.”

In addition to giving the NSA access to a tremendous amount of Americans’ personal data, such an advance would also open a window on a trove of foreign secrets. While today most sensitive communications use the strongest encryption, much of the older data stored by the NSA, including a great deal of what will be transferred to Bluffdale once the center is complete, is encrypted with more vulnerable ciphers. “Remember,” says the former intelligence official, “a lot of foreign government stuff we’ve never been able to break is 128 or less. Break all that and you’ll find out a lot more of what you didn’t know—stuff we’ve already stored—so there’s an enormous amount of information still in there.”

That, he notes, is where the value of Bluffdale, and its mountains of long-stored data, will come in. What can’t be broken today may be broken tomorrow. “Then you can see what they were saying in the past,” he says. “By extrapolating the way they did business, it gives us an indication of how they may do things now.” The danger, the former official says, is that it’s not only foreign government information that is locked in weaker algorithms, it’s also a great deal of personal domestic communications, such as Americans’ email intercepted by the NSA in the past decade.

But first the supercomputer must break the encryption, and to do that, speed is everything. The faster the computer, the faster it can break codes. The Data Encryption Standard, the 56-bit predecessor to the AES, debuted in 1976 and lasted about 25 years. The AES made its first appearance in 2001 and is expected to remain strong and durable for at least a decade. But if the NSA has secretly built a computer that is considerably faster than machines in the unclassified arena, then the agency has a chance of breaking the AES in a much shorter time. And with Bluffdale in operation, the NSA will have the luxury of storing an ever-expanding archive of intercepts until that breakthrough comes along.

But despite its progress, the agency has not finished building at Oak Ridge, nor is it satisfied with breaking the petaflop barrier. Its next goal is to reach exaflop speed, one quintillion (1018) operations a second, and eventually zettaflop (1021) and yottaflop.

These goals have considerable support in Congress. Last November a bipartisan group of 24 senators sent a letter to President Obama urging him to approve continued funding through 2013 for the Department of Energy’s exascale computing initiative (the NSA’s budget requests are classified). They cited the necessity to keep up with and surpass China and Japan. “The race is on to develop exascale computing capabilities,” the senators noted. The reason was clear: By late 2011 the Jaguar (now with a peak speed of 2.33 petaflops) ranked third behind Japan’s “K Computer,” with an impressive 10.51 petaflops, and the Chinese Tianhe-1A system, with 2.57 petaflops.

But the real competition will take place in the classified realm. To secretly develop the new exaflop (or higher) machine by 2018, the NSA has proposed constructing two connecting buildings, totaling 260,000 square feet, near its current facility on the East Campus of Oak Ridge. Called the Multiprogram Computational Data Center, the buildings will be low and wide like giant warehouses, a design necessary for the dozens of computer cabinets that will compose an exaflop-scale machine, possibly arranged in a cluster to minimize the distance between circuits. According to a presentation delivered to DOE employees in 2009, it will be an “unassuming facility with limited view from roads,” in keeping with the NSA’s desire for secrecy. And it will have an extraordinary appetite for electricity, eventually using about 200 megawatts, enough to power 200,000 homes. The computer will also produce a gargantuan amount of heat, requiring 60,000 tons of cooling equipment, the same amount that was needed to serve both of the World Trade Center towers.

In the meantime Cray is working on the next step for the NSA, funded in part by a $250 million contract with the Defense Advanced Research Projects Agency. It’s a massively parallel supercomputer called Cascade, a prototype of which is due at the end of 2012. Its development will run largely in parallel with the unclassified effort for the DOE and other partner agencies. That project, due in 2013, will upgrade the Jaguar XT5 into an XK6, codenamed Titan, upping its speed to 10 to 20 petaflops.

Yottabytes and exaflops, septillions and undecillions—the race for computing speed and data storage goes on. In his 1941 story “The Library of Babel,” Jorge Luis Borges imagined a collection of information where the entire world’s knowledge is stored but barely a single word is understood. In Bluffdale the NSA is constructing a library on a scale that even Borges might not have contemplated. And to hear the masters of the agency tell it, it’s only a matter of time until every word is illuminated.

James Bamford (washwriter@gmail.com) is the author of The Shadow Factory: The Ultra-Secret NSA from 9/11 to the Eavesdropping on America.

Source: wired.com/threatlevel/2012/03/ff_nsadatacenter/all/1